Η Ιστορία ως Φάρσα: Από τα «Ιουλιανά» του 1965 στην παρακμή του ΣΥΡΙΖΑ!

Αυτή η μεθοδολογία της εσωτερικής αποδόμησης και της ιδιοτελούς διάσπασης δεν αποτελεί ελληνικό προνόμιο, αλλά εγγράφεται στη διεθνή παθολογία της Αριστεράς.

Η ιστορία, όταν επαναλαμβάνεται, σπάνια διατηρεί το τραγικό της μεγαλείο. Συνήθως μετατρέπεται σε μια κακόγουστη φάρσα. Η πολιτική κρίση των «Ιουλιανών» του 1965, που σφραγίστηκε από την αποστασία, τη συνωμοτικότητα και την υπονόμευση της λαϊκής βούλησης, βρίσκει σήμερα το σύγχρονο, θλιβερό της ανάλογο στις εσωκομματικές διεργασίες και τη σταδιακή διάλυση του ΣΥΡΙΖΑ. Αν τότε το παρασκήνιο είχε ως στόχο την ανατροπή μιας εκλεγμένης κυβέρνησης, σήμερα το σκηνικό αφορά τη μεθοδευμένη εξόντωση ενός κόμματος εκ των έσω. Σε αυτό το σύγχρονο θέατρο σκιών, οι ρόλοι των υπονομευτών έχουν μοιραστεί με ακρίβεια, με τον Αλέξη Τσίπρα, τον Σωκράτη Φάμελλο και μια ομάδα πρόθυμων βουλευτών να αναλαμβάνουν τους πιο σκοτεινούς και καιροσκοπικούς ρόλους.

Ο Αλέξης Τσίπρας, στον ρόλο του σύγχρονου «σκιοδιδάσκαλου» της αποστασίας, επιλέγει να κινεί τα νήματα από την ασφάλεια των παρασκηνίων. Όπως το 1965 οι ξένοι παράγοντες και το παλάτι συνωμοτούσαν μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας, έτσι και ο πρώην πρωθυπουργός εμφανίζεται ως ο απόλυτος ενορχηστρωτής της εσωκομματικής φθοράς. Η στάση του χαρακτηρίζεται από μια πρωτοφανή έλλειψη ηγετικής γενναιότητας. Αντί να βγει μπροστά με καθαρό πρόσωπο και να αναλάβει την ευθύνη της πολιτικής του κληρονομιάς, προτιμά να σιωπά επιδεικτικά, επιτρέποντας στους «λοχαγούς» του να αποδομούν το κόμμα που ο ίδιος κάποτε γιγάντωσε. Είναι ο αρχιτέκτονας μιας ελεγχόμενης κατεδάφισης, που θυσιάζει την ενότητα για να διασώσει τη δική του υστεροφημία.

Δίπλα του, ο Σωκράτης Φάμελλος ενσαρκώνει τον κλασικό, τραγικό ρόλο του «πειθήνιου εκτελεστή» των παρασκηνιακών εντολών, θυμίζοντας τους πολιτικούς που το 1965 δέχτηκαν να γίνουν τα όργανα μιας ξένης θέλησης. Ο Φάμελλος, υπό το πρόσχημα της «συνέπειας» και της «σοβαρότητας», αναλαμβάνει να φέρει εις πέρας τη βρώμικη δουλειά της εσωτερικής εξουδετέρωσης. Η δράση του είναι βαθιά αυτοκαταστροφική. Εμφανίζεται ως ο εγγυητής μιας δήθεν ομαλότητας, την ίδια στιγμή που με τις πράξεις και τις δηλώσεις του σιγοντάρει τον κατακερματισμό και την αποξένωση της βάσης. Είναι ο άνθρωπος που διαχειρίζεται τη διάλυση, νομίζοντας ότι διασώζει τους θεσμούς, ενώ στην πραγματικότητα απλώς διευκολύνει τη διολίσθηση του χώρου στην πολιτική ανυποληψία.

Η εικόνα της σύγχρονης αποστασίας συμπληρώνεται ιδανικά από την ομάδα των «πρόθυμων» βουλευτών του ΣΥΡΙΖΑ, οι οποίοι ολοκληρώνουν τον παραλληλισμό με τους αποστάτες του '65. Ενώ προηγουμένως είχαν δεσμευτεί δημόσια και με βαρύγδουπες δηλώσεις ότι θα παρέδιδαν τις έδρες τους σε περίπτωση διαφωνίας, τελικά επιλέγουν τον δρόμο της απλής ανεξαρτητοποίησης. Η υπαναχώρηση αυτή αποκαλύπτει τα πραγματικά τους κίνητρα: την αγωνιώδη προσπάθεια να μη χαθούν τα βουλευτικά προνόμια, η βουλευτική αποζημίωση και τα οφέλη του αξιώματος. Η πολιτική αξιοπρέπεια και οι δεσμεύσεις προς τους ψηφοφόρους θυσιάζονται στον βωμό της προσωπικής επιβίωσης, με αποτέλεσμα οι έδρες να κρατούνται ως «λάφυρα» μιας εσωκομματικής διαμάχης.

Αυτή η μεθοδολογία της εσωτερικής αποδόμησης και της ιδιοτελούς διάσπασης δεν αποτελεί ελληνικό προνόμιο, αλλά εγγράφεται στη διεθνή παθολογία της Αριστεράς. Ένα εξαιρετικά αντίστοιχο παράδειγμα συναντάμε στη Λατινική Αμερική και συγκεκριμένα στον Εκουαδόρ, με την περίπτωση του Λένιν Μορένο. Ο Μορένο εκλέχθηκε ως ο εκλεκτός διάδοχος του αριστερού ηγέτη Ραφαέλ Κορέα, υποσχόμενος τη συνέχεια της «Πολιτικής Επανάστασης». Ωστόσο, αμέσως μετά την εκλογή του, προχώρησε σε μια πλήρη ιδεολογική και πολιτική αποστασία. Στράφηκε με λύσσα εναντίον του ίδιου του κόμματος που τον ανέδειξε, συμμάχησε με τους παραδοσιακούς αντιπάλους του και χρησιμοποίησε τους κρατικούς θεσμούς για να διώξει ποινικά τους πρώην συντρόφους του. Η περίπτωση του Μορένο αποτελεί το απόλυτο σύμβολο της εσωτερικής προδοσίας και του καιροσκοπισμού στη Λατινική Αμερική, όπου η εξουσία χρησιμοποιήθηκε για την πλήρη κατεδάφιση της αριστερής κληρονομιάς.

Η σύγκριση αυτή αναδεικνύει την ευρύτερη κατάντια της σύγχρονης Αριστεράς, τόσο στην Ελλάδα όσο και διεθνώς. Ένας πολιτικός χώρος που κάποτε ευαγγελιζόταν τις μεγάλες κοινωνικές ανατροπές, τις αξίες, την ηθική της ευθύνης και την αλληλεγγύη, έχει καταντήσει ένα θλιβερό πεδίο προσωπικών φιλοδοξιών, παρασκηνιακών συναλλαγών και διατήρησης αξιωμάτων. Από τα χαρακώματα των κοινωνικών αγώνων, η Αριστερά έχει διολισθήσει σε έναν κυνικό αγώνα επιβίωσης για τις κρατικές επιχορηγήσεις, τις βουλευτικές έδρες και τα κυβερνητικά προνόμια.

Τα «Ιουλιανά» του ΣΥΡΙΖΑ δεν έχουν το μέγεθος των ιστορικών γεγονότων του 1965, έχουν όμως την ίδια πικρή γεύση της προδοσίας των προσδοκιών των πολιτών. Η ιστορία θα καταγράψει ότι η αριστερή παράταξη δεν ηττήθηκε από τους πολιτικούς της αντιπάλους, αλλά κατέρρευσε υπό το βάρος των δικών της συμβιβασμών, των προσωπικών στρατηγικών του Τσίπρα, της πρόθυμης διεκπεραίωσης στελεχών όπως ο Φάμελλος και του καιροσκοπισμού μιας ομάδας βουλευτών που προτίμησαν τα προνόμια από την πολιτική τους αξιοπιστία.

Γίνε ο ρεπόρτερ του CRETALIVE

Στείλε την είδηση