ΑΠΟΨΕΙΣ

Περίπατος στον Λάκκο

Το παιδί ένιωθε ότι όλοι ήξεραν γιατί ήταν εκεί.

Λάκκος Ηρακλειο

Του Στέλιου Βισκαδουράκη

Λάκκος, Ιούλιος 1959

Μύριζε νύχτα, ακόμη κι όταν είχε ήλιο. Ήταν κάτι ανάμεσα σε ιδρώτα, κρασί που είχε ξεθυμάνει και γιασεμί που κάποτε θα είχε φυτευτεί για κάποιον λόγο. Τα σπίτια χαμηλά, με τον ασβέστη να ξεφτίζει όπως μια παλιά υπόσχεση. Τελικά, ο πατέρας του Μιχάλη, του είχε κάνει μεγάλη χάρη να πάνε μαζί μια βόλτα στον «απαγορευμένο» Λάκκο, κρυφά από τη μητέρα του, που ήταν μιας ανώτερης, κατά τα δεδομένα της εποχής, κοινωνικής τάξης. 

Ήταν απόγευμα όταν έφτασαν στον Λάκκο. Οι στενοί δρόμοι έστριβαν απότομα, λες και ντρέπονταν να πάνε ίσια. Και εκείνη η ανεπαίσθητη, μυστήρια μυρωδιά, έκανε εντύπωση στον Μιχάλη, που δεν ήξερε τι ήταν. 

Σε μια στιγμή γύρισε και ρώτησε τον πατέρα του «τι μυρίζει έτσι μπαμπά;»

«Χασίσι», του απάντησε, «έτσι είναι εδώ παιδί μου. Τέτοιες μυρωδιές είναι κομμάτι αυτών των δρόμων».

Ο Μιχάλης περπατούσε δίπλα στον πατέρα του χωρίς να μιλάνε. Δεκαέξι χρονών, με το σώμα ακόμα άγουρο κι ατσούμπαλο. Η μητέρα του θα έλεγε πως δεν είχε καμιά δουλειά εκεί. Και θα είχε δίκιο, από τη δική της οπτική του κόσμου. Εκείνη ήταν από σπίτι καλό. Με καθαρά τραπεζομάντιλα, σαλόνι, σοκολατάκια, τσάι και λικέρ, αλλά και με φωνή χαμηλωμένη, με λέξεις που δεν λέγονταν ποτέ ολόκληρες.

Ο πατέρας του, αντίθετα, μιλούσε με λόγια που δεν φοβόταν να ακουστούν. Μάγκας, λαϊκός, με χέρια που μύριζαν καπνό και σίδερο. Δεν έμεναν μαζί. Δεν ταίριαξαν. Ή, ίσως, ταίριαξαν πολύ νωρίς για να αντέξουν στον χρόνο. 

Επειδή ο πατέρας του «άγγιζε» κι έλεγε τα πράγματα με το όνομά τους, σε αντίθεση με τη μητέρα του και ζούσε τη ζωή ως το μεδούλι της, ο Μιχάλης, με τις ανασφάλειες που του προκαλούσε η ηλικία, είχε πάρει το θάρρος να του ζητήσει εκείνον τον περίπατο στον Λάκκο. Πίστευε βαθιά πως ο πατέρας του ήξερε πολλά για τις γυναίκες. Όχι επειδή τις αγαπούσε περισσότερο, αλλά επειδή τις είχε ζήσει από κοντά. 

Στα πρώτα καφενεία, οι άντρες τούς κοίταξαν με μισό μάτι. Όχι εχθρικά. Περισσότερο σαν να καταλάβαιναν. Το παιδί ένιωθε ότι όλοι ήξεραν γιατί ήταν εκεί. Πλησίασαν μια παρέα ανδρών που κάθονταν έξω από την πόρτα ενός καφενείου. 

«Γεια σας παιδιά, καλή σας ώρα», χαιρέτισε ο πατέρας. 

«Γεια σου Αρτέμη», απάντησε ο καθένας ξεχωριστά και με σεβασμό. 

Ένας από αυτούς, με κασκέτο και μουστάκι, χαμογέλασε στον πατέρα.

«Μεγάλωσε ο μικρός», του είπε.

Ο πατέρας κούνησε ελάχιστα το κεφάλι, σαν να συμφωνούσε, αλλά δεν μίλησε.

