Το «δις εξαμαρτείν» της ελληνικής ξενοδοχίας
Στον ελληνικό τουρισμό έχουν γίνει επανειλημμένα λάθη, απροσεξίες, αλλά η ζήτηση των ελληνικών νησιών, της Κρήτης, της Ρόδου, της Κέρκυρας και πολύ περισσότερο της Σαντορίνης και της Μυκόνου είναι αυτή που ισορροπεί την επιπολαιότητα αυτή.
Λένε πως από τα λάθη μαθαίνουμε. Στην ελληνική ξενοδοχία, όμως, φαίνεται πως προτιμάμε να τα επαναλαμβάνουμε, όταν οι πληρότητες δείχνουν υψηλές. Το βασικό, όμως, ερώτημα είναι πόσες φορές μπορεί κανείς να κάνει το ίδιο λάθος και να το «βαφτίζει» στρατηγική ή επιτυχία; Ας είμαστε ρεαλιστές.
Στον ελληνικό τουρισμό έχουν γίνει επανειλημμένα λάθη, απροσεξίες, αλλά η ζήτηση των ελληνικών νησιών, της Κρήτης, της Ρόδου, της Κέρκυρας και πολύ περισσότερο της Σαντορίνης και της Μυκόνου είναι αυτή που ισορροπεί την επιπολαιότητα αυτή. Στο βάθος, όμως, το πρόβλημα παραμένει...
Όταν μιλάμε για τουρισμό, αναφερόμαστε τόσο στα all-inclusive και μη ξενοδοχεία όσο και στις παροχές ενός τόπου, τα οποία θα μπορέσουν να κάνουν το ταξίδι του επισκέπτη πιο ελκυστικό. Μόνο που οι επισκέπτες αναζητούν και προτιμούν να ξοδέψουν τα χρήματά τους στις πολυτελείς παροχές του ξενοδοχείου, το οποίο έχουν επιλέξει, ακυρώνοντας πολλές φορές τον ίδιο τον προορισμό. Με αυτόν τον τρόπο, οι ξένοι γνωρίζουν καλύτερα την κάθε γωνία του ξενοδοχείου και του δωματίου τους παρά τον τόπο και την παράδοση. Η ιστορία, όμως, της ελληνικής ξενοδοχίας ξεκίνησε και γράφτηκε χάρη στον ελληνικό πολιτισμό, που βρίσκεται έξω από τις εγκαταστάσεις.
Αυτή η πραγματικότητα αποτυπώνεται και στα τελευταία δεδομένα της ΕΛΣΤΑΤ, που δείχνουν πως ο τζίρος των επιχειρήσεων καταλύματος αυξήθηκε κατά 6,1%, την ώρα που η εστίαση μειώθηκε κατά 2,5%. Ωστόσο, η τουριστική αγορά δεν κινείται ενιαία, με τις επιδόσεις να διαφοροποιούνται σημαντικά ανά προορισμό. Παρά τις επιμέρους αποκλίσεις, η εικόνα αφορά στο σύνολο σχεδόν των βασικών τουριστικών Περιφερειών και νησιωτικών προορισμών της χώρας.
Το συμπέρασμα; Άδεια μαγαζιά, δυσαρεστημένοι μαγαζάτορες και μειωμένα έσοδα. Και αν υποθέσει κανείς πως υπάρχουν τουρίστες που έχουν διάθεση για εξερεύνηση, οι υποδομές του κάθε προορισμού δε βοηθούν. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η περίπτωση των Παξών, μέρος με απαράμιλλη φυσική ομορφιά, που θυμίζει εξωτικό νησί.
Το ιδανικό σημείο για slow living. Μόνο που, αν υποθέσουμε πως θέλει κανείς να κυκλοφορήσει στο νησί χωρίς κάποιο yacht ή φουσκωτό αλλά με το αμάξι του, οι δρόμοι είναι τόσο στενοί που το αυτοκίνητο ζητάει συγγνώμη, για να στρίψει. Και αν έχει κανείς την ατυχία να διασταυρωθεί με άλλο όχημα σε περιφερειακό δρόμο του νησιού που οδηγεί στα χωριά τότε η όπισθεν είναι η μόνη λύση.
Αυτή η δυσκολία δεν ισχύει μόνο στους Παξούς, αλλά και στα περισσότερα κυκλαδονήσια. Γι΄ αυτό οι τουρίστες έχουν μία αδυναμία στις γουρούνες και τα δίκυκλα. Η περίπτωση της Κρήτης, ωστόσο, δε διαφέρει και πολύ. Σε αρκετά σημεία, που θεωρούνται δημοφιλή, το οδικό δίκτυο πάσχει, με αποτέλεσμα η μετακίνηση στις περιόδους υψηλής ζήτησης να θεωρείται πραγματική δοκιμασία. Παράλληλα, τους θερινούς μήνες ο προορισμός καλείται να διαχειριστεί και τα απόβλητα που αφήνουν πίσω οι τουρίστες που δημιουργεί ένα αποκρουστικό θέαμα.
Μετά από όλα αυτά, ίσως το πραγματικό στοίχημα του τουρισμού να μην είναι αν θα γεμίσουν τα ξενοδοχεία, γιατί εκείνα ήδη έχουν βρει τη συνταγή και το κάνουν, αλλά πώς θα μπορέσουν να γεμίσουν τα εστιατόρια, τα μικρά καταστήματα και οι τοπικές επιχειρήσεις. Με απλά λόγια, ο τουρισμός μπορεί να φέρει εκατομμύρια ανθρώπους σε ένα τόπο, αλλά χωρίς σχέδιο μπορεί να διώξει τους ίδιους τους ανθρώπους που το κατοικούν.
Το «δις εξαμαρτείν» δεν είναι πια ένα σχήμα λόγου, ένα αρχαίο ρητό. Είναι μία ρεαλιστική προειδοποίηση. Και αυτή τη φορά δεν αφορά μόνο στα ξενοδοχεία. Αφορά σε ολόκληρο το ελληνικό τουριστικό μοντέλο.
Φωτογραφία αρχείου
- «Εις μνήμην επιφανούς ανδρός»
- Ξεπερνώντας το Summer Slide: Επιστροφή στα θρανία χωρίς άγχος
- Κουνγκ Φου: Ένα από τα πιο ασφαλή αθλήματα για τα παιδιά




