ΑΠΟΨΕΙΣ

Μια λιτανεία για τον Αποσελέμη

Η γη δεν λησμονεί. Ο ουρανός δεν χρωστά. Και το θαύμα δεν κατοικεί εκεί όπου οι άνθρωποι το θεωρούν δεδομένο.

Νερό, Δεήσεις

Του ΚΩΣΤΗ Ε. ΜΑΥΡΙΚΑΚΗ (*)

 

 

Στο χειμερινό όνειρο, η γη της Κρήτης απλώνονταν θρυμματισμένη σαν παλιό μινωικό αγγείο. Με ρωγμές που άνοιγαν βαθιά ως τα ριζιμιά χαράκια. Τα χώματα ξερά, ρηγματωμένα και ξεχασκωμένα στον πάτο του φράγματος του Αποσελέμη. Οι φλέβες του νερού είχαν σωπάσει κι εκείνες. Οι ελιές στέκονταν με φύλλα σκονισμένα σαν στάχτη και ο αέρας δεν έφερνε πια εκείνη τη γνώριμη δροσούλα του αλλά μια πικρή, στεγνή θανατερή σιωπή. Πάνω από τους σάρκινους ελιόφυτους λόφους της Λαγκάδας, των Ποταμιών, του Αβδού και των Γωνιών ένας ουρανός βαριάς οργής, που σαν να είχε γραφτεί με φωτιά από κάποια παλαιά Παλαιοδιαθηκική εντολή, φώτιζε τη μέρα με την γαλακτώδη συννεφιά του. Που και που, σαν να άλλαζε στιγμιαία το φόντο του, και πάνω από τον ορίζοντα πρόβαινε η γεμάτη οργή φιγούρα του ανεμαλιασμένου τιμωρού Θεού του Μιχαήλ Άγγελου που είχε ξεφύγει από την οροφή της Καπέλα Σιξτίνα και φτερούγιζε ξερνώντας φωτιά και εκδίκηση πάνω από το διψασμένο φράγμα.

Μέσα σ’ εκείνη την άπνοια του ονείρου, φαινόταν να περνά μια σκιά θεϊκή, τιμωρός και αμείλικτη, όπως οι παλαιοί Θεοί της Βίβλου. Σαν αυτούς που μιλούσαν με κεραυνούς και στροβίλους αέρα, και στέρευαν ποτάμια και πηγές για να θυμίσουν στον άνθρωπο το Μέτρο, την Ύβρη και τη Νέμεσι. Δεν μιλούσε ο Θεός του Μιχαήλ Άγγελου. Η παρουσία Του ήταν αρκετή. Μονάχα έδειχνε με τεντωμένο το δεξί Του χέρι προς κάπου, απροσδιόριστα, ίσως κατά τους θρόνους των πρωτοκεφαλάδων του Μεγάλου Κάστρου. Η γη σείονταν κάτω από το άγριο βλέμμα και το άτακτο ανέμισμα του βυσινόχρωμου θεϊκού διαδήματός  Του, και οι άνθρωποι, μικροί και ανήμποροι, ένιωθαν πως η δίψα δεν ήταν μόνο της γης αλλά και της ψυχής τους. Μια σιωπηλή επίπληξη, μια υπόμνηση διαπερνούσε το όνειρο, πως κάθε ευφορία μπορεί να χαθεί όταν η μνήμη και η ευγνωμοσύνη στερεύσουν πρώτες.

Εκείνη τη μέρα, -έλεγε το όνειρο-, θα μαζεύονταν οι σπουδαίοι όλης της Κρήτης με το λαό, στον αποξηραμένο πάτο του φράγματος, για να κάνουν δέηση και λιτανεία στον Ύψιστο ώστε να κάνει εκπτώσεις στην οργή Του. Όλοι οι πρωτοκεφαλάδες, η νομπιλιτά και το αρχοντολόι της κοσμικής και της πνευματικής εξουσίας του νησιού μαζί με το διψασμένο πλήρωμά τους, συνέρρεαν από το Μεγάλο Κάστρο για να συναθροιστούν στο φρυγανιασμένο πυθμένα με τα ξεχασκωμένα χώματα και να απαλύνουν τη θεϊκή οργή. Όλα τα μέσα ενημέρωσης της Κρήτης και όλοι οι κυριακάτικοι άμβωνες είχαν το προηγούμενο διάστημα πείσει το λαό του Ισραήλ ότι η μήνιν του τιμωρού Θεού μπορεί να μετριάσει. Αρκεί να τον καλοπιάσουν.

Κι έτσι λαός πολύς κατέφτανε τη μέρα εκείνη στη Λαγκάδα, σηκώνοντας σκόνη πολλή με το ποδοβολητό του, κρατώντας λάβαρα, εικόνες και εξαπτέρυγα. Φορτηγά της Περιφέρειας και των Δήμων της Κρήτης έφεραν φορητές καμπάνες που στο λίκνισμά τους από τους χωματόδρομους με τις λακκούβες, κτυπούσαν πένθιμα. Ένα ατέλειωτο ξόδι έμοιαζε τούτη η κοσμοσυρροή προς το φράγμα, που πήγαινε να καλοπιάσει το Θεό. Πολλοί από το πόπολο κρατούσαν ομπρέλες βέβαιοι ότι ο θεός ξέρει από συχώρεση και ευσπλαχνία.

