ΚΡΗΤΗ
Γιάννης Ευαγγελάτος: «Δεν μπορούσα ποτέ να φανταστώ ότι θα τους ενοχλούσε ακόμη και το ότι ανέπνεα ελεύθερα…»
«Η καρδιά μου ράγισε…θα ήταν ανέντιμο να συνεχίσω να δικάζω με μισή καρδιά»-Mία καταιγιστική συνέντευξη από τον τέως πλέον εφέτη, μετά την παραίτηση που αιφνιδίασε πολλούς
Συνέντευξη στην Ευαγγελία Καρεκλάκη
Η παραίτηση του τέως-πλέον -εφέτη Γιάννη Ευαγγελάτου συζητήθηκε έντονα στον νομικό κόσμο. Ήταν μια παραίτηση που αιφνιδίασε πολλούς, καθώς πρόκειται για έναν δικαστή που υπηρέτησε τη Δικαιοσύνη με συνέπεια, αυταπάρνηση και απόλυτη αφοσίωση επί 22 χρόνια.
«Η καρδιά μου ράγισε και πράγματι είπα ‘ως εδώ’. Θα ήταν ανέντιμο να συνεχίζω να δικάζω με μισή καρδιά πλέον…», εξομολογείται στην πρώτη του συνέντευξη μετά την παραίτηση. Μία συνέντευξη-ποταμός που μιλάει για όλα με αφοπλιστική ειλικρίνεια, χωρίς περιστροφές. Ιδεαλιστής και αντισυμβατικός, ανθρώπινος, συναισθηματικός αλλά και αιχμηρός, εξωστρεφής αλλά και αυστηρός πρωτίστως με τον εαυτό του, με ευθύ λόγο και έντονη θεσμική αγωνία, ο κ. Γιάννης Ευαγγελάτος μιλά ανοιχτά για τη Δικαιοσύνη, αποκαλύπτει προσωπικές καταστάσεις με ιδιαίτερο συναισθηματικό φορτίο και ασκεί αιχμηρή κριτική στο σύστημα, με τη φωνή ενός δικαστή που δεν φοβάται να σταθεί απέναντι στο κατεστημένο. «Είναι Δονκιχωτισμός πλέον να πιστεύεις ότι υπηρετείς τον πολίτη και τη Δικαιοσύνη και όχι ότι συμμετέχεις σε ένα θέατρο του παραλόγου» υπογραμμίζει, ενώ σε άλλο σημείο τονίζει: «Όταν ο δικαστής αισθάνεται αδύναμος, πώς θα νιώθει ο πολίτης που απευθύνεται σε αυτόν για να του αποδώσει το Δίκαιο;». Υπενθυμίζει ακόμα ότι η Δικαιοσύνη δεν είναι πολυτέλεια, αλλά θεμέλιο της ίδιας της ζωής μας, λέγοντας χαρακτηριστικά: «Να ζεις χωρίς Δικαιοσύνη είναι ο πιο σίγουρος θάνατος.»
Ο δικαστής δεν είναι απλά ένας μηχανισμός εφαρμογής των νόμων, εγκλωβισμένος σε θεσμική ακαμψία. Όπως λέει, «γνώριζα ότι ενοχλούσα κάποιους που δεν θέλουν να βλέπουν έναν δικαστή να γράφει λογοτεχνικά βιβλία, να διοργανώνει φιλανθρωπικούς αγώνες και εικονικές δίκες με μαθητές, αλλά δεν μπορούσα ποτέ να φανταστώ ότι θα τους ενοχλούσε ακόμη και το ότι ανέπνεα ελεύθερα…».
Για τον Γιάννη Ευαγγελάτο το δικαστήριο είναι καθρέφτης της ανθρώπινης ψυχής. «Όλα τα έχει ο άνθρωπος μέσα του, κι όλα αποκαλύπτονται στο Δικαστήριο, αν κοιτάξει κανείς βαθιά μέσα στα μάτια του άλλου…».
