Μπορείς να αποκλείσεις ένα κόμμα. Όχι τους λόγους που το ψηφίζουν
Όταν ένα κόμμα ψηφίζεται κυρίως από δυσαρεστημένους, μπορεί να λειτουργεί ως όχημα τιμωρίας του συστήματος. Όταν όμως αρχίζει να πείθει και πολίτες χωρίς άμεση οικονομική απόγνωση ότι μπορεί να διαχειριστεί καλύτερα την οικονομία, την εκπαίδευση ή το κράτος, η ψήφος μετατρέπεται σταδιακά από διαμαρτυρία σε πολιτική ανάθεση
Η νίκη της AfD στη Σαξονία-Άνχαλτ δεν είναι απλώς ακόμη ένα επεισόδιο στην άνοδο της ευρωπαϊκής ακροδεξιάς. Είναι ένα δύσκολο ερώτημα για τη δημοκρατία και τα όρια της θεσμικής άμυνας όταν η πολιτική ζήτηση απέναντί της διευρύνεται.
Με 43,8%, έναντι 17,2% της CDU, η AfD υπερδιπλασίασε τη δύναμή της σε σχέση με το 2021, ενώ η συμμετοχή ανέβηκε στο 77,8%. Μία εβδομάδα αργότερα, πανεθνική μέτρηση της INSA την εμφανίζει στο 29%, εννέα μονάδες μπροστά από CDU/CSU. Το φαινόμενο δεν περιορίζεται εύκολα στην «ιδιαιτερότητα της Ανατολής».
Ακόμη σημαντικότερο είναι ότι η AfD δεν εμφανίζεται πλέον μόνο ως κόμμα διαμαρτυρίας. Ενισχύεται στις νεότερες και παραγωγικές ηλικίες, στους εργαζομένους, αλλά και μεταξύ πολιτών που δηλώνουν ικανοποιημένοι από την οικονομική τους κατάσταση. Κινητοποίησε επίσης προηγούμενους απέχοντες.
Όταν ένα κόμμα ψηφίζεται κυρίως από δυσαρεστημένους, μπορεί να λειτουργεί ως όχημα τιμωρίας του συστήματος. Όταν όμως αρχίζει να πείθει και πολίτες χωρίς άμεση οικονομική απόγνωση ότι μπορεί να διαχειριστεί καλύτερα την οικονομία, την εκπαίδευση ή το κράτος, η ψήφος μετατρέπεται σταδιακά από διαμαρτυρία σε πολιτική ανάθεση.
Εδώ βρίσκεται και το όριο του γερμανικού Brandmauer, του «τείχους προστασίας» απέναντι στην AfD. Θεσμικά, μπορεί να λειτουργεί: κανένα κόμμα χωρίς κοινοβουλευτική πλειοψηφία δεν αποκτά αυτομάτως δικαίωμα διακυβέρνησης και τα υπόλοιπα κόμματα δικαιούνται να αρνηθούν συνεργασία. Η δημοκρατία οφείλει να προστατεύει τους θεσμούς της.
Πολιτικά όμως, το τείχος δεν εξαφάνισε τη ζήτηση. Η AfD όχι μόνο δεν συρρικνώθηκε, αλλά διεύρυνε την επιρροή της. Και όταν ο θεσμικός αποκλεισμός μετατρέπεται σε κοινωνικό στιγματισμό, μπορεί να ενισχύσει το αφήγημα ότι απέναντι σε ένα κόμμα βρίσκεται ολόκληρο το «σύστημα».
Η γερμανική συζήτηση αποκτά αναπόφευκτα ιστορικό βάθος. Η μνήμη της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης εξηγεί γιατί η Γερμανία αντιμετωπίζει με ιδιαίτερη καχυποψία δυνάμεις που αμφισβητούν βασικούς κανόνες της φιλελεύθερης δημοκρατίας. Η αναλογία όμως έχει όρια. Η σημερινή Ευρώπη δεν είναι η Γερμανία του Μεσοπολέμου: διαθέτει ισχυρότερους θεσμούς και βαθύτερες δημοκρατικές ρίζες.
Το ουσιαστικό μάθημα της Βαϊμάρης βρίσκεται αλλού: οι δημοκρατίες οφείλουν να αναγνωρίζουν τις πολιτικές μεταβολές πριν αποκτήσουν μη αναστρέψιμη δυναμική. Δεν αρκεί να προστατεύουν τους θεσμούς τους· πρέπει να διατηρούν και την εμπιστοσύνη των πολιτών σε αυτούς.
