PISA 2025: Η επόμενη μάχη της εκπαίδευσης είναι η ποιότητα της μάθησης

Το Πανεπιστήμιο Κρήτης μπορεί να μετατρέψει τις αδυναμίες που καταγράφονται σήμερα σε ένα νέο πεδίο εκπαιδευτικής έρευνας και καινοτομίας.

Γράφουν οι:

Αριστέα (Άρια) Μαυρογιάννη, Μεταδιδακτορική Ερευνήτρια, ΠΤΔΕ, Παν. Κρήτης & Φιλόλογος 2ου ΓΕΛ Ηρακλείου
Ελένη Βασιλάκη, Καθηγήτρια Ψυχολογίας, ΠΤΔΕ, Παν. Κρήτης

 


 Τα αποτελέσματα της έρευνας PISA 2025 δεν προσφέρονται ούτε για πανηγυρισμούς ούτε για έναν ακόμη γύρο εύκολης καταστροφολογίας γύρω από το ελληνικό σχολείο. Προσφέρονται, όμως, για κάτι πολύ πιο χρήσιμο: να δούμε με μεγαλύτερη ακρίβεια τι είδους μαθητές θέλουμε να διαμορφώνει το σχολείο σε μια εποχή στην οποία η γνώση, η τεχνολογία και η Τεχνητή Νοημοσύνη αλλάζουν με πρωτοφανή ταχύτητα.

Η εικόνα για την Ελλάδα παραμένει ανησυχητική. Οι δεκαπεντάχρονοι μαθητές βρίσκονται κάτω από τον μέσο όρο του ΟΟΣΑ στις Φυσικές Επιστήμες, στα Μαθηματικά και στην Κατανόηση Κειμένου. Μόλις το 59% φτάνει τουλάχιστον στο βασικό επίπεδο επάρκειας στις Φυσικές Επιστήμες, έναντι 74% στον ΟΟΣΑ. Στα Μαθηματικά το αντίστοιχο ποσοστό είναι 50%, έναντι 65%, και στην Κατανόηση Κειμένου 56%, έναντι 69%.

Αν, όμως, σταθούμε μόνο στις βαθμολογίες, χάνουμε ίσως το σημαντικότερο μήνυμα της έρευνας. Οι δυσκολίες δεν αφορούν μόνο το τι γνωρίζουν οι μαθητές. Αφορούν ολοένα περισσότερο το πώς μαθαίνουν, πόσο επιμένουν όταν μια εργασία γίνεται απαιτητική, αν μπορούν να θέσουν στόχους, να αναζητήσουν βοήθεια και να προσαρμόσουν τον τρόπο με τον οποίο προσεγγίζουν ένα πρόβλημα.

Η μετατόπιση αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία. Για πολλά χρόνια η συζήτηση γύρω από την εκπαίδευση οργανώθηκε κυρίως γύρω από την ύλη, τις εξετάσεις, τα προγράμματα σπουδών και τις ώρες διδασκαλίας. Όλα αυτά ασφαλώς έχουν τη θέση τους. Δεν αρκούν, όμως, για να εξηγήσουν γιατί δύο μαθητές που διδάσκονται το ίδιο περιεχόμενο μπορεί να ακολουθούν εντελώς διαφορετικές μαθησιακές διαδρομές.

Ο ένας μπορεί να αντιλαμβάνεται πότε δεν κατανοεί, να αλλάζει στρατηγική, να ελέγχει την πληροφορία και να ζητά βοήθεια όταν τη χρειάζεται. Ο άλλος μπορεί να συνεχίζει μηχανικά, χωρίς να διαθέτει τα εργαλεία για να παρακολουθήσει και να ρυθμίσει τη δική του μάθηση. Η αυτορρύθμιση και η μεταγνώση δεν είναι, επομένως, περιφερειακές δεξιότητες. Αποτελούν βασικούς μηχανισμούς μέσω των οποίων ο μαθητής μαθαίνει να έχει μεγαλύτερο έλεγχο της ίδιας του της μάθησης.

Η Τεχνητή Νοημοσύνη δεν είναι από μόνη της η λύση

Στο νέο αυτό τοπίο η Τεχνητή Νοημοσύνη προσθέτει μια ακόμη διάσταση. Τα εργαλεία ΤΝ έχουν ήδη ενταχθεί στην καθημερινότητα πολλών μαθητών, καθώς χρησιμοποιούνται για αναζήτηση πληροφοριών, περίληψη κειμένων, παραγωγή γραπτού λόγου, επίλυση προβλημάτων ή υποστήριξη της μελέτης. Η παρουσία τους δεν αποτελεί πλέον ένα υποθετικό ενδεχόμενο για το σχολείο. Είναι μια πραγματικότητα.

Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι η χρήση τους οδηγεί αυτομάτως σε καλύτερη μάθηση. Η εκπαιδευτική αξία της ΤΝ εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από το τι κάνει ο μαθητής με την απάντηση που παίρνει. Την αποδέχεται χωρίς δεύτερη σκέψη ή την ελέγχει; Τη συγκρίνει με άλλες πληροφορίες; Μπορεί να αναγνωρίσει πιθανές ανακρίβειες; Γνωρίζει πότε πρέπει να εμπιστευθεί μια απάντηση και πότε να την αμφισβητήσει;

Αυτό αλλάζει και το βασικό ερώτημα που τίθεται για το σχολείο. Το δίλημμα δεν μπορεί να είναι απλώς αν θα επιτρέψουμε ή θα απαγορεύσουμε την Τεχνητή Νοημοσύνη. Η ουσιαστική πρόκληση είναι διαφορετική. Πώς εκπαιδεύουμε έναν μαθητή ώστε να χρησιμοποιεί την ΤΝ χωρίς να εκχωρεί σε αυτήν τη σκέψη του;

Εδώ συναντώνται ερευνητικές περιοχές που μέχρι πριν από λίγα χρόνια συζητούνταν συχνά χωριστά. Ο γραμματισμός στην Τεχνητή Νοημοσύνη συνδέεται με τη μεταγνώση και την αυτορρύθμιση, η τεχνολογική επάρκεια με την Ηθική Κρίση, η αποτελεσματική χρήση ενός συστήματος με την ικανότητα του μαθητή να βαθμονομεί την εμπιστοσύνη του σε αυτό. Η γνωστική ευελιξία γίνεται επίσης κρίσιμη. Ο μαθητής χρειάζεται να μπορεί να εξετάζει εναλλακτικές ερμηνείες, να αλλάζει οπτική όταν προκύπτουν νέα δεδομένα και να μην εγκλωβίζεται στην πρώτη απάντηση που του προσφέρεται.

Στην ίδια συζήτηση πρέπει να ενταχθούν και οι συναισθηματικές διεργασίες που συνοδεύουν τη μάθηση. Η αυτοπεποίθηση, το άγχος, η επιμονή απέναντι στη δυσκολία και η ανοχή στην αβεβαιότητα επηρεάζουν τον τρόπο με τον οποίο χρησιμοποιείται ένα ψηφιακό εργαλείο. Όταν μια άμεση απάντηση είναι πάντοτε διαθέσιμη, η επιλογή να παραμείνει κανείς σε ένα δύσκολο πρόβλημα και να προσπαθήσει περισσότερο αποκτά ακόμη μεγαλύτερη εκπαιδευτική σημασία.

Το πρόβλημα δεν είναι μόνο οι οθόνες

Η συζήτηση για την τεχνολογία στο σχολείο συχνά περιορίζεται στον αριθμό των συσκευών, στις ψηφιακές υποδομές ή στην πρόσβαση σε εφαρμογές. Το πραγματικό ζήτημα, όμως, είναι πολύ πιο σύνθετο. Η τεχνολογία μπορεί να υποστηρίξει τη μάθηση, αλλά μπορεί και να κατακερματίσει την προσοχή, να αυξήσει τις απαιτήσεις επεξεργασίας της πληροφορίας και να δημιουργήσει την ψευδαίσθηση ότι κάτι έχει γίνει κατανοητό επειδή παρουσιάστηκε με εύκολο ή εντυπωσιακό τρόπο.

Γι’ αυτό αποκτά ιδιαίτερη σημασία η έρευνα για το Γνωστικό Φορτίο, την πολυμεσική μάθηση και τα διαδραστικά μαθησιακά περιβάλλοντα. Το ερώτημα δεν είναι αν θα χρησιμοποιηθεί η τεχνολογία αλλά πώς θα σχεδιαστεί η μαθησιακή εμπειρία γύρω από αυτήν. Πότε μια ψηφιακή εφαρμογή διευκολύνει την επεξεργασία της πληροφορίας και πότε την υπερφορτώνει, πότε η ΤΝ λειτουργεί ως γνωστικό στήριγμα και πότε γίνεται υποκατάστατο της σκέψης, πώς οργανώνονται δραστηριότητες στις οποίες ο μαθητής εξακολουθεί να συγκρίνει, να επιχειρηματολογεί, να αναστοχάζεται και να αποφασίζει.