Στη γωνιά, λίγο τραβηγμένος από τους άλλους, καθόταν ένας άνδρας κάπως βαρύθυμος. Το πρόσωπό του δεν ήταν σκληρό, αλλά είχε μια ευγένεια κουρασμένη, σαν άνθρωπος που είχε μάθει να κοιτάει, πριν μιλήσει. Στα χέρια του κρατούσε ένα μπουζούκι. Όχι χαλαρά, ούτε επιδεικτικά. Το κρατούσε με αγάπη, όπως κάποιος κρατάει κάτι που κάποτε τον έσωσε, ή κάτι που τον πλήγωσε και δεν το άφησε ποτέ.

Ο Μιχάλης, δεν ήξερε γιατί, αλλά του φάνηκε ότι εκείνος ο άνδρας δεν έμοιαζε με τους υπόλοιπους θαμώνες. Ούτε το μπουζούκι του έδειχνε με όργανο διασκέδασης. Το ένιωθε σαν όπλο, που δεν σκοτώνει, αλλά ξεγυμνώνει. Ένα όπλο για να πει κάποιος την αλήθεια, που δεν θα άντεχε να την πει αλλιώς.

Ο Αρτέμης έσκυψε ελαφρά και ψιθύρισε στο αφτί του γιου του «αυτός είναι από την πάνω Ελλάδα. Έρχεται εδώ και παίζει τα τραγούδια του».

Σαν να είπε κάτι περισσότερο απ’ ό,τι ακούστηκε. Φάνηκε πως τον ήξερε. 

Πλησίασε, έχοντας τον Μιχάλη πλάι του, σχεδόν προστατευτικά.

«Γεια σου, Μάρκο», του απευθύνθηκε χαμηλόφωνα.

Ο άνδρας σήκωσε το κεφάλι.

«Γεια σου, Αρτέμη», του απάντησε.

Η φωνή του ήταν χαμηλή, όχι από ντροπή, αλλά από συνήθεια. Τότε κοίταξε τον Μιχάλη, που ένιωσε ότι εκείνη η ματιά ήταν ξεχωριστή. 

Σαν να μην τον είδε ως παιδί, ούτε ως άντρα που διαμορφώνονταν σιγά σιγά. Τον κοίταξε σαν να ήξερε ήδη ποια ερώτηση κουβαλούσε μέσα του.

«Έφερα τον Μιχάλη, τον γιο μου, Μάρκο», είπε ο πατέρας κάπως αμήχανα. «Γιατί μου ζήτησε να γνωρίσει τη γυναίκα».

Η λέξη έπεσε βαριά στο τραπέζι. Όχι σαν πρόκληση. Σαν εξομολόγηση. Ο Μάρκος δεν γέλασε. Δεν σχολίασε. Δεν έκανε τον σοφό. Κοίταξε τον Μιχάλη στα μάτια για λίγες στιγμές. Σήκωσε το μπουζούκι. Έπαιξε τρεις νότες μόνο, σαν σημάδι. Και με φωνή χαμηλή, σχεδόν σαν να του τραγουδούσε για να μην τον ακούσει κανείς άλλος, είπε:

«Αν θέλεις, γιε μου, στη ζωή,

 τη μοίρα σου ν’ αδράξεις,

μιας κοπελιάς, το δέρας το χρυσόμαλλο

με θάρρος ν’ αγκαλιάσεις».

Ο Μιχάλης δεν μίλησε. Δεν ήξερε τι να πει. Ίσως και να μην χρειαζόταν να πει τίποτα. Τα λόγια τον ακούμπησαν, αλλά δεν του έδειξαν κάποιον δρόμο. Σαν να κατάλαβε όμως, χωρίς να μπορεί να το εξηγήσει ακόμα, πως τη γυναίκα τη γνωρίζεις πρώτα με ένα χάδι στην ψυχή της. Πως ό,τι αξίζει, πλησιάζεται με ρίσκο, αλλά και με σεβασμό. Πως, ίσως, θάρρος είναι να μπορείς πρώτα να προσφέρεις. Αυτό που του έλειπε, το πώς, δεν τον φόβισε. Ο χρόνος ήταν μπροστά του. Και ένιωθε ότι δεν χρειαζόταν να βιαστεί.

Ο πατέρας, σαν να θέλησε να ελαφρύνει τη στιγμή, γύρισε και είπε «Μάρκο, αυτές οι νότες, μου φέρνουν στον νου το τραγούδι σου…

«Μαύρα μάτια, μαύρα φρύδια,

μαύρα κατσαρά μαλλιά…».

