ΑΠΟΨΕΙΣ

Το στοίχημα της επόμενης διακυβέρνησης: Πολιτική, κόμματα και κοινωνική αντανάκλαση

"Η πολιτική στην Ελλάδα δεν είναι πια μέρος της καθημερινότητάς μας. Δεν είναι ένας κόσμος που καταλαβαίνουμε, μέσα στον οποίο μπορούμε να δούμε τη θέση μας και να συζητήσουμε τις διαφωνίες μας"

Βουλή, Αίθουσα Ολομέλειας
Photo Credits: @intime (αρχείου)

Του Απόστολου Λουλουδάκη

Η συζήτηση για την αξιοπιστία των κομμάτων στην Ελλάδα επανέρχεται ξανά και ξανά, ειδικά πριν τις εκλογές ή σε περιόδους κρίσης. Τα ίδια και τα ίδια: δεν εμπιστευόμαστε τα κόμματα, οι πολιτικοί υπόσχονται πολλά και μετά τα διαψεύδουν.

Αλλά το πρόβλημα δεν είναι μόνο ότι οι πολιτικοί λένε ψέματα. Το πρόβλημα είναι βαθύτερο: φαίνεται ότι δεν υπάρχει πια ένας κοινός τόπος για να μετρηθεί η αξιοπιστία τους. Δεν υπάρχει κοινό σημείο αναφοράς για όλους, κάτι που να μας επιτρέπει να συγκρίνουμε, να κρίνουμε, να διαλέγουμε.

Η πολιτική στην Ελλάδα δεν είναι πια μέρος της καθημερινότητάς μας. Δεν είναι ένας κόσμος που καταλαβαίνουμε, μέσα στον οποίο μπορούμε να δούμε τη θέση μας και να συζητήσουμε τις διαφωνίες μας. Αντιθέτως, μοιάζει με κάτι ξεκομμένο, με δικούς της κώδικες και λογική που δεν χρειάζεται τη συμμετοχή μας για να δουλεύει.

Λέξεις που παλιά είχαν σημασία —εκπροσώπηση, κοινωνική πρόοδος, κοινό συμφέρον— σήμερα ακούγονται ωραίες, αλλά είναι άδειες. Είναι σαν να κυκλοφορούν μόνες τους, χωρίς να έχουν ρίζες στην καθημερινή ζωή.

Σε αυτό το κείμενο, η πολιτική δεν προσεγγίζεται σαν μια διαδικασία νόμων ή θεσμών, αλλά σαν κοινός κόσμος νοημάτων: ο χώρος όπου η ζωή μας μπορεί να αποκτήσει συλλογικό νόημα.

Η μεταπολίτευση, παρά τα προβλήματά της, κατάφερε να φτιάξει ένα σχετικά συνεκτικό πολιτικό σύμπαν. Τα κόμματα δεν ήταν μόνο μηχανισμοί για εκλογές. Ήταν δίαυλοι ένταξης, σημεία αναφοράς για τις συλλογικές προσδοκίες μας. Ακόμα και όταν διαφωνούσαμε, ξέραμε ότι υπήρχε ένα κοινό πλαίσιο μέσα στο οποίο η ψήφος μας είχε νόημα.

Η ψήφος δεν ήταν μόνο επιλογή· ήταν τρόπος να τοποθετηθούμε μέσα σε έναν κόσμο που φαινόταν κοινός και σχετικά σταθερός.

Αλλά αυτό το πλαίσιο σταδιακά καταρρέει. Η πολιτική έγινε διαχείριση, αποπολιτικοποιήθηκαν σημαντικά κοινωνικά ζητήματα και οι αποφάσεις παρουσιάζονται σαν αναγκαιότητες, όχι σαν επιλογές που μας αφορούν. Όταν η πολιτική μετατρέπεται σε τεχνικό θέμα, χάνει τον ρόλο της ως κοινός χώρος για συζήτηση και νοήματα.

Η κρίση και τα μνημόνια έσπασαν γρήγορα ό,τι απέμεινε. Οι παλιές αφηγήσεις δεν έπαψαν να μας λένε ψέματα· απλά δεν μπορούσαν πια να εξηγήσουν τη ζωή μας. Η καθημερινή εμπειρία της ανασφάλειας και της φτώχειας δεν χωρούσε σε κανένα πολιτικό αφήγημα. Η πολιτική άρχισε να φαίνεται σαν κάτι που απλώς συμβαίνει, όχι σαν κάτι που μπορούμε να συμμετάσχουμε.

Αν αυτή η εικόνα έμενε μόνο θεωρητική, θα μπορούσε κανείς να την πετάξει στην άκρη σαν υπερβολή. Αλλά οι έρευνες μιλούν ξεκάθαρα: οι δημοσκοπήσεις δείχνουν σταθερά ότι τα κόμματα δεν λειτουργούν πια ως σημεία αναφοράς για την κοινωνία.

Τα κόμματα φαίνεται να κρατούν ψηλά τα ποσοστά τους όχι γιατί πείθουν κόσμο καινούριο, αλλά γιατί διατηρούν δεσμούς με τον ήδη πεισμένο κύκλο υποστηρικτών. Αυτοί οι δεσμοί βασίζονται συχνά σε ιστορική ή συναισθηματική συνέχεια και όχι σε ένα συνεκτικό σχέδιο για το μέλλον. 

Η ψήφος δεν είναι προσδοκία για κάτι καλύτερο· είναι τρόπος να αποφύγεις την πλήρη αποσύνδεση. Και αυτή η σταθερότητα δεν ανοίγει δρόμους, απλώς βάζει όρια.