Η ποιότητα της χρήσης είναι τελικά σημαντικότερη από την ποσότητα της τεχνολογίας. Ένα καλά σχεδιασμένο ψηφιακό περιβάλλον μπορεί να υποστηρίζει την κατανόηση και να προσφέρει κατάλληλη ανατροφοδότηση. Ένα κακοσχεδιασμένο μπορεί να προσθέτει πληροφορίες χωρίς να προσθέτει μάθηση.

Αυτό σημαίνει ότι το ελληνικό σχολείο δεν χρειάζεται απλώς περισσότερες συσκευές. Χρειάζεται επιστημονικά σχεδιασμένα μαθησιακά περιβάλλοντα που αξιοποιούν την τεχνολογία χωρίς να αποδυναμώνουν τη γνωστική προσπάθεια του μαθητή.

Ο εκπαιδευτικός παραμένει στο κέντρο

Η συζήτηση αυτή οδηγεί αναπόφευκτα και στον ρόλο του εκπαιδευτικού. Η απάντηση στις αδυναμίες που καταγράφονται δεν μπορεί να είναι η απόδοση ευθυνών στους ανθρώπους της τάξης ούτε η απαίτηση να προσαρμοστούν μόνοι τους σε μια τεχνολογική αλλαγή που εξελίσσεται με εξαιρετική ταχύτητα.

Χρειάζεται μια νέα γενιά ερευνητικά τεκμηριωμένης επιμόρφωσης. Ο εκπαιδευτικός δεν χρειάζεται απλώς να μάθει ποια εργαλεία ΤΝ υπάρχουν ή πώς συντάσσεται μια αποτελεσματική εντολή προς ένα σύστημα. Χρειάζεται να γνωρίζει πώς σχεδιάζεται μια δραστηριότητα που προκαλεί πραγματική γνωστική ενεργοποίηση, πώς ρυθμίζεται το Γνωστικό Φορτίο, πώς ενεργοποιούνται μεταγνωστικές στρατηγικές, πώς ενισχύεται η μαθητική εμπλοκή και πώς αξιολογείται όχι μόνο το τελικό προϊόν αλλά και η διαδικασία σκέψης που οδήγησε σε αυτό.

Αυτή ίσως είναι μία από τις μεγαλύτερες προκλήσεις της επόμενης περιόδου. Η τεχνολογία εξελίσσεται πολύ γρηγορότερα από τους θεσμούς και τα προγράμματα σπουδών. Ο εκπαιδευτικός, όμως, εξακολουθεί να είναι εκείνος που πρέπει να αποφασίσει πότε ένα εργαλείο έχει πραγματική παιδαγωγική αξία και πότε απλώς κάνει μια δραστηριότητα ευκολότερη χωρίς να την κάνει καλύτερη.

Η Κρήτη ως ζωντανό εργαστήριο εκπαιδευτικής καινοτομίας

Σε αυτό το σημείο το Πανεπιστήμιο Κρήτης μπορεί να αναλάβει έναν ουσιαστικό ρόλο. Στο Ίδρυμα αναπτύσσονται ήδη επιστημονικές κατευθύνσεις που συνομιλούν άμεσα με τα ζητήματα που θέτει σήμερα η έρευνα PISA: μεταγνωστικές στρατηγικές και αυτορρύθμιση, Γνωστικό Φορτίο, πολυμεσική μάθηση και διαδραστικά μαθησιακά περιβάλλοντα, συναισθηματική ρύθμιση, γνωστική ευελιξία, γραμματισμός στην Τεχνητή Νοημοσύνη, αξιολόγηση της πληροφορίας, εμπιστοσύνη στα συστήματα ΤΝ και Ηθική Κρίση.

Η πραγματική ευκαιρία βρίσκεται στη σύνδεση αυτών των ερευνητικών κατευθύνσεων με το ίδιο το σχολείο. Το Πανεπιστήμιο Κρήτης έχει τη δυνατότητα να μετατρέψει την Κρήτη σε ένα ζωντανό εργαστήριο εκπαιδευτικής καινοτομίας, συνδέοντας ερευνητές, εκπαιδευτικούς και σχολεία.