Και εδώ υπάρχει το ελληνικό παράλληλο — όχι νομικό ούτε ιστορικό. Στην Ελλάδα υπάρχει μεγαλύτερη συνέχεια στη ζήτηση για πολιτικές δυνάμεις δεξιότερα της παραδοσιακής Κεντροδεξιάς, με διαφορετικό βαθμό ριζοσπαστισμού και αντισυστημικότητας, απ’ ό,τι στα ίδια τα κόμματα που επιχειρούν να την εκφράσουν. Χρυσή Αυγή, Ελληνική Λύση, Νίκη, Σπαρτιάτες, Φωνή Λογικής: τα οχήματα αλλάζουν, μέρος όμως του κοινού παραμένει και αναζητεί τον επόμενο υποδοχέα.
Η επικείμενη αποφυλάκιση του Ηλία Κασιδιάρη δεν σημαίνει επιστροφή του ως υποψηφίου. Όπως επισημαίνει ο συνταγματολόγος Ξενοφών Κοντιάδης, με βάση την ισχύουσα νομοθεσία και τη σχετική νομολογία, υποψηφιότητά του ή συμμετοχή του στην ηγεσία κόμματος δεν είναι επιτρεπτή πριν από το 2033. Το ουσιαστικό είναι άλλο: οι αντιλήψεις που εκπροσωπεί έχουν κοινωνική απήχηση και το πολιτικό σύστημα οφείλει να εξετάσει τα αίτια.
Το ελληνικό ερώτημα δεν είναι αν θα επιστρέψει ένα συγκεκριμένο πρόσωπο, αλλά αν μια κατακερματισμένη πολιτική ζήτηση μπορεί κάποτε να βρει σταθερό κόμμα, οργάνωση, ταυτότητα και γενεακή συνέχεια.
Η Ελλάδα δεν χρειάζεται να αναζητά στο μέλλον την επανάληψη του γερμανικού παρελθόντος. Χρειάζεται να παρατηρεί το ευρωπαϊκό μέλλον που ήδη διαμορφώνεται.
Και η ανάκτηση της εμπιστοσύνης δεν αφορά μόνο τα κόμματα. Πανεπιστήμια και think tanks χρειάζεται να αξιολογούν ανεξάρτητα τις δημόσιες πολιτικές, τα μέσα ενημέρωσης να εξετάζουν περισσότερο αν μια εξαγγελία είναι εφαρμόσιμη και λιγότερο ποιος «κέρδισε» την ημέρα, ενώ κοινωνικοί εταίροι, επαγγελματικοί φορείς και κοινωνία των πολιτών πρέπει να συμμετέχουν ουσιαστικότερα στην αξιολόγηση των αποτελεσμάτων.
Δεν θα εξαφανιστεί έτσι ο εξτρεμισμός. Μπορεί όμως να περιοριστεί το ισχυρότερο καύσιμό του: η πεποίθηση ότι τα πραγματικά προβλήματα δεν λύνονται, ότι κανείς δεν ακούει και ότι όλοι τελικά είναι ίδιοι.
Η ανθεκτικότητα της φιλελεύθερης δημοκρατίας δεν κρίνεται μόνο στην ικανότητά της να βάζει όρια σε όσους την απειλούν. Κρίνεται και στην ικανότητά της να πείθει, με αποτελέσματα και όχι με διακηρύξεις, ότι οι θεσμοί της μπορούν ακόμη να κάνουν τη ζωή των πολιτών καλύτερη.
Γιατί μπορείς να αποκλείσεις ένα κόμμα. Δεν μπορείς να αποκλείσεις τους λόγους που το ψηφίζουν.
* Ο Γιάννης Σ. Καλαντζάκης είναι συνιδρυτής της Urban Policy Lab ΑΜΚΕ και ιδρυτής της OLYSIS. Είναι εμπειρογνώμων πολιτικών υγείας, cDPO και Lead Verifier κατά EU ETS, ISO 14064-1 και ISO 14064-2. #IOwnMyHealthData #OwnYourCity
- ΟΦΗ: Ένας θωρακισμένος οργανισμός
- Πού το πάει ο φετινός ΟΦΗ;
- Μόνο δώρο σ’ αυτή την υπερομάδα… ένα γεμάτο Παγκρήτιο την Πέμπτη!



