ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ
«Αιμορραγία» 17 δις στο Χρηματιστήριο Αθηνών, λόγω του πολέμου
Ο βασικός χρηματιστηριακός δείκτης καταγράφει απώλειες 11,12%
Στα 17 δισ. ευρώ διαμορφώνεται το «κόστος» των πολεμικών συγκρούσεων για την εγχώρια χρηματιστηριακή αγορά, καθώς η συνολική κεφαλαιοποίηση της αγοράς υποχωρεί στα 140,061 δισ. ευρώ, από 157,126 δισ. ευρώ που ήταν πριν τον πόλεμο.
Την ίδια ώρα ο βασικός χρηματιστηριακός δείκτης καταγράφει απώλειες 11,12%, ενώ ο τραπεζικός δείκτης καταγράφει απώλειες 14,16% από την έναρξη των πολεμικών επιχειρήσεων.
Οι αγορές και η εγχώρια αγορά φαίνεται να έχουν περάσει από την τιμολόγηση των γεγονότων στην τιμολόγηση της διάρκειάς τους και, μέχρι στιγμής, η εικόνα δεν προδιαγράφει ιδιαίτερα θετικές εξελίξεις ως προς τον χρονικό ορίζοντα λήξης των εχθροπραξιών, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για τις επιπτώσεις στην εφοδιαστική αλυσίδα, το ενεργειακό κόστος και τον πληθωρισμό.
Το πετρέλαιο έχει ήδη ενσωματώσει φόβο και οι μετοχές έχουν διορθώσει σημαντικά από τα πρόσφατα ιστορικά υψηλά, χωρίς όμως τεχνικά να έχουν περάσει σε φάση bear market.
Η πτώση του Γενικού Δείκτη από τις αρχές του πολέμου αντανακλά απομόχλευση θέσεων και όχι θεμελιώδη επανατιμολόγηση, ανοίγοντας ευκαιρίες σταδιακής επανατοποθέτησης, εκτιμά η Eurobank Equities.
Oι εταιρείες τουρισμού δέχονται τις εντονότερες πιέσεις, λόγω άμεσης έκθεσης σε κόστος καυσίμων και κινδύνου ελαστικότητας ζήτησης στον τουρισμό. Οι τράπεζες κερδίζουν από τα υψηλότερα έσοδα τόκων αλλά πιέζονται από αυξημένο κόστος κινδύνου λόγω της μακροοικονομικής αβεβαιότητας.
Η διάρκεια της σύγκρουσης θα καθορίσει άμεσα τον αντίκτυπο που θα έχει στο Χ.Α. Αυτό αναφέρει σε σχετική της έκθεση η Axia-Alpha Finance, η οποία επισημαίνει ότι η επίδραση που έχει ο πόλεμος στο Χ.Α είναι, προς το παρόν, περιορισμένη.
Η Ελλάδα παραμένει καθαρός εισαγωγέας ενεργειακών αγαθών, γεγονός που σημαίνει ότι κάθε αύξηση στις τιμές πετρελαίου και φυσικού αερίου επιβαρύνει το εμπορικό ισοζύγιο και περιορίζει την αναπτυξιακή δυναμική. Σύμφωνα με την Optima Research, για κάθε αύξηση της τιμής του πετρελαίου κατά 10 δολάρια ανά βαρέλι, το ελληνικό ΑΕΠ επηρεάζεται αρνητικά κατά 0,15%.
Η Bank of America συμπεριλαμβάνει το Χρηματιστήριο Αθηνών στις πιο ελκυστικές αγορές της περιοχής EEMEA (Ανατολική Ευρώπη, Μέση Ανατολή και Αφρική). Επισημαίνει ότι οι ελληνικές μετοχές συνεχίζουν να προσφέρουν ισχυρό συνδυασμό αποτιμήσεων, μερισματικών αποδόσεων και προοπτικών κερδοφορίας. Ωστόσο, η κλιμάκωση της γεωπολιτικής έντασης στη Μέση Ανατολή δημιουργεί έναν νέο παράγοντα αβεβαιότητας που θα μπορούσε να επηρεάσει τη διάθεση για ρίσκο των επενδυτών διεθνώς.
Από την πλευρά της, εν μέσω των γεωπολιτικών συγκρούσεων, η JP Morgan υποβαθμίζει το ελληνικό χρηματιστήριο από "overweight" σε "neutral", καθώς οι ελληνικές μετοχές και κυρίως οι τράπεζες είναι ιδιαίτερα δημοφιλείς στα χαρτοφυλάκια διεθνών επενδυτών, εντείνοντας τον κίνδυνο απότομων εκροών κεφαλαίων σε περιόδους αναταραχής.
Η ελληνική οικονομία
Η διάρκεια και η ένταση της σύγκρουσης των ΗΠΑ και του Ισραήλ με το Ιράν θα καθορίσουν και τις συνέπειες για την πορεία των αγορών και για την οικονομία της Ευρωπαϊκής Ένωσης και κατά συνέπεια και της Ελλάδας. Οι διεθνείς οίκοι με εκθέσεις τους εκτιμούν ότι η ελληνική οικονομία παρουσιάζεται ανθεκτική παρά τις γεωπολιτικές πιέσεις τουλάχιστον αυτή τη στιγμή.
Η Fitch αναφέρει ότι η ελληνική οικονομία να εμφανίζει ισχυρότερες άμυνες σε σχέση με την Ευρωζώνη και «βλέπει» ρυθμό ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας 2,1% το 2026-2027. Η ελληνική οικονομία είναι ανθεκτική και θωρακισμένη σε ένα ενεργειακό σοκ, σημειώνει η Goldman Sachs.
Η δυναμική ανάπτυξης στην Ελλάδα παραμένει ισχυρή και η εμπειρία τής ενεργειακής κρίσης του 2022 υποδηλώνει ότι η ελληνική οικονομία είναι σχετικά λιγότερο εκτεθειμένη σε κρίσεις τιμών ενέργειας από ό,τι οι περισσότερες χώρες της ευρωζώνης, τονίζει. Επιπλέον, δεδομένης της τρέχουσας προσεκτικής δημοσιονομικής στάσης, η ελληνική κυβέρνηση διαθέτει δημοσιονομικό χώρο για να χρηματοδοτήσει μέτρα που θα μπορούσαν να αντισταθμίσουν μέρος των οικονομικών επιπτώσεων του σοκ.
Αμετάβλητη διατηρεί η DBRS την εκτίμησή της για την ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας το 2026 στο 2%, παρά την αυξημένη γεωπολιτική αβεβαιότητα, προχωρώντας ωστόσο σε οριακή αναθεώρηση προς τα κάτω για το 2027 στο 1,8%.