Στο κέντρο του ολόξερου φράγματος όλα ήταν έτοιμα. Στην τεράστια εξέδρα που στηριζόταν πάνω σε πλωτήρες και σαμαδούρες -για παν ενδεχόμενο- όλοι οι επίσημοι πρωτοκεφαλάδες του Λαού και των ουρανών είχαν λάβει τις θέσεις τους.

Περιφερειάρχης, αντιπεριφερειάρχες και σύμβουλοι, βουλευτές, δήμαρχοι, ολόκληρη η Ιερά Σύνοδος της Κρήτης, όλοι με ύφος σοβαρό, κρατούσαν εικόνες, ψέλλιζαν δεήσεις και, το πιο αξιοσημείωτο, όλοι με ανοιγμένες ομπρέλες, βέβαιοι ότι ο Θεός θα τους λυπόταν.

Η εικόνα θύμιζε περισσότερο παζάρι παρά τραγωδία. Μια στρατιά ομπρελοφόρων, που μετέτρεπαν τον κρανίου τόπο σε θερινό φεστιβάλ γραφικότητας. Δίπλα στα εξαπτέρυγα, όλες οι πολυκαρφωμένες μάρκες των ομπρελών, η οσμή του λιβανιού που αναδύονταν και οι τηλεοπτικές κάμερες που αναμετάδιδαν ζωντανά το γεγονός.

Και μέσα στην οχλοβοή του συγκεντρωμένου πλήθους άρχισε ξαφνικά να ακούγεται από τα τεράστια διάσπαρτα μεγάφωνα που είχαν εγκατασταθεί σε όλη την έκταση του ξερού πυθμένα, η εν χωρώ δέηση επί ξηρασίας, των κρητών ιεραρχών:

«Κύριε ὁ Θεός ἡμῶν, ὁ Παντοκράτωρ, Σὺ ποὺ ἔπλασες τὸν κόσμον καὶ τὸν Ἀποσελέμη μὲ δάνεια καὶ ΕΣΠΑ, ἄκουσε τὴν κραυγὴν τῶν ἀναξίων δούλων Σου, των περιφερειαρχῶν, βουλευτῶν, δημάρχων καὶ λοιπῶν ομπρελοφόρων, οἱ ὁποῖοι ἐξέδραμον εἰς τὸν πυθμένα τὸν ξερὸν, πεπεισμένοι ὅτι θὰ τοὺς λυπηθῇς.

Ναί, Κύριε· ἡμάρτομεν· ἀντί να φτιάξωμεν δίκτυα ὑδρεύσεως, ἐφτιάξαμεν ἑξώστας καὶ φωτογραφίαις διὰ τὰ δελτία τύπου.

Διὸ μὴ παραδῷς ἡμᾶς εἰς τέλος, ἀλλὰ χαμογέλα, ὦ Κύριε, καθὼς οράς τὴν πομπὴ τῶν ομπρελοφόρων, καὶ πέμψον οὐχὶ ὑετόν, ἀλλὰ ολίγην σωφροσύνην.

Σὺ γὰρ εἶ, Κύριε, ἡ πηγὴ τοῦ ἐλέους καὶ τῆς αφθονίας, καὶ Σοὶ ἀναπέμπομεν τὴν δόξαν, μὲ δελτία Τύπου καὶ ἐπόμενα δελτία Καιροῦ, νῦν καὶ ἀεὶ καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν ξηρασιῶν. Ἀμήν.»

Το αποτέλεσμα ήταν ένα μοναδικό θέαμα: ο Περιφερειάρχης χαμογελούσε με το γνώριμο χαμόγελο μέχρι τ’ αυτιά για τις φωτογραφίες, οι δήμαρχοι προσπαθούσαν να κρατήσουν τις ομπρέλες όρθιες στον αέρα που κατέβαζε η Λαγκάδα, οι βουλευτές σημείωναν τις «σταγόνες» για επικοινωνιακή αξιοποίηση και ο ανεμαλιασμένος Θεός του Μιχαήλ Άγγελου που έκοβε βόλτες εκεί στα ψηλά, γελούσε ειρωνικά με τη συλλογική αφέλεια.

Ήταν τότε ακριβώς που κόπηκε απότομα το όνειρο, κι εγώ ξύπνιος πια και βουτηγμένος στον ιδρώτα από τους βιβλικούς φόβους του ονείρου, προσπαθούσα να αποκωδικοποιήσω αυτά τα περίεργα σημάδια του νου. Και μου φάνηκε απλό…

Πριν από τις λιτανείες, πριν από τις ομπρέλες και τις τελετουργικές ικεσίες, το φράγμα ήταν απλώς νερό. Άφθονο, βαρύ, σχεδόν υπερήφανο για την παρουσία του. Άπλωνε τη γαλάζια του πλάτη ανάμεσα στους λόφους και καθρέφτιζε ουρανούς που άλλαζαν διάθεση με τις ώρες, σύννεφα που περνούσαν σαν κοπάδια, πουλιά που έσκυβαν να πιούν φως. Οι όχθες του είχαν μια παλιά, αθόρυβη γραφικότητα. Ζωή σ’ όλες τις κλίμακες, καλάμια που ψιθύριζαν, πελεκημένα ρουκούνια και πορτοστασιές στο Σφεντύλι μισοβυθισμένα σαν μνήμες.