Ο Μάρκος χαμήλωσε το βλέμμα. Ένα ανεπαίσθητο χαμόγελο έλαμψε φευγαλέα στο πρόσωπό του, όχι περηφάνιας, αλλά μνήμης. Σαν να θυμήθηκε μια γυναίκα που δεν ήταν εκεί. 

Ο Μιχάλης και ο πατέρας του έμειναν λίγο ακόμα. Όχι πολύ. Όσο χρειάζονταν για να μη χαλάσει η στιγμή. Χαιρέτησαν ευγενικά και περπάτησαν πιο κάτω.

Ο Λάκκος παρέμενε ίδιος και διαφορετικός μαζί. Κι ο Μιχάλης, χωρίς να το ξέρει ακόμα, είχε μόλις πάρει ένα ωραίο μάθημα για τη γυναικεία φύση. Όχι από τα σπίτια με τις βαριές κουρτίνες που έβλεπε μπροστά του, αλλά από έναν άνδρα που ήξερε να κάνει τη σιωπή τραγούδι.

Πιο κάτω, τα σπίτια άλλαζαν πρόσωπο. Με χρώματα που «μιλούσαν» και με ήχους χωρίς φωνή. Παράθυρα με αραχνοΰφαντες κουρτίνες και παντζούρια μισάνοιχτα. Πόρτες που άνοιγαν μόνο όσο χρειάζονταν. Από μέσα γέλια, άλλοτε χαρούμενα, άλλοτε προσποιητά.

«Εδώ είναι ο Λάκκος», είπε ο πατέρας του σιγά. «Όχι όπως τον λένε, όπως είναι».

Ο Μιχάλης ήθελε ξανά να ρωτήσει πολλά.

«Τι είναι η γυναίκα; Τι θέλει;»

Αλλά δεν ρώτησε. Προτίμησε να συνεχίσει να περπατά.

Μπήκαν σε ένα καφενείο παρακάτω. Οι κουβέντες γύρω τους ήταν βαριές. Λόγια για γυναίκες, ειπωμένα χωρίς γυναίκες παρούσες. Σαν να μιλούσαν για καιρό, για σοδειά, για τύχη.

Ο Μιχάλης άκουγε. Κι όσο άκουγε, κάτι μέσα του αντιστέκονταν, χωρίς να μπορεί να καταλάβει το γιατί. Άκουγε για τις γυναίκες και τον κόσμο τους, που παρουσιάζονταν σαν στόχοι, σαν ανάγκες, σαν λάφυρα, σαν σκιές που υπάρχουν για να γεμίζουν αντρικά κενά. Κανείς δεν μιλούσε για τα μάτια τους όταν σβήνει το φως. Κανείς για τη σιωπή τους όταν τελειώνει η νύχτα. Χαιρέτησαν με ένα χαμόγελο την αντρική παρέα και βγήκαν στον δρόμο.

Απέναντι, έξω από ένα ασπρισμένο σπίτι, μια γυναίκα ξεχώριζε να στέκεται στο κατώφλι. Φορούσε ένα ζωηρό κόκκινο φουστάνι, που φάνταζε σαν αιμάτινη πιτσιλιά πάνω στον ασβέστη. Όχι προκλητικό, αλλά αόριστα ερωτικό. Το πρόσωπό της είχε κάτι από κούραση και ειρωνεία. Κοίταξε τον Μιχάλη στα μάτια. Ο Μιχάλης την κοίταξε κι αυτός, με έναν  παιδικό ερωτισμό που ήξερε ότι ήταν εκ των πραγμάτων ανεκπλήρωτος. Η γυναίκα του χάρισε ένα κόκκινο χαμόγελο, το παιδί χαμήλωσε το βλέμμα και συνέχισε να περπατά. 

Και τότε ένιωσε κάτι πρωτόγνωρο, ακατέργαστο. Ότι οι γυναίκες εδώ, τον έβλεπαν. Δεν ήταν αόρατος, επειδή ήταν μικρός.

«Μην κοιτάς έτσι», του διέκοψε τη σκέψη ο πατέρας. «Δεν είναι όπως νομίζεις».

«Πώς είναι, δηλαδή;» τόλμησε να ρωτήσει.

Ο πατέρας σταμάτησε το βήμα του.