Γύρω από αυτούς τους περιορισμένους κύκλους δεν υπάρχει πλέον χώρος για ευρύτερη πολιτική ένταξη. Οι αναποφάσιστοι, οι περιστασιακοί ψηφοφόροι, οι πολίτες που παλιά μετακινούνταν ανάλογα με τις συνθήκες, σήμερα μένουν εκτός. Όχι γιατί δεν υπάρχει το «σωστό» κόμμα, αλλά γιατί δεν αναγνωρίζουν τον εαυτό τους στο ίδιο το πολιτικό πεδίο.

Οι δημοσκοπικές απαντήσεις τύπου «κανένα κόμμα δεν με εκφράζει» ή «όλοι είναι ίδιοι» δεν είναι μόνο κυνισμός· δείχνουν ότι δεν υπάρχει κοινός χώρος στον οποίο η πολιτική μπορεί να βιωθεί ουσιαστικά.

Η αποχή και η απόσυρση, με άλλα λόγια, δεν είναι αδυναμία ή έλλειψη δημοκρατικής κουλτούρας. 

Είναι σύμπτωμα μιας πολιτικής που έχει ξεκοπεί από την καθημερινή ζωή και δεν αναγνωρίζεται πλέον ως σχετική με την εμπειρία μας.

Αυτό δείχνει ένα κατακερματισμένο πολιτικό σώμα. Όχι πολυφωνικό, αλλά χωρίς κοινό σημείο αναφοράς. 

Τα κόμματα μιλούν κυρίως σε όσους ήδη συμμερίζονται τις ίδιες ιδέες και δεν καταφέρνουν να διασχίσουν κοινωνικά όρια ή εμπειρίες. Η πολιτική επικοινωνία γίνεται εσωστρεφής και οι συγκρούσεις περιορίζονται σε ένα στενό φάσμα, για τους ήδη ενταγμένους.

Έτσι εξηγείται το παράδοξο: η πολιτική σκηνή φαίνεται έντονα πολωμένη, αλλά κοινωνικά αδιάφορη. Οι συγκρούσεις υπάρχουν, αλλά δεν αφορούν τους πολλούς. 
Για όσους μένουν εκτός, η πολιτική μοιάζει θόρυβος· κάτι που παρακολουθούν, όχι που συμμετέχουν.
Ο κατακερματισμός δεν σημαίνει πολλούς μικρούς κόσμους· σημαίνει ότι δεν υπάρχει κοινός πολιτικός χώρος όπου οι θέσεις μπορούν να συγκρουστούν και να βγει νόημα. 

Οι δημοσκοπήσεις το δείχνουν καθαρά: κόμματα με σταθερούς υποστηρικτές, αλλά χωρίς κοινωνική ακτινοβολία· πολίτες με απόψεις, αλλά χωρίς πολιτική ένταξη.
Αυτό που καταρρέει δεν είναι μόνο η εμπιστοσύνη στα κόμματα, αλλά η ίδια η δυνατότητα της πολιτικής να φτιάξει ένα κοινό κοινωνικό σώμα. 
Όταν τα κόμματα επιβιώνουν μόνο με τους ήδη πεισμένους και δεν παράγουν νέο νόημα, η πολιτική γίνεται άθροισμα παράλληλων μονολόγων.

Και εδώ μπαίνει η φτώχεια: δεν είναι μόνο ζήτημα εισοδήματος ή επισφάλειας. Είναι η καθημερινή ζωή που οργανώνεται γύρω από διαρκή ανασφάλεια, που συμπιέζει τον χρόνο μας στο παρόν και αποσυνδέει την εμπειρία μας από κάθε σταθερό μέλλον.
Σε αυτές τις συνθήκες, η πολιτική δεν είναι πεδίο συλλογικής διαπραγμάτευσης. Οι υποσχέσεις δεν απορρίπτονται επειδή είναι ψεύτικες, αλλά επειδή δεν μπορούν να εγγραφούν στη ζωή των πολλών. 
Η πολιτική γλώσσα —της ανάπτυξης, των μεταρρυθμίσεων, των σχεδίων— ακούγεται σαν γλώσσα ενός άλλου κόσμου, που δεν τέμνεται με την καθημερινή μας εμπειρία.

Η φτώχεια δεν φέρνει πάντα πολιτική ριζοσπαστικοποίηση. Συχνότερα φέρνει εξάντληση, αποσύνδεση και σιωπή. Χάνει κανείς τη δυνατότητα συλλογικής ταύτισης, και οι εμπειρίες απώλειας μένουν ατομικές. Χωρίς κοινό πλαίσιο, η πολιτική γίνεται κάτι που παρακολουθούμε, όχι κάτι που ζούμε.

Το ερώτημα, λοιπόν, δεν είναι αν τα κόμματα μπορούν να γίνουν πιο αξιόπιστα με καλύτερη επικοινωνία ή διαφορετικά πρόσωπα. Είναι αν, μέσα σε φτώχεια και ανασφάλεια, μπορεί η πολιτική να ξαναγίνει κοινή εμπειρία· να συνδέσει τις ατομικές εμπειρίες και να φτιάξει έναν κοινό χρόνο προσδοκίας, πέρα από τη μάχη της επιβίωσης.

Χωρίς αυτή την ανασύνδεση —που δεν είναι μόνο θεσμική ή επικοινωνιακή, αλλά κοινωνική και υλική— η πολιτική θα συνεχίσει να υπάρχει τυπικά, αλλά δεν θα είναι ζωντανή, κοινά αναγνωρίσιμη διαδικασία.

Το διακύβευμα δεν είναι οι θεσμοί· είναι η ίδια η δυνατότητα της πολιτικής να συγκροτεί κοινωνία.

Γίνε ο ρεπόρτερ του CRETALIVE

Στείλε την είδηση