Δημιουργικό Χάος ή Δημοκρατική Διακυβέρνηση; Η Ελλάδα Έχει Επιλέξει Δρόμο
Παρακολουθούμε την ενίσχυση πολιτικών ρευμάτων που επενδύουν περισσότερο στη διαμαρτυρία παρά στη διακυβέρνηση, περισσότερο στη σύγκρουση παρά στη σύνθεση, περισσότερο στην αποδόμηση παρά στην οικοδόμηση.
Του Λευτέρη Αυγενάκη
Οι δημοκρατίες δεν απειλούνται μόνο από όσους τις αμφισβητούν. Απειλούνται και από την αδυναμία τους να παράγουν αποτελέσματα.
Σε μια εποχή όπου η οργή ταξιδεύει συχνά ταχύτερα από τη λογική και η καταγγελία αποδεικνύεται πολιτικά πιο ελκυστική από την πρόταση, όλο και περισσότερες κοινωνίες βρίσκονται αντιμέτωπες με ένα θεμελιώδες ερώτημα: αρκεί η αμφισβήτηση για να οδηγήσει στην πρόοδο;
Το ερώτημα δεν αφορά μόνο την Ελλάδα. Αφορά συνολικά τον δυτικό κόσμο.
Από τις Ηνωμένες Πολιτείες μέχρι την Ευρώπη, παρακολουθούμε την ενίσχυση πολιτικών ρευμάτων που επενδύουν περισσότερο στη διαμαρτυρία παρά στη διακυβέρνηση, περισσότερο στη σύγκρουση παρά στη σύνθεση, περισσότερο στην αποδόμηση παρά στην οικοδόμηση. Ρεύματα που αντλούν δύναμη από υπαρκτές κοινωνικές ανησυχίες, αλλά συχνά δυσκολεύονται να μετατρέψουν την αγανάκτηση σε ένα συνεκτικό σχέδιο για το μέλλον.
Κάπου εδώ αναδύεται ένα από τα πιο κρίσιμα πολιτικά διλήμματα της εποχής μας: το δίλημμα ανάμεσα στο δημιουργικό χάος και τη δημοκρατική διακυβέρνηση.
Το δημιουργικό χάος γοητεύει. Υπόσχεται γρήγορες ανατροπές. Καλλιεργεί την αίσθηση ότι όλα μπορούν να αλλάξουν αμέσως, αρκεί να γκρεμιστούν όσα προηγήθηκαν. Θεωρεί ότι η αμφισβήτηση αποτελεί από μόνη της πολιτική αρετή και ότι η αποδόμηση του παλιού αρκεί για να γεννηθεί το καινούργιο.
Η δημοκρατική διακυβέρνηση είναι πολύ λιγότερο εντυπωσιακή. Δεν υπόσχεται θαύματα ούτε εύκολες λύσεις. Βασίζεται σε θεσμούς, σε μεταρρυθμίσεις, σε λογοδοσία και στην ικανότητα λήψης αποφάσεων. Κυρίως όμως κρίνεται από κάτι πολύ συγκεκριμένο: το αποτέλεσμα.
Η πρώτη λογική κερδίζει συχνά τη μάχη των εντυπώσεων.
Η δεύτερη δοκιμάζεται καθημερινά στην πραγματικότητα.
Και η ιστορία των σύγχρονων δημοκρατιών δείχνει ότι οι κοινωνίες δεν προοδεύουν όταν απλώς αμφισβητούν. Προοδεύουν όταν μετατρέπουν την αμφισβήτηση σε μεταρρύθμιση, τη διαμαρτυρία σε πολιτική πρόταση και την πολιτική πρόταση σε χειροπιαστό αποτέλεσμα.
Η Ελλάδα γνωρίζει καλά τη διαφορά.
Γνωρίζει το κόστος της πολιτικής αστάθειας. Γνωρίζει το κόστος του λαϊκισμού. Γνωρίζει το κόστος της ψευδαίσθησης ότι υπάρχουν εύκολες λύσεις για σύνθετα προβλήματα. Για χρόνια πιστέψαμε ότι μπορούμε να μοιράζουμε περισσότερα από όσα παράγουμε, να αναβάλλουμε δύσκολες αποφάσεις και να μεταθέτουμε διαρκώς τις μεταρρυθμίσεις για αργότερα.
Το αποτέλεσμα ήταν γνωστό: δημοσιονομική κατάρρευση, απώλεια αξιοπιστίας, φυγή χιλιάδων νέων ανθρώπων στο εξωτερικό και μια κοινωνία που βρέθηκε αντιμέτωπη με τις συνέπειες των δικών της αυταπατών. Η μεγάλη κρίση της προηγούμενης δεκαετίας άφησε ένα πολύτιμο πολιτικό δίδαγμα. Οι κοινωνίες δεν καταρρέουν μόνο όταν κάνουν λάθη. Καταρρέουν όταν αρνούνται να τα διορθώσουν.
Γι’ αυτό και η σημερινή συζήτηση δεν μπορεί να διεξάγεται με όρους του παρελθόντος. Δεν αρκεί να συμφωνούμε στους στόχους. Σχεδόν όλοι επιθυμούμε καλύτερους μισθούς, καλύτερη δημόσια υγεία, ποιοτικότερη παιδεία, περισσότερες ευκαιρίες για τους νέους και ένα αποτελεσματικότερο κράτος.
Το πραγματικό ερώτημα είναι διαφορετικό.
Πώς θα φτάσουμε εκεί;
Μπορεί να υπάρξει ισχυρό κοινωνικό κράτος χωρίς μια οικονομία που παράγει πλούτο;
Μπορούν να αυξηθούν διατηρήσιμα οι μισθοί χωρίς επενδύσεις, εξωστρέφεια και παραγωγική ανάπτυξη;
Μπορεί να λειτουργήσει αποτελεσματικά το Δημόσιο χωρίς αξιολόγηση, λογοδοσία και σύγχρονα εργαλεία διοίκησης;
Μπορεί μια χώρα να ανταγωνιστεί διεθνώς όταν αντιμετωπίζει την επιχειρηματικότητα με καχυποψία, την αριστεία με αμηχανία και κάθε αλλαγή ως απειλή;
Αυτά είναι τα πραγματικά πολιτικά διλήμματα της εποχής μας.
Και οι απαντήσεις που δίνουμε σε αυτά καθορίζουν το μέλλον της χώρας πολύ περισσότερο από τις παραδοσιακές ιδεολογικές διαχωριστικές γραμμές.
Η κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας, υπό την ηγεσία του Κυριάκου Μητσοτάκη, επέλεξε από το 2019 να απαντήσει σε αυτά τα ερωτήματα με μια συγκεκριμένη πολιτική φιλοσοφία: περισσότερες ευκαιρίες αντί για περισσότερα εμπόδια, περισσότερη αποτελεσματικότητα αντί για περισσότερη γραφειοκρατία, περισσότερη εμπιστοσύνη στις δυνάμεις της κοινωνίας και της οικονομίας αντί για έναν κρατισμό που συχνά αναπαράγει τα προβλήματα που υποτίθεται ότι επιδιώκει να λύσει.
Η ψηφιακή μεταρρύθμιση του κράτους δεν ήταν απλώς μια τεχνολογική καινοτομία. Ήταν μια βαθιά πολιτική επιλογή που επαναπροσδιόρισε τη σχέση πολίτη και διοίκησης. Για πρώτη φορά, το κράτος προσαρμόστηκε στις ανάγκες του πολίτη και όχι ο πολίτης στις αδυναμίες του κράτους.
Η προσέλκυση επενδύσεων δεν αποτέλεσε επικοινωνιακό στόχο. Αποτέλεσε αναγκαία προϋπόθεση για τη δημιουργία νέων θέσεων εργασίας, για την επιστροφή ταλέντου που είχε μεταναστεύσει και για τη βελτίωση των εισοδημάτων. Η δημοσιονομική σταθερότητα δεν ήταν λογιστική εμμονή. Ήταν το θεμέλιο πάνω στο οποίο μπορούσαν να οικοδομηθούν μόνιμες κοινωνικές πολιτικές αντί για προσωρινές παροχές.
Αυτή είναι ίσως η βαθύτερη διαφορά ανάμεσα σε δύο πολιτικές αντιλήψεις που εξακολουθούν να συγκρούονται.
Η μία θεωρεί ότι ο πλούτος απλώς διανέμεται.
Η άλλη γνωρίζει ότι πρώτα πρέπει να δημιουργηθεί για να μπορέσει να διανεμηθεί δίκαια.
Η μία αντιμετωπίζει τις μεταρρυθμίσεις ως απειλή.
Η άλλη τις αντιλαμβάνεται ως εργαλείο κοινωνικής κινητικότητας και προόδου.
Η μία υπόσχεται προστασία από τις αλλαγές.
Η άλλη επιδιώκει να δώσει στην κοινωνία τα εφόδια για να αξιοποιήσει τις αλλαγές προς όφελός της.
Σε έναν κόσμο που μεταβάλλεται με πρωτοφανή ταχύτητα, η μεγαλύτερη απειλή δεν είναι η αλλαγή. Είναι η αδυναμία προσαρμογής σε αυτήν. Η τεχνητή νοημοσύνη, η πράσινη μετάβαση, οι νέες τεχνολογίες, ο διεθνής ανταγωνισμός και οι γεωπολιτικές ανακατατάξεις δεν πρόκειται να περιμένουν καμία χώρα που επιλέγει να μείνει στάσιμη. Η Ελλάδα είτε θα συμμετάσχει ενεργά στις μεγάλες μεταμορφώσεις της εποχής είτε θα περιοριστεί στον ρόλο του παρατηρητή.
Γι’ αυτό το πραγματικό δίλημμα της εποχής μας δεν είναι ανάμεσα σε παλιές πολιτικές ταυτότητες.
Είναι ανάμεσα σε μια Ελλάδα που παράγει, καινοτομεί και προχωρά και σε μια Ελλάδα που φοβάται να αλλάξει. Ανάμεσα σε εκείνους που πιστεύουν ότι κάθε πρόβλημα λύνεται με μια ακόμη καταγγελία και σε εκείνους που πιστεύουν ότι η πολιτική οφείλει να παράγει αποτέλεσμα.
Ανάμεσα στο δημιουργικό χάος της διαρκούς αμφισβήτησης και στη δημοκρατική διακυβέρνηση που αναλαμβάνει την ευθύνη των αποφάσεων.
Και αν κάτι αποδεικνύει η πορεία των τελευταίων ετών, είναι ότι η Ελλάδα έχει ήδη αρχίσει να επιλέγει.
Όχι τον εύκολο δρόμο.
Όχι τον δρόμο των ψευδαισθήσεων.
Αλλά τον δρόμο της ευθύνης, της σταθερότητας, των μεταρρυθμίσεων και της προόδου. Τον δρόμο που δεν υπόσχεται τα πάντα σε όλους, αλλά δημιουργεί τις προϋποθέσεις ώστε οι επόμενες γενιές να μπορούν να πετύχουν περισσότερα από τις προηγούμενες.
Γιατί τελικά η ουσία της πολιτικής δεν είναι να περιγράφει έναν καλύτερο κόσμο.
Είναι να τον χτίζει.
- Ο τόπος μας σε ένα σταυροδρόμι
- Η Κρήτη ανάμεσα στην οικολογία του φόβου και τη γεωπολιτική του ρεαλισμού
- Από τον «παιδικό αυτισμό» στον αόρατο ενήλικα