Τι θα άλλαζε στο δικαστικό μας σύστημα; Πόσο κινδυνεύει τελικά η έννοια της δίκαιης δίκης; Υπήρξε κάποια υπόθεση που τον σημάδεψε; Τι λέει για τον κόσμο που φεύγει άπραγος από τα δικαστήρια, για τους δικαστές που «θορυβούν», για τη δικαιοσύνη που «νοσεί»;
Ακολουθεί αυτούσια η συνέντευξη που παραχώρησε στο Cretalive.gr:
Ερ:-Η παραίτησή σας χαρακτηρίστηκε από πολλούς “ηχηρή”. Όσοι σας γνωρίζουν λένε ότι για να φτάσετε σε αυτή την απόφαση “κάτι σοβαρό συνέβη”. Υπήρξε ένα συγκεκριμένο γεγονός ή ήταν η συσσώρευση πολλών καταστάσεων; Τι ήταν εκείνο που σας έφερε στο σημείο να πείτε “ως εδώ”;
Γ. Ευαγγελάτος: «Δεν επιδίωξα ποτέ μια ηχηρή παραίτηση! Δεν έστειλα καμία επιστολή πουθενά! Απλώς ανάρτησα στο Facebook όσα είχα πει και είχα γράψει και στο παρελθόν. Δεν υπήρξε ένα συγκεκριμένο καθοριστικό γεγονός, αλλά μια σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι. Από την πρώτη στιγμή που άρχισα να ανεβαίνω στην Έδρα, έδινα όλη μου την ψυχή, δίκαζα με όλη μου την καρδιά… Μου προκαλούσαν θλίψη όσα έβλεπα να συμβαίνουν, αυτά που περιέγραψα στην ανάρτησή μου και όσα βλέπουν όλοι όσοι έρχονται στα Δικαστήρια, ιδιαίτερα τα τελευταία χρόνια, αλλά κάποια στιγμή η καρδιά μου ράγισε και πράγματι είπα «ως εδώ». Θα ήταν ανέντιμο να συνεχίζω να δικάζω με μισή καρδιά πλέον…
Πριν κάποιους μήνες έγιναν αυτεπάγγελτες και παντελώς αδικαιολόγητες μεταθέσεις Δικαστών, καθώς και πολλές απολύσεις έντιμων και άξιων συναδέλφων, λόγω καθυστερήσεων στην έκδοση των πολιτικών αποφάσεων. Κατά τη γνώμη μου, τέτοιες ενέργειες δεν θίγουν μόνο την ανεξαρτησία των Δικαστών που μετακινούνται, αλλά προσβάλλουν και την ανεξαρτησία εκείνων που παραμένουν. Θεωρώ ότι, στις σοβαρές τουλάχιστον περιπτώσεις, θα πρέπει να κρίνεται ένας Δικαστής από τη συνολική του πορεία και όχι από κάποια στάση του. Όμως, είναι γνωστό πόσο εκτεθειμένοι, αλλά και απροστάτευτοι, είναι όλοι οι δικαστικοί λειτουργοί κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους.
Στη «Δίκη» του Κάφκα υπάρχει ένα απόσπασμα διαχρονικά επίκαιρο: «Ό, τι μου συνέβη είναι ένα μεμονωμένο περιστατικό και σαν τέτοιο δεν θα είχε μεγάλη σημασία, αφού μάλιστα δεν το παίρνω και πολύ σοβαρά, αν δεν ήταν δείγμα μιας πολιτικής που στρέφεται και εναντίον πολλών άλλων. Για εκείνους μιλάω εδώ, όχι για τον εαυτό μου». Ίσως τώρα η σταγόνα να ξεχείλισε το δικό μου ποτήρι, όμως εδώ και χρόνια έβλεπα δίπλα μου ένα ολόκληρο ποτάμι να φουσκώνει και να κυλά ορμητικά ….».
Ερ: Στην πρώτη σας ανάρτηση επιλέξατε στίχους από τη “Ρωμιοσύνη”. Ήταν μια συμβολική δήλωