Πού πήγε αυτός που ξέρει να μιλά, που ξέρει πιο πολύ και να πιστεύει;
Οι παλαιοί αλχημιστές του Μεσαίωνα προσπαθούσαν να μετατρέψουν το μόλυβδο σε χρυσό. Οι σύγχρονοι επικοινωνιολόγοι επιχειρούν κάτι δυσκολότερο: Να μετατρέψουν την πολιτική υπαιτιότητα σε πολιτική αθωότητα.
Του ΚΩΣΤΗ Ε. ΜΑΥΡΙΚΑΚΗ (*)
Κάθε μια τετραετία, συνήθως στη γέμωση του εκλογικού φεγγαριού, η χώρα αποκτά ένα καινούργιο κόμμα. Όχι επειδή αλλάζουν οι άνθρωποι. Ούτε επειδή μεταβάλλονται οι ιδέες. Αλλά επειδή φθείρονται οι ταμπέλες.
Το παλαιό κατάστημα κατεβάζει ρολά και επιγραφή, βάφει πρόχειρα τους τοίχους, αλλάζει τη βιτρίνα, τοποθετεί νέο φωτισμό και επανέρχεται στην αγορά σαν νεοσύστατη επιχείρηση σωτηρίας του έθνους. Οι ίδιοι ένοικοι. Τα ίδια έπιπλα. Τα ίδια συρτάρια. Μόνον οι ταμπέλες αλλάζουν.
Και οι ψηφοφόροι, τα αιώνια θύματα, προσκεκλημένοι μαϊντανοί και γλάστρες σε εγκαίνια, καλούνται να καθαγιάσουν την «καινή κτίση», το «καινούργιο» οικοδόμημα.
Παρακολουθεί κανείς με περισσή συγκίνηση και δακρυρόεντες οφθαλμούς, τις συσκέψεις των επιτελείων για την ονοματοδοσία και τα ανεκλάλητα γεννητούρια των νέων πολιτικών σχηματισμών. Ασφαλώς και δεν πρόκειται για πολιτική με κλασικούς όρους αλλά με μεταφυσικούς. Και για να σοβαρευτούμε, πρόκειται κυρίως, για παρά φύσιν γέννες και βαπτίσεις. Οι ιδέες έχουν εξαντληθεί, αλλά οι λέξεις εξακολουθούν να γοητεύουν, να γεννούν ελπίδες.
«Πορεία», «επανεκκίνηση», προοδευτική συμμαχία», «πυξίδα», «αριστερή», «συστράτευση», «συμπαράταξη». Λέξεις καλοσιδερωμένες, με εύηχο άρωμα, απαλλαγμένες από κάθε κίνδυνο ανάφλεξης του περιεχομένου.
Δεν θα μπορούσε να είναι αλλιώς, γιατί είναι αυτονόητα αποδεκτό πια, ότι τα πολιτικά κόμματα των καταγέλαστων ημερών μας, δεν χρειάζονται πρόγραμμα. Χρειάζονται λογότυπο. Και ευθύς τότε, αρχίζει η αναζήτηση του συμβόλου. Όχι των νοημάτων, του συμβόλου. Η εποχή μας δεν καταναλώνει νοήματα και ιδέες. Καταναλώνει συνθήματα και εικόνες. Όσο περισσότερο πλήθος συγκεντρώνεται γύρω από μια ιδέα, τόσο συχνότερα αυτή χάνει το βάρος, την πολυπλοκότητα και την εσωτερική της αγωνία. Για να γίνει συλλογική, πρέπει πρώτα να απλουστευθεί, και συχνά η απλούστευση δεν είναι παρά μια μορφή ακρωτηριασμού της σκέψης.
Οι μεγάλες εποχές της ιστορίας οικοδομήθηκαν πάνω σε συνθήματα. Όμως τα συνθήματα, όσο αναγκαία και αν ήταν για τη δημόσια κινητοποίηση, αποτελούσαν σχεδόν πάντοτε τη σκιά μιας βαθύτερης σκέψης που προηγήθηκε. Καμία ιδέα δεν μπορεί να περάσει στις μάζες χωρίς να θυσιάσει μέρος από το βάθος της. Η συλλογικότητα απαιτεί ευκολία, επανάληψη, συγκίνηση, βεβαιότητα. Η αληθινή σκέψη, αντίθετα, γεννιέται μέσα στην αμφιβολία, στις αντιφάσεις, στον αναχωρητισμό και στη μοναξιά. Έτσι ερμηνεύεται γιατί οι κοινωνίες ορέγονται περισσότερο εκείνον που διακηρύσσει παρά εκείνον που στοχάζεται. Το θόρυβο του Ιπποδρόμου, παρά τη μοναξιά της ερήμου.
Ζούμε σε μια εποχή που η όποια συλλογικότητα δεν εκφράζεται μόνο μέσα από κόμματα, ιδεολογίες ή πλήθη πλατειών, αλλά κυρίως μέσα από τον καθημερινό ψηφιακό θόρυβο και τα παράγωγα σκουπίδια του. Η γνώμη πρέπει να είναι άμεση, σύντομη, εύπεπτη, καθαρή και κυρίως κοινοποιήσιμη. Κάθε σύνθετη σκέψη δεν έχει πέραση. Κάθε δισταγμός εκλαμβάνεται ως αδυναμία. Το πλήθος δεν απαιτεί ουσία και αλήθεια, αλλά ταχύτητα. Έτσι δημιουργείται μια παράδοξη τυραννία: ποτέ οι άνθρωποι δεν επικοινωνούσαν τόσο πολύ αλλά ποτέ η σκέψη δεν κινδύνευε τόσο από την ομοιομορφία και κυρίως από την πενία και την άμπωτη.
Όμως θα ήταν άδικο να αποδώσουμε την ευθύνη αποκλειστικά στους πολιτικούς.
Η «αγορά» και οι «πελάτες» είναι αυτά που καθορίζουν το προϊόν. Απαράβατος άλλωστε κανόνας της οικονομίας, του εμπορίου και των συναλλαγών κάθε είδους. Οι επικοινωνιολόγοι κατασκευάζουν συσκευασίες. Οι δημοσκόποι μετρούν εντυπώσεις. Τα focus groups εξετάζουν αντανακλαστικά. Και κάπου ανάμεσα σε στατιστικά διαγράμματα και ψηφιακές παρουσιάσεις, η πολιτική πεθαίνει από ασιτία. Απομένει το περιτύλιγμα, που συχνά κοστίζει περισσότερο από το περιεχόμενο.
Παλαιότερα τα κόμματα γεννιούνταν μέσα από κοινωνικές συγκρούσεις. Σε εργοστάσια, σε δρόμους, σε χωράφια. Στην απομόνωση και στις εξορίες. Από τις εξεγέρσεις στα πανεπιστήμια. Από τα υπόγεια παράνομα τυπογραφεία. Αναδύονταν από τις πραγματικές ανάγκες. Σήμερα γεννιούνται σε αίθουσες στρατηγικού σχεδιασμού. Με προτζέκτορες, με σκηνοθετημένο φωτισμό, με βίντεο εισαγωγής, με μουσική υπόκρουση. Και το μοναδικό κίνητρο που ελκύει δεν είναι οι ιδέες, αλλά ο εκχυδαϊσμός των αξιών και ο πρωτογονισμός της ιδιοτέλειας.
Η γέννηση ενός κόμματος σήμερα δεν διαφέρει σε τίποτα από την παρουσίαση ενός νέου μοντέλου καταναλωτικού είδους. Και ίσως γι’ αυτό οι πολιτικές παρατάξεις μοιάζουν ολοένα περισσότερο με προϊόντα περιορισμένης εγγύησης.
Σε όλο αυτό το σκοτεινό σύμπαν, υπάρχει βέβαια και το θαυμαστό φαινόμενο της πολιτικής μετενσάρκωσης. Εδώ είναι που βρίσκεται και η μεγαλύτερη ειρωνεία. Στην επιμονή των ίδιων προσώπων να εμφανίζονται κάθε λίγα χρόνια ως επανακάμπτονες εκ παρθενογένεσης Μεσσίες.
Ο πολιτικός που χθες ήταν υπεύθυνος για την παρακμή, εμφανίζεται σήμερα ως θεραπευτής της. Ο αρχιτέκτων του αδιεξόδου παρουσιάζεται ως ο ευρηματικός πολυμήχανος Οδυσσέας της εξόδου. Ο υπαίτιος του ναυαγίου, ως κυβερνήτης της σωστικής λέμβου. Και όλα αυτά χωρίς την παραμικρή αμηχανία ή αιδώ, αυτή που λέμε στην Κρήτη «τσίπα». Μόνο με την ήρεμη αυτοπεποίθηση εκείνου που γνωρίζει ότι σε αυτή τη χώρα, η δημόσια μνήμη έχει μικρότερη διάρκεια από μια τηλεοπτική σεζόν.
Οι παλαιοί αλχημιστές του Μεσαίωνα προσπαθούσαν να μετατρέψουν το μόλυβδο σε χρυσό. Οι σύγχρονοι επικοινωνιολόγοι επιχειρούν κάτι δυσκολότερο: Να μετατρέψουν την πολιτική υπαιτιότητα, σε πολιτική αθωότητα. Να πείσουν τους πολίτες ότι οι υπεύθυνοι του χθες αποτελούν τη λύση του αύριο. Να βαφτίσουν την ανακύκλωση, ανανέωση. Να παρουσιάσουν το déjà vu ως μοναδική ιστορική τομή.
Συνήθιζε ο Καβάφης να γράφει για κάποια Ελληνιστικά βασίλεια, όπου οι παλαιοί ηγεμόνες και αυλικοί, αφού κατέστρεφαν την πόλη, αποσύρονταν για λίγο καιρό ώστε να επανέλθουν θριαμβευτικά ως αναμορφωτές της. Οι πολίτες θα τους υποδέχονταν με ενθουσιασμό. Με ωσαννά. Οι σαλπιγκτές πάνω στα τείχη θα διαλαλούσαν την αναγέννηση. Οι χρονικογράφοι κι «οι πληρωμένοι αστρολόγοι της Αυλής» θα μιλούσαν για μια νέα αρχή αφού οι επανακάμπτοντες σωτήρες:
«φρονούν πως είναι στα γεμάτα
ενδεδειγμένοι για να υπηρετήσουν αυτήν τη χώρα,
την προσφιλή πατρίδα τους
Σ’ ό,τι δουλειά τους βάλουν
θα πασχίσουν να είναι ωφέλιμοι.
Αυτή είν’ η πρόθεσίς τους…» (1)
Και μόνο κάποιος ηλικιωμένος γραφέας, καθισμένος σε μια γωνιά της Αγοράς, θα παρατηρούσε σιωπηλά ότι οι σωτήρες έχουν τα ίδια πρόσωπα με τους χθεσινούς διαχειριστές της συμφοράς. Αλλά οι παρατηρήσεις των γραφέων σπανίως επηρεάζουν τις τελετές.
Το τραγικό δεν είναι ότι ιδρύονται νέα κόμματα. Αυτό είναι φυσιολογικό σε μια δημοκρατία. Το τραγικό είναι ότι η ανανέωση περιορίζεται μόνο στις ταμπέλες και στην ανακύκλωση. Ότι η μεταμόρφωση αφορά το όνομα και όχι τη νοοτροπία. Ότι η χώρα εξακολουθεί να αναζητεί Μεσσίες, ενώ χρειάζεται πολίτες. Και έτσι συνεχίζεται η μεγάλη εθνική μας παράδοση: Να αλλάζουμε σημαίες ευκαιρίας για να αναβάλλουμε την αλλαγή πορείας. Να εγκαινιάζουμε καινούργιες παρατάξεις, για να διασώζουμε παλαιές συνήθειες. Να εμπιστευόμαστε ξαναζεσταμένες σούπες για να χειροκροτούμε κάθε φορά τα θαύματα της πολιτικής ανακύκλωσης, σαν να τα βλέπουμε για πρώτη φορά.
(1) Κ.Π. Καβάφης, «Ας φρόντιζαν», 1930.
(*) Ο κ. Κωστής Ε. Μαυρικάκης είναι Πολιτικός Μηχανικός ΕΜΠ. Ο τίτλος της επιφυλλίδας είναι από το τραγούδι της Μ. Φαραντούρη «Ποιος τη ζωή μου» σε στίχους του Μάνου Ελευθερίου.
- Απ' έξω Αλέξης και στη… φόδρα Μητσοτάκης!
- Η παραμονή Φούντα στον ΟΦΗ είναι κάτι παραπάνω από μια ανανέωση!
- Δημιουργικό Χάος ή Δημοκρατική Διακυβέρνηση; Η Ελλάδα Έχει Επιλέξει Δρόμο








