Καιρός: Ζέστη μέχρι την Μεγάλη Πέμπτη, αβεβαιότητα για την Κυριακή του Πάσχα
«Ο καιρός του Πάσχα δεν έχει ακόμη πει την τελευταία του λέξη» σύμφωνα με τον Θοδωρή Κολυδά που κάνει λόγο για «σύγκρουση» δύο προγνωστικών μοντέλων
Αβέβαιες είναι ακόμα οι καιρικές συνθήκες με τις οποίες θα κάνουμε Πάσχα, ενώ πιο βέβαιο είναι το γεγονός πως τη Μεγάλη Εβδομάδα ο καιρός θα είναι καλός και η θερμοκρασία θα σημειώσει άνοδο.
Σύμφωνα με τον μετεωρολόγο Θοδωρή Κολυδά, το Πάσχα θα κάνει λίγο περισσότερο κρύο από τις προηγούμενες ημέρες, καθώς θα υπάρξει πτώση στη θερμοκρασία, ωστόσο όσον αφορά την πιθανότητα βροχοπτώσεων, όλα τα ενδεχόμενα είναι ακόμα ανοιχτά.
Η πρόγνωση για τις βροχές
Ακόμα πιο αβέβαιο φαίνεται πως είναι το τοπίο για τις βροχές. Σύμφωνα και πάλι με τον μετεωρολόγο, υπάρχει μια ένδειξη αστάθειας προς το τέλος της Μεγάλης Εβδομάδας και την Κυριακή του Πάσχα, όχι όμως τόσο ισχυρή ώστε να δικαιολογεί από τώρα βεβαιότητες ή κατηγορηματικές διατυπώσεις.
Τα δύο μοντέλα για το Πάσχα
Όπως αναφέρει ο κ. Κολυδάς, το ενδιαφέρον μετατοπίζεται στη σύγκριση των δύο κύριων αριθμητικών μοντέλων, του ευρωπαϊκού ECMWF και του αμερικανικού GFS. Τα δύο μοντέλα δεν διαφωνούν απλώς στο πόσο θα βρέξει ή στο πού θα σημειωθούν τοπικά περισσότερα φαινόμενα. Διαφωνούν στην ίδια τη δομή της κυκλοφορίας πάνω από την Ανατολική Μεσόγειο, άρα και στον ίδιο τον τύπο του καιρού που ενδέχεται να επικρατήσει κατά το Πάσχα.
Το GFS εξακολουθεί να υποστηρίζει ένα πιο κλειστό και βαθύ ανώτερο χαμηλό στα νοτιοδυτικά της χώρας. Πρόκειται για μια διάταξη που, εφόσον επιβεβαιωθεί, μπορεί να οδηγήσει σε περισσότερο οργανωμένη επιδείνωση, με καλύτερη τροφοδότηση υγρασίας από τις θαλάσσιες περιοχές και με αυξημένες πιθανότητες για πιο γενικευμένα φαινόμενα. Ένα τέτοιο σενάριο δεν αφορά μόνο την ένταση των βροχών, αλλά και τη διάρκεια και τη συνοχή τους, καθώς ένα κλειστό χαμηλό στα νοτιοδυτικά έχει συχνά τη δυνατότητα να «δουλέψει» περισσότερο την ατμόσφαιρα και να δώσει πιο επίμονο καιρό.
Στον αντίποδα, το ECMWF διατηρεί τις κύριες διαταραχές βορειοανατολικότερα. Με αυτή τη λογική, η κυκλοφορία παραμένει πιο ανοιχτή, τα συστήματα περνούν ταχύτερα και η επιδείνωση για τον ελλαδικό χώρο δείχνει λιγότερο οργανωμένη. Σε αυτή την περίπτωση ο καιρός δεν αποκλείεται να παρουσιάσει αστάθεια ή περάσματα φαινομένων, όμως η εικόνα απέχει από εκείνη ενός ώριμου και καλά τροφοδοτούμενου συστήματος που εγκαθίσταται κοντά στη χώρα και επηρεάζει μεγάλα τμήματά της με διάρκεια.
Με άλλα λόγια, δεν έχουμε μπροστά μας απλώς μια διαφορά θέσης του χαμηλού κατά μερικές εκατοντάδες χιλιόμετρα. Έχουμε δύο διαφορετικές μετεωρολογικές λογικές. Η πρώτη, του GFS, παραπέμπει σε έναν πιο «μεσογειακό» τύπο οργανωμένης διαταραχής, με μεγαλύτερη δυναμική, περισσότερη υγρασία και αυξημένη ικανότητα παραγωγής φαινομένων. Η δεύτερη, του ECMWF, δείχνει περισσότερο έναν καιρό ταχύτερων διαταραχών, πιο περιορισμένης οργάνωσης και πιθανόν πιο άνισης κατανομής των φαινομένων στον ελληνικό χώρο.
Οι τέσσερις βασικές παράμετροι που επηρεάζονται
Όπως αναφέρει ο μετεωρολόγος, η διαφορά αυτή επηρεάζει τέσσερις βασικές παραμέτρους. Πρώτα απ’ όλα, τη θέση των ισχυρότερων ανοδικών κινήσεων. Όταν το ανώτερο χαμηλό τοποθετείται στα νοτιοδυτικά, η Ελλάδα συχνά μπαίνει στον ευνοϊκό τομέα του συστήματος, εκεί όπου η ατμόσφαιρα ευνοεί περισσότερο τη δημιουργία νεφώσεων και φαινομένων. Αντίθετα, όταν οι διαταραχές περνούν βορειοανατολικά, το πεδίο της ανύψωσης μπορεί να είναι ασθενέστερο ή πιο αποσπασματικό. Επηρεάζεται επίσης η μεταφορά υγρασίας, καθώς το νοτιοδυτικό χαμηλό έχει συνήθως μεγαλύτερη δυνατότητα να αντλήσει υγρότερες αέριες μάζες προς την περιοχή μας. Καθορίζεται ακόμη η διάρκεια των φαινομένων, αφού ένα κλειστό χαμηλό δίνει συχνά πιο αργή και πιο επίμονη επιδείνωση, ενώ οι βορειοανατολικές διαταραχές συνδέονται με πιο σύντομα περάσματα. Τέλος, αλλάζει και η γεωγραφική κατανομή των φαινομένων, δηλαδή ποιες περιοχές ευνοούνται περισσότερο και ποιες μένουν στο περιθώριο της κύριας δραστηριότητας.
Το ίδιο αποτυπώνεται, έστω και με διαφορετικό τρόπο, και στους χάρτες υετού για την Κυριακή του Πάσχα που παραθέτει ο κ. Κολυδάς.
Στο ένα σενάριο, εκείνο που συνδέεται με την πιο κλειστή και νοτιοδυτική τοποθέτηση του χαμηλού, η ζώνη των φαινομένων εμφανίζεται πιο ενεργή πάνω από την κεντρική και νότια Ελλάδα, με πιο οργανωμένη διάταξη και καλύτερη σύνδεση με το Αιγαίο και το Ιόνιο.
Αυτό υποδηλώνει ότι, αν το συγκεκριμένο σενάριο του GFS επικρατήσει, οι βροχές θα μπορούσαν να αποκτήσουν πιο ουσιαστικό χαρακτήρα σε μεγαλύτερο τμήμα της χώρας, με τοπικά πιο αξιόλογες ποσότητες και μεγαλύτερη χρονική διάρκεια.
Στο άλλο σενάριο, η κύρια ζώνη υετού μετατοπίζεται βορειότερα και ανατολικότερα, ενώ ένα σημαντικό τμήμα της δραστηριότητας παραμένει μακριά από τον κορμό του ελληνικού χώρου ή εμφανίζεται περισσότερο αποσπασματικό. Σε αυτή την εκδοχή, η Ελλάδα δεν βρίσκεται τόσο καθαρά στον πυρήνα της διαταραχής, με αποτέλεσμα τα φαινόμενα να φαίνονται πιο επιλεκτικά, λιγότερο οργανωμένα και σε κάθε περίπτωση όχι τόσο εκτεταμένα όσο στο εναλλακτικό σενάριο.
Στο βίντεο που ακολουθεί αποτυπώνεται με σαφήνεια αυτή η παράλληλη πορεία των μοντέλων στα 500 hPa.