Η συνεργασία των Παιδαγωγικών Τμημάτων, της Ψυχολογίας και της Επιστήμης Υπολογιστών με σχολικές μονάδες του νησιού μπορεί να δημιουργήσει ένα σταθερό πεδίο σχεδιασμού, εφαρμογής και αξιολόγησης νέων διδακτικών προσεγγίσεων μέσα σε πραγματικές τάξεις. Ένα τέτοιο εγχείρημα δεν χρειάζεται να ξεκινήσει ως μια μεγάλη και δύσκαμπτη δομή. Μπορεί να αρχίσει από συγκεκριμένες συνεργασίες, πιλοτικές παρεμβάσεις και κοινά ερευνητικά ερωτήματα που προκύπτουν από τις πραγματικές ανάγκες των σχολείων.

Έτσι η έρευνα δεν θα περιορίζεται στην καταγραφή των προβλημάτων ή στη μέτρηση των επιδόσεων. Θα μπορεί να εξετάζει στην πράξη ποιες παρεμβάσεις ενισχύουν τη μαθητική εμπλοκή, την επιμονή και την αυτορρύθμιση, πώς διαφορετικές μορφές χρήσης της ΤΝ επηρεάζουν το Γνωστικό Φορτίο, πώς καλλιεργείται η κριτική αξιολόγηση της πληροφορίας και κάτω από ποιες προϋποθέσεις η τεχνολογία ενισχύει τη γνωστική ευελιξία και την ανεξάρτητη κρίση.

Ακόμη σημαντικότερο είναι ότι τα αποτελέσματα αυτής της έρευνας μπορούν να επιστρέφουν στο σχολείο. Όχι μόνο με τη μορφή επιστημονικών δημοσιεύσεων αλλά μέσα από διδακτικές πρακτικές, εργαλεία αξιολόγησης, προγράμματα παρέμβασης και επιμόρφωση εκπαιδευτικών. Η σχέση πανεπιστημίου και σχολείου μπορεί έτσι να γίνει αμφίδρομη: το σχολείο να τροφοδοτεί την έρευνα με πραγματικά ερωτήματα και η έρευνα να επιστρέφει στο σχολείο με λύσεις που έχουν ήδη δοκιμαστεί και αξιολογηθεί.

Αυτό θα επέτρεπε να περάσουμε από τη μέτρηση στην παρέμβαση. Να μη διαπιστώνουμε απλώς ποιες δεξιότητες υπολείπονται αλλά να εξετάζουμε πώς μπορούν να καλλιεργηθούν. Να μη συζητούμε μόνο για τον γραμματισμό στην ΤΝ αλλά να δοκιμάζουμε τρόπους με τους οποίους μπορεί να αναπτυχθεί. Να μη μιλάμε γενικά για μαθητική εμπλοκή και γνωστική ενεργοποίηση αλλά να ερευνούμε ποιες συγκεκριμένες μορφές διδασκαλίας τις ενισχύουν.

Από το «πόσο ξέρει» στο «πώς μαθαίνει»

Η PISA 2025 μάς δείχνει πού βρίσκεται το πρόβλημα. Δεν χρειάζεται να περιμένουμε την PISA 2028 για να αρχίσουμε να το αντιμετωπίζουμε.

Η πρόκληση για το σχολείο δεν είναι να βάλει περισσότερη τεχνολογία στην τάξη. Είναι να μάθει στα παιδιά να σκέφτονται, να επιμένουν, να ελέγχουν, να αμφισβητούν και να μαθαίνουν καλύτερα μέσα σε έναν κόσμο όπου η τεχνολογία θα είναι παντού.

Να μπορούν να χρησιμοποιούν την Τεχνητή Νοημοσύνη χωρίς να παραδίδουν σε αυτήν την κρίση τους. Να αναγνωρίζουν πότε δεν καταλαβαίνουν, να αλλάζουν στρατηγική όταν η πρώτη δεν αποδίδει, να ελέγχουν μια πληροφορία πριν την υιοθετήσουν και να διατηρούν την περιέργεια και την επιμονή τους όταν η εύκολη απάντηση βρίσκεται ένα κλικ μακριά.

Και εδώ το Πανεπιστήμιο Κρήτης μπορεί να έχει ουσιαστικό ρόλο: να συνδέσει την έρευνα με το σχολείο και τη γνώση για το πώς λειτουργεί ο ανθρώπινος νους με τη γνώση για το πώς πρέπει να σχεδιάζουμε και να χρησιμοποιούμε υπεύθυνα την τεχνολογία.

Γίνε ο ρεπόρτερ του CRETALIVE

Στείλε την είδηση