Από τον Jean Gouzi*
Την περασμένη εβδομάδα, οι τοίχοι του Πολιτιστικού και Συνεδριακού Κέντρου Ηρακλείου (ΠΣΚΗ) σείστηκαν, συγκλονισμένοι από έναν κυματισμό ανησυχιών και προβληματισμών που αντήχησε δυνατά στον αέρα της πόλης και έκανε τις καρδιές να πάλλονται έντονα. Η τηλεδιάσκεψη του νυν Καλλιτεχνικού Διευθυντή της Εθνικής Λυρικής Σκηνής (ΕΛΣ), Γεωργίου Κουμεντάκη, με τον Δήμαρχο Ηρακλείου, Αλέξη Καλοκαιρινό, παρουσία της Αντιδημάρχου Πολιτισμού, Ρένας Παπαδάκη, προκάλεσε πράγματι πληθώρα σχολίων και φημών σχετικά με μια ενδεχόμενη οικειοποίηση του Πολιτιστικού Κέντρου από τον αθηναϊκό οργανισμό, καθώς και με την πιθανή αντικατάσταση του νυν Καλλιτεχνικού του Διευθυντή, μαέστρου Μύρωνα Μιχαηλίδη, ο οποίος ενημερώθηκε για τις σχετικές συζητήσεις μόνον εκ των υστέρων, μέσω των δελτίων Τύπου, μετά την ολοκλήρωση της συνάντησης.
Στο πλαίσιο αυτό, ο ανεξάρτητος δημοτικός σύμβουλος Γιώργος Βλαχάκης κατέθεσε άμεσα σχετική ερώτηση στο Δημοτικό Συμβούλιο, ζητώντας διευκρινίσεις από τη δημοτική αρχή. Από την πλευρά της, η Ρένα Παπαδάκη υπενθύμισε στον πρώην Αντιδήμαρχο, με δημόσια δήλωση στήριξης, ότι η θέση του κ. Μιχαηλίδη παραμένει αμετάβλητη, διευκρινίζοντας παράλληλα ότι ουδεμία απαξίωση αφορά το πρόσωπο του Καλλιτεχνικού Διευθυντή του Πολιτιστικού και Συνεδριακού Κέντρου (βλ. Cretalive, 9 Φεβρουαρίου). Αξίζει επίσης να επισημανθεί ότι το αρχικό δελτίο Τύπου έκανε ρητή αναφορά σε πιθανή συμμετοχή της ΕΛΣ περιορισμένη στο Φεστιβάλ των Τειχών του Δήμου Ηρακλείου, κατά τη θερινή περίοδο όταν οι θύρες του ΠΣΚΗ παραμένουν κλειστές.
Θα είχε πλέον ενδιαφέρον να επανεξετάσουμε την υπόθεση, αναδεικνύοντας ορισμένα στοιχεία που αξίζουν την προσοχή των Ηρακλειωτών.
Κατ’ αρχάς –και ίσως το πλέον ενθαρρυντικό– αξίζει να σημειωθεί ότι οι πολίτες του Ηρακλείου ανησύχησαν ειλικρινά για το μέλλον του ΠΣΚΗ και, ευρύτερα, για την πολιτιστική πορεία της πόλης. Ποια καλύτερη απόδειξη της προσήλωσής τους σε αυτόν τον ακόμη νέο θεσμό και στον Καλλιτεχνικό του Διευθυντή, καθώς και της επιτυχούς ενσωμάτωσής του στον πολιτιστικό χάρτη της πόλης και της περιφέρειας; Το «θαύμα» συνεχίζεται!
Ωστόσο, η υπόθεση αυτή, δυστυχώς, ανέδειξε και ορισμένα ανησυχητικά ελλείμματα.
● Πρώτον, μια εμφανή έλλειψη αυτοπεποίθησης έναντι της πρωτεύουσας. Χωρίς υπερβολικό τοπικισμό, η παραγωγή του ΠΣΚΗ δεν έχει τίποτε να ζηλέψει από εκείνη της ΕΛΣ. Σε μια χώρα όπου η αποκέντρωση –και ιδίως η πολιτιστική– παραμένει ζητούμενο, η ανεξαρτησία, η δυναμική και η δημιουργική ζωντάνια τοπικών θεσμών όπως το ΠΣΚΗ είναι καθοριστικής σημασίας για μια εθνική πολιτιστική στρατηγική. Αρκεί να αναλογιστούμε τι συμβαίνει στην υπόλοιπη Ευρώπη. Έχει ποτέ παρατηρηθεί, λ.χ. στη Γαλλία, η κραταιά Όπερα των Παρισίων να υπαγορεύει ή να καθυποτάσσει τις περιφερειακές όπερες της Λυών, του Μπορντώ, της Λιλ, της Μασσαλίας, της Αβινιόν, της Νίκαιας, της Λωρραίνης, του Ρήνου ή της Τουλούζης; Προφανώς όχι. Μια ενδεχόμενη απορρόφηση του ΠΣΚΗ από την ΕΛΣ θα ήταν επιζήμια και θα προκαλούσε σοβαρές συνέπειες και για τις δύο πλευρές. Εάν το εποπτεύον Υπουργείο Πολιτισμού επιθυμεί πράγματι να ενισχύσει αυτή την επιτυχημένη τοπική πρωτοβουλία, οφείλει να τη στηρίξει άμεσα, αντί να την αγνοεί πλήρως, όπως συμβαίνει έως σήμερα.