Οι άνθρωποι τότε στέκονταν και το κοιτούσαν χωρίς φόβο και χωρίς θεατρικότητα, σαν να κοιτούσες μια μεγάλη αναπνοή της γης. Το νερό περίσσευε, έδινε την ψευδαίσθηση αιωνιότητας, σαν να είχε συμφωνήσει ο χρόνος να κάνει εδώ μια μικρή παύση. Και μέσα σ’ εκείνη τη σιωπηλή πληρότητα, το φράγμα δεν ήταν έργο μηχανικών ούτε ζήτημα διαχείρισης· ήταν μια απλή υπόσχεση. Ότι η φύση, έστω για λίγο, είχε αποφασίσει να σταθεί στο πλευρό των ανθρώπων.

Μα οι άνθρωποι, όπως πάντα, συνήθισαν το θαύμα και το πέρασαν για δεδομένο. Έστησαν επάνω του σχέδια, αριθμούς, υποσχέσεις. Μέτρησαν το νερό σε κυβικά, το μοίρασαν σε ποσοστά, το έντυσαν με λόγια ανάπτυξης και προόδου. Και καθώς οι όχθες γέμιζαν με φωνές και έργα, ξέχασαν τη σιωπή που το είχε γεννήσει. Ξέχασαν ότι το νερό δεν ανήκει σε κανέναν. Μονάχα περνά.

Και τότε, αργά, σχεδόν ανεπαίσθητα, άρχισε η απόσυρση. Πρώτα οι χειμώνες έγιναν φτωχοί, ύστερα οι άνεμοι πιο θερμοί, κι έπειτα ο ουρανός άρχισε να σφίγγει τα χείλη του. Σαν να γύρισε η φύση το πρόσωπο αλλού, όχι από θορυβώδη οργή, αλλά από εκείνη τη βαθιά, βιβλική σιωπή που προηγείται της κρίσης.

Σαν άλλος προφήτης σε ξεχασμένο λόφο, ο τόπος μιλούσε και κανείς δεν άκουγε.

«Και εστέγνωσαν οι ουρανοί επάνωθεν», θα έγραφε κάποιος γραμματικός της Παλαιάς Μνήμης, «και η γη εσχίσθη ως αγγείον παλαιόν, και οι άνθρωποι εζήτουν ύδωρ και ουχ ευρέθη».
Δεν ήρθε κατακλυσμός, μήτε φωτιά. Ήρθε το κενό. Το νερό τραβήχτηκε σαν ευλογία που ανακαλείται, και ο πυθμένας φανερώθηκε γυμνός, ραγισμένος, με τις πέτρες να μοιάζουν με οστά τυμπανιαίου πτώματος.

Τότε κατάλαβαν, μα ήταν αργά χωρίς πόνο, πως η φύση δεν εκδικείται με θυμό ανθρώπινο. Δεν υψώνει φωνή, δεν απειλεί.  Απλώς αποσύρεται. Και η απόσυρσή της είναι πιο βαριά από κάθε καταστροφή.

Οι ουρανοί έκλεισαν σαν πύλες. Τα σύννεφα έγιναν περαστικοί ξένοι που δεν σταματούσαν πια. Και ο ήλιος, σκληρός και αδιάφορος, έπεφτε πάνω στον ξερό πυθμένα σαν παλαιός νόμος:
«Ό,τι σου εδόθη, δύναται και να σου αφαιρεθεί». Κι οι άνθρωποι, μικροί μέσα στην απουσία του νερού, στάθηκαν γύρω από τη γυμνή λεκάνη σαν λαός που έχασε την Κιβωτό του. Έψαχναν σημάδι. Μια σταγόνα, έναν ήχο από το βάθος. Μα αντί για απάντηση, άκουγαν μόνο τον άνεμο να περνά και να επαναλαμβάνει, σαν από παλαιό χειρόγραφο της Γραφής: Η γη δεν λησμονεί. Ο ουρανός δεν χρωστά. Και το θαύμα δεν κατοικεί εκεί όπου οι άνθρωποι το θεωρούν δεδομένο.

 

(*) Ο κ. Κωστής Ε. Μαυρικάκης είναι Πολιτικός Μηχανικός ΕΜΠ. Η φωτογραφία που συνοδεύει την επιφυλλίδα είναι σύνθεση με τμήμα από το έργο «η τελική Κρίση» του Μιχαήλ Άγγελου από την οροφή του παπικού Αποστολικού Παλατιού του Βατικανού της Καπέλα Σιξτίνα.

Γίνε ο ρεπόρτερ του CRETALIVE

Στείλε την είδηση