«Είναι πλάσματα που τους έμαθαν να παίζουν έναν ρόλο»

Ξαφνικά, ο πατέρας σήκωσε τα χέρια του και κράτησε ελαφρά τους ώμους του Μιχάλη, ψιθυρίζοντας ταυτόχρονα στο αυτί του «το πιο ανέντιμο πράγμα είναι να σου πει κάποιος ένα ψέμα για μια αλήθεια, κι εγώ ψέματα, παιδί μου, στον γιο μου, δεν λέω. Δεν ήρθε η ώρα του έρωτα και της γυναίκας για σένα, ακόμα. Όταν έρθει, θα το νιώσεις μόνος σου. Το σώμα που βλέπεις απέναντι, μοιάζει με όμορφο άγαλμα, που στο βάθος του κρύβει μια βαριά και δύσκολη ζωή, που ψευτεύεται με χρώματα και στολίδια, για να κερδίσει κάποιες δραχμές για λίγη τροφή κι ένα φάρμακο. Όμως, στο λέω για να το ξέρεις από τώρα που είναι νωρίς για σένα, αυτό δεν είναι αληθινός έρωτας».

Μόλις τέλειωσε τη φράση του, αγκάλιασε το παιδί και προχώρησαν στο παρακάτω στενό δρομάκι.

Ακολούθησε σιωπή. Η νύχτα είχε πέσει.

«Ώρα να φεύγουμε, γιε μου. Έμαθες αυτά που ήθελες;» ρώτησε ο πατέρας.

Ο Μιχάλης δίστασε.

«Ήθελα να μάθω», είπε.

Ο πατέρας σαν να χαμογέλασε.

«Εδώ μαθαίνεις μόνο τί θέλουν από τη γυναίκα. Όχι τί είναι η γυναίκα».

Περπάτησαν ως την άκρη της γειτονιάς. Εκεί που τα σπίτια ξανάβρισκαν το κανονικό τους πρόσωπο και τα παράθυρα άφηναν φως χωρίς ντροπή. Ένα γατάκι πέρασε μπροστά τους και χάθηκε στο σκοτάδι. Στάθηκαν σε μια κολώνα. Ο Μιχάλης ακούμπησε την πλάτη του εκεί, όπως έκανε μικρότερος, όταν ήθελε να νιώσει ασφαλής. Κοίταξε ψηλά τον ουρανό. Κι εκεί, μέσα στη νύχτα, σαν να γεννήθηκε κάτι καινούριο μέσα του. Όχι επιθυμία. Όχι περιέργεια. Σεβασμός. Κι αυτό ήταν το πρώτο, αληθινό του βήμα στον κόσμο της γυναίκας.

Χρόνια μετά, όταν ο Μιχάλης θα κρατούσε το χέρι ενός κοριτσιού, όχι για να πάρει, αλλά για να στηρίξει, θα θυμόταν τον Λάκκο. Όχι σαν τόπο ηδονής και «αμαρτίας», αλλά σαν τόπο αφύπνισης. Θα θυμόταν το κόκκινο φόρεμα, όχι σαν σώμα, αλλά σαν μια χρωματιστή σταγόνα σε ξεφτισμένο τοίχο. Και τον πατέρα του, όχι σαν μάγκα, αλλά ως άνθρωπο που πάλεψε να του πει την αλήθεια, χωρίς να τη στολίζει με ψέματα. 

Κι έτσι, κάθε φορά που θα άκουγε μια γυναίκα να σωπαίνει, θα ήξερε πως η σιωπή της δεν είναι κενό. Γιατί είχε μάθει στον Λάκκο το πιο σπουδαίο μάθημα: Ότι η ανδρική δύναμη κρύβεται στα χέρια που χωράνε τη σιωπή του άλλου, χωρίς να τη σπάνε.


*To παραπάνω διήγημα του Στέλιου Βισκαδουράκη περιλαμβάνεται στην έκθεση με τίτλο "Η ΒΟΛΤΑ" στο Μουσείο Εικαστικών Τεχνών Ηρακλείου.
Πρόκειται για μια ομαδική έκθεση εικαστικών κυρίως καλλιτεχνών κατά την οποία όμως για πρώτη φορά περιλαμβάνεται και προβάλλεται το δημιουργικό μέρος μιας περιγραφής λογοτεχνικού περιεχομένου σε φόρμα διηγήματος.
Διάρκεια έκθεσης: έως και την Παρασκευή 13 Μαρτίου.
Μουσείο Εικαστικών Τεχνών Ηρακλείου, Νυμφών 3, Ηράκλειο
Ώρες λειτουργίας: Δευτέρα - Παρασκευή 18:00-20:00
 

Γίνε ο ρεπόρτερ του CRETALIVE

Στείλε την είδηση