Μ. Νικολακάκης: “Πρέπει να προστατεύσουμε τον τουρισμό από την ίδια του την επιτυχία”
Ο επίκουρος καθηγητής Κοινωνιολογίας του Τουρισμού στο Πανεπιστήμιο Κρήτης μιλά στο Cretalive με αφορμή την εκδήλωση που οργανώνεται την Τετάρτη 16 Σεπτεμβρίου στο Ιστορικό Μουσείο Κρήτης.
Ο υπερτουρισμός είναι μία λέξη που έχει μπει για τα καλά στη ζωή μας.
Παραλίες και φαράγγια, όπου δεν πέφτει “καρφίτσα”, σοκάκια που “πλημμυρίζουν” από κόσμο είναι κάποιες μόνο από τις εικόνες που παρατηρούνται και σε περιοχές της Κρήτης.
“Το ζητούμενο δεν είναι να στραφούμε εναντίον του τουρισμού. Ο τουρισμός έχει τεράστια οικονομική και κοινωνική σημασία για την Κρήτη. Ακριβώς γι’ αυτό χρειάζεται να τον προστατεύσουμε και από την ίδια του την επιτυχία”, αναφέρει στο Cretalive ο Μιχάλης Νικολακάκης, επίκουρος καθηγητής Κοινωνιολογίας του Τουρισμού στο Πανεπιστήμιο Κρήτης.
Μιλά με αφορμή τη συζήτηση για το φαινόμενο του «υπερτουρισμού», που θα πραγματοποιηθεί στον Κήπο του Ιστορικού Μουσείου Κρήτης την Τετάρτη 16 Σεπτεμβρίου 2026, ώρα 19:00΄.
Το κείμενο της συνέντευξης έχει ως εξής:
Τελικά, τι εννοούμε με τον όρο «υπερτουρισμός» και πότε ένας προορισμός θεωρείται ότι έχει ξεπεράσει τα όριά του;
“Ο όρος «υπερτουρισμός» έχει γίνει εξαιρετικά δημοφιλής τα τελευταία χρόνια, αλλά χρειάζεται κάποια προσοχή στη χρήση του. Δεν υπάρχει ένας συγκεκριμένος αριθμός επισκεπτών πέρα από τον οποίο μπορούμε αυτομάτως να πούμε ότι ένας προορισμός βρίσκεται σε κατάσταση υπερτουρισμού. Υπάρχει βέβαια η παλαιότερη έννοια της «φέρουσας ικανότητας», δηλαδή η προσπάθεια να προσδιοριστεί πόσους επισκέπτες μπορεί να δεχθεί ένας τόπος χωρίς σοβαρές επιπτώσεις στο φυσικό, οικονομικό και κοινωνικό περιβάλλον και χωρίς να υποβαθμίζεται η εμπειρία των ίδιων των επισκεπτών. Στην πράξη, όμως, η θεσμική οριοθέτησή της έχει συστηματικά υπονομευθεί στη χώρα μας, και στην ίδια κατεύθυνση κινείται σήμερα και το ανεπαρκέστατο νέο Ειδικό Χωροταξικό Πλαίσιο για τον Τουρισμό.
Γι’ αυτό θεωρώ περισσότερο χρήσιμο να αντιμετωπίζουμε τον υπερτουρισμό ως μια κατάσταση κατά την οποία η τουριστική δραστηριότητα αρχίζει να ανταγωνίζεται συστηματικά άλλες λειτουργίες ενός τόπου και, πρωτίστως, την ίδια τη δυνατότητά του να αποτελεί τόπο κατοικίας και καθημερινής ζωής. Το κρίσιμο ερώτημα, επομένως, δεν είναι μόνο «πόσοι τουρίστες είναι πολλοί;», αλλά τι συμβαίνει όταν εντατικοποιείται η τουριστική εκμετάλλευση ενός τόπου: ποιος μπορεί πλέον να κατοικήσει εκεί, ποιος χρησιμοποιεί τον δημόσιο χώρο, τι συμβαίνει με το νερό, τις μεταφορές και τις υποδομές, ποιες οικονομικές δραστηριότητες επιβιώνουν και ποιες εκτοπίζονται. Με αυτή την έννοια, ο υπερτουρισμός δεν περιγράφει απλώς «πάρα πολλούς τουρίστες». Περιγράφει τη στιγμή κατά την οποία η τουριστική λειτουργία ενός τόπου αρχίζει να υπονομεύει τις υπόλοιπες λειτουργίες του.”
Υπάρχουν σήμερα περιοχές της Κρήτης που εμφανίζουν χαρακτηριστικά υπερτουρισμού και ποια είναι τα βασικά σημάδια;
“Θα ήμουν επιφυλακτικός απέναντι στον χαρακτηρισμό ολόκληρης της Κρήτης ως προορισμού που υποφέρει από «υπερτουρισμό». Οι τουριστικές πιέσεις είναι εξαιρετικά άνισα κατανεμημένες στον χώρο και στον χρόνο. Μπορούμε όμως ασφαλώς να εντοπίσουμε περιοχές στις οποίες εμφανίζονται χαρακτηριστικά πολύ έντονης τουριστικοποίησης και, κυρίως, να αναγνωρίσουμε προειδοποιητικά σημάδια.