● Δεύτερον, η μικροπολιτική και ο τοπικός διχασμός. Κατέστη εμφανές ότι το σύνολο σχεδόν των πρόσφατων σχολίων επικεντρώθηκε υπερβολικά και σχεδόν αποκλειστικά στη δημοτική αρχή, η οποία ωστόσο υπήρξε απολύτως σαφής στις άμεσες ή έμμεσες δηλώσεις της (είναι βεβαίως πάντοτε δυνατόν να ανακληθούν — και αυτό θα ήταν εξίσου σαφές — αν και κάτι τέτοιο φαντάζει μάλλον εξαιρετικά απίθανο). Αντιθέτως, οι σχολιαστές και ορισμένα μέλη του Δημοτικού Συμβουλίου σφάλλουν πλήρως ως προς την ουσία του προβλήματος. Έσπευσαν να αξιοποιήσουν την υπόθεση για μικροπολιτικούς σκοπούς και, κατά τρόπο εντυπωσιακό, δεν βλέπουν το δάσος πίσω από το δέντρο. Παρατηρήθηκαν πράγματι ελάχιστες τοποθετήσεις σχετικά με την επιθετική πρωτοβουλία, την ουσιαστικά εχθρική έφοδο του κ. Κουμεντάκη, προκειμένου να θέσει υπό τον έλεγχό του το ΠΣΚΗ. Θα ήταν, συνεπώς, περισσότερο από επιθυμητό να επανέλθει η συζήτηση στο πραγματικό αυτό διακύβευμα, το οποίο οι περισσότεροι σχολιαστές παραγνώρισαν παρά τη βαρύνουσα σημασία του.
Μετά από όλες τις δημόσιες διευκρινίσεις της δημοτικής αρχής, τα ερωτήματα που εξακολουθούν να παραμένουν ανοιχτά και τα οποία θέτω εδώ στον δημόσιο διάλογο είναι τα εξής:
1. Ποια είναι η ακριβής πρόθεση και το συγκεκριμένο σχέδιο του κ. Κουμεντάκη για το Ηράκλειο;
2. Πώς εντάσσεται αυτό το σχέδιο στη συνολική πολιτιστική πολιτική της πόλης;
Θα προσέθετα και ένα τρίτο, περισσότερο προσωπικό ερώτημα:
3. Μήπως ο κ. Κουμεντάκης προχωρά σε όλες αυτές τις κινήσεις χωρίς καμία πραγματική υστεροβουλία, χωρίς την παραμικρή πρόθεση αποσταθεροποίησης ή αποδυνάμωσης του ΠΣΚΗ; Ή μήπως υφίσταται ένας ευρύτερος, υποχθόνιος στόχος να μετατραπεί το ανεξάρτητο και επιτυχημένο ΠΣΚΗ σε απλό παράρτημα ή δορυφόρο της ΕΛΣ, υπό τον πλήρη έλεγχο και την απόλυτη επιρροή της;
Δεν αποτελεί μυστικό ότι ο κ. Κουμεντάκης, εδώ και πολλά χρόνια, παρακολουθεί με ιδιαίτερη επιμονή την καλλιτεχνική πορεία και τις επιτυχίες του κ. Μιχαηλίδη, σε βαθμό που αυτή η διαρκής προσοχή να δίνει ενίοτε την εντύπωση εμμονής. Μήπως, λοιπόν, οι συνεχείς και ευρέως αναγνωρισμένες επιτυχίες του τελευταίου έχουν προκαλέσει στον συνθέτη κάποια μορφή φθόνου; Είναι πέραν πάσης αμφιβολίας.
Σε κάθε περίπτωση, είναι γεγονός ότι έχει ήδη επιτύχει, αν παρατηρήσει κανείς τις πρόσφατες αντιπαραθέσεις που εκτυλίσσονται στο Δημοτικό Συμβούλιο «Divide et impera» («διαίρει και βασίλευε»): μήπως αυτή δεν είναι τελικά η σφραγίδα που άφησε πίσω του ο κ. Κουμεντάκης στην πόλη τις τελευταίες ημέρες; Η επίκληση και αξιοποίηση των τοπικών διαιρέσεων αποτελεί διαχρονικά τον αποτελεσματικότερο τρόπο για να διεισδύσει και να εδραιωθεί κανείς σε μια τοπική κοινωνία.
Ας μην λησμονούμε, τέλος, το προστατευτικό βλέμμα του μεγάλου Νίκου Καζαντζάκη, ο οποίος, ως στοργικός και καλοπροαίρετος γείτονας, από τα ψηλά τείχη του, μοιάζει να παρακολουθεί κάθε βράδυ κάθε νότα των παραστάσεων του ΠΣΚΗ και να μας υπενθυμίζει αδιάκοπα ότι η ελευθερία και η ενότητα πάντοτε συμπορεύονται: «Ας ενωθούμε, ας πιαστούμε σφιχτά, ας σμίξουμε τις καρδιές μας, ας δημιουργήσουμε εμείς, όσο βαστάει ακόμα η θερμοκρασία τούτη της Γης, όσο δεν έρχουνται σεισμοί, κατακλυσμοί, πάγοι, κομήτες να μας εξαφανίσουν, ας δημιουργήσουμε έναν εγκέφαλο και μιαν καρδιά στη Γης, ας δώσουμε ένα νόημα ανθρώπινο στον υπερανθρώπινον αγώνα!» (Ασκητική – Salvatores Dei, 1945)
*Ο κ. Jean Gouzi είναι Διδάκτορας Νευροφυσιολογίας του Πανεπιστημίου της Σορβόνης, Ερευνητής του Πανεπιστημίου Χάρβαρντ, Απόφοιτος του Κονσερβατουάρ Σοπέν, στο Παρίσι. Σήμερα διαχειρίζεται ένα πρόγραμμα μεταπτυχιακών σπουδών στην Ιατρική Σχολή – ΕΚΠΑ. Έχει παρακολουθήσει πολλές από τις παραστάσεις που έχουν δοθεί στο ΠΣΚΗ.