Το σημαντικότερο είναι ότι ο σύγχρονος τουρισμός δεν επεκτείνεται πλέον μόνο δημιουργώντας νέους προορισμούς. Μέσω των ψηφιακών πλατφορμών, των βραχυχρόνιων μισθώσεων, των αερομεταφορών χαμηλού κόστους και της κρουαζιέρας μπορεί να εντατικοποιεί πολύ γρήγορα την εκμετάλλευση ήδη γνωστών τόπων. Αυτό σημαίνει ότι, ακόμη και χωρίς τεράστιες νέες ξενοδοχειακές επενδύσεις, μπορεί να αυξηθεί απότομα η πραγματική τουριστική πίεση σε μια πόλη, έναν οικισμό, μια παραλία ή ένα αξιοθέατο, ακόμη και σε έναν μεμονωμένο φυσικό πόρο ή ένα δίκτυο υποδομής.
Στην Κρήτη, οι πιέσεις που δέχονται το οδικό δίκτυο και τα συστήματα ύδρευσης, αλλά και οι συνολικότερες οχλήσεις που καταγράφονται σε αστικές περιοχές, όπως τα Χανιά και το Ρέθυμνο, αποτελούν τέτοια προειδοποιητικά σημάδια. Το ίδιο ισχύει για την εξαιρετικά ανησυχητική αύξηση των βραχυχρόνιων μισθώσεων, η οποία συμβάλλει στην πίεση που ασκείται στις τιμές των ενοικίων. Το φαινόμενο αφορά πλέον ακόμη και το Ηράκλειο, όπου, σύμφωνα με πρόσφατα στοιχεία της ΑΑΔΕ, οι διαθέσιμες κλίνες σε καταλύματα βραχυχρόνιας μίσθωσης έχουν υπερβεί εκείνες των παραδοσιακών τουριστικών καταλυμάτων. Αυτό είναι ένα καλό παράδειγμα του γιατί δεν πρέπει να αναζητούμε τον υπερτουρισμό μόνο στις παραδοσιακά «τουριστικές» περιοχές.”
Πώς επηρεάζει η αυξημένη τουριστική πίεση την καθημερινότητα των κατοίκων, τη στέγαση, τις υποδομές και τους φυσικούς πόρους;
“Εδώ βρίσκεται ίσως η ουσία του προβλήματος. Στην Ελλάδα η μεγάλη αύξηση της τουριστικής ζήτησης ήρθε έπειτα από μια μακρά περίοδο υποεπένδυσης στις δημόσιες υποδομές. Με απλά λόγια, αυξήθηκε πολύ ο αριθμός των ανθρώπων που χρησιμοποιούν, για κάποιους μήνες τον χρόνο, τον ίδιο χώρο, χωρίς να αυξηθούν πάντοτε αναλόγως οι δυνατότητες των δικτύων ύδρευσης, αποχέτευσης, διαχείρισης απορριμμάτων ή μεταφορών.
Παράλληλα, υπάρχει η στεγαστική διάσταση. Οι βραχυχρόνιες μισθώσεις επέτρεψαν να μετατραπεί πολύ γρήγορα ένα τμήμα του υφιστάμενου οικιστικού αποθέματος σε τουριστικό κατάλυμα. Αυτό μπορεί να δημιουργεί εισόδημα για τους ιδιοκτήτες, ταυτόχρονα όμως ασκεί πίεση στη διαθεσιμότητα και στις τιμές της κατοικίας. Το πρόβλημα γίνεται ιδιαίτερα σοβαρό όταν άνθρωποι που είναι αναγκαίοι για τη λειτουργία μιας πόλης –εργαζόμενοι, εκπαιδευτικοί, γιατροί, φοιτητές– δυσκολεύονται πλέον να κατοικήσουν σε αυτήν.”
Με ποιους τρόπους μπορούν οι επιστήμονες και τα πανεπιστημιακά ιδρύματα να συμβάλουν στην πρόληψη και την αντιμετώπιση του φαινομένου;
“Πρώτα απ’ όλα, παράγοντας αξιόπιστη γνώση. Χρειαζόμαστε πολύ καλύτερα δεδομένα σε τοπική κλίμακα. Δεν αρκεί να γνωρίζουμε πόσες αφίξεις έχει η Κρήτη συνολικά. Πρέπει να γνωρίζουμε πού και πότε συγκεντρώνεται η ζήτηση και να τη συσχετίζουμε με τη διαθεσιμότητα κατοικίας, τις τιμές των ενοικίων, την κατανάλωση νερού, την παραγωγή απορριμμάτων, την κυκλοφοριακή επιβάρυνση και τις αλλαγές στις χρήσεις γης.
Το Πανεπιστήμιο μπορεί επίσης να συμβάλει στη δημιουργία μηχανισμών έγκαιρης προειδοποίησης. Η λογική δεν πρέπει να είναι να περιμένουμε μέχρι να δημιουργηθεί μια μη αναστρέψιμη κατάσταση και μετά να προσπαθούμε να τη διορθώσουμε. Η εμπειρία πόλεων, όπως η Βαρκελώνη ή η Βενετία, δείχνει πόσο δύσκολη είναι η αντιστροφή της τουριστικοποίησης όταν έχει ήδη εκτοπιστεί μεγάλο μέρος των μόνιμων κατοίκων.
Επιπλέον, το Πανεπιστήμιο και ειδικότερα οι επιστήμες του χώρου μπορούν –και έχουν ήδη αρχίσει– να καταθέτουν συγκεκριμένες προτάσεις για την οριοθέτηση της τουριστικής δραστηριότητας εκεί όπου διαπιστώνονται κρίσιμες υπερβάσεις της ικανότητας των φυσικών οικοσυστημάτων, του δομημένου περιβάλλοντος και των τοπικών κοινωνιών να διαχειριστούν τις τουριστικές πιέσεις.
Πάνω απ’ όλα, όμως, το Πανεπιστήμιο μπορεί να συμβάλει στην ανάδειξη του ιστορικού ρόλου, της λειτουργίας αλλά και των αντιφάσεων της τουριστικής οικονομίας για τον τόπο μας. Αυτή η άσκηση συλλογικής αυτογνωσίας δεν είναι μόνο δημοκρατικά επιβεβλημένη· είναι απαραίτητη και για την ίδια την προστασία του τουρισμού στη χώρα μας. Γιατί, για να συζητήσουμε σοβαρά για τα όριά του πρέπει πρώτα να μπορούμε να συζητήσουμε ανοιχτά τόσο για όσα μας έχει προσφέρει όσο και για τις κοινωνικές και περιβαλλοντικές αντιφάσεις που έχει δημιουργήσει.”
Ποια μέτρα χρειάζεται να ληφθούν ώστε η Κρήτη να παραμείνει ένας ισχυρός τουριστικός προορισμός χωρίς να υποβαθμίζεται η ποιότητα ζωής και το περιβάλλον;
“Νομίζω ότι πρέπει καταρχάς να αποδεχθούμε μια πολύ απλή αρχή: δεν μπορεί να υπάρχει ανάπτυξη χωρίς όρια. Στην Ελλάδα έχουμε διαμορφώσει αυτό που στο άρθρο μου αποκαλώ μια γενικευμένη αίσθηση «απουσίας ορίου» στην τουριστική ανάπτυξη. Συζητούμε διαρκώς για βιωσιμότητα, αλλά πολύ δυσκολότερα απαντούμε στο συγκεκριμένο ερώτημα: τι δεν πρέπει πλέον να επιτρέπεται και πού;
Χρειαζόμαστε επομένως χωρικά διαφοροποιημένες πολιτικές: πραγματική μέτρηση της φέρουσας ικανότητας, προστασία της κατοικίας όπου αυτή πιέζεται από τις βραχυχρόνιες μισθώσεις, επενδύσεις στις δημόσιες υποδομές, αποτελεσματική διαχείριση του νερού και των απορριμμάτων και σαφή χωροταξικά όρια στις ήδη επιβαρυμένες περιοχές. Χρειάζονται, δηλαδή, τομές που απαιτούν πολιτική τόλμη και κοινωνικές συναινέσεις: ουσιαστικός περιορισμός της εκτός σχεδίου δόμησης και σαφής χωρική οριοθέτηση τόσο της αδειοδότησης όσο και της συνολικής λειτουργίας των καταλυμάτων βραχυχρόνιας μίσθωσης, ιδιαίτερα στις αστικές περιοχές που δέχονται τις μεγαλύτερες πιέσεις. Αν δεχόμαστε ότι υπάρχουν όρια, αυτά πρέπει κάποια στιγμή να αποκτήσουν και συγκεκριμένο θεσμικό περιεχόμενο.
Το ζητούμενο δεν είναι να στραφούμε εναντίον του τουρισμού. Ο τουρισμός έχει τεράστια οικονομική και κοινωνική σημασία για την Κρήτη. Ακριβώς γι’ αυτό χρειάζεται να τον προστατεύσουμε και από την ίδια του την επιτυχία. Ένας τόπος που παύει να είναι βιώσιμος για τους κατοίκους του αργά ή γρήγορα παύει να είναι ελκυστικός και για τους επισκέπτες του. Και ίσως αυτό είναι το πραγματικό νόημα της συζήτησης για τον υπερτουρισμό: όχι πώς θα σταματήσουμε τον τουρισμό, αλλά πώς θα επαναφέρουμε την έννοια του ορίου στην τουριστική ανάπτυξη.”
- Περίστροφα, φυσίγγια και μαχαίρι τον έβαλαν σε μπελάδες
- Μαριδάκι: Διαρροές νερού, εκτεθειμένες εγκαταστάσεις και εικόνες που προβληματίζουν - Φωτογραφίες
- Είχε στο σπίτι έξι δενδρύλλια κάνναβης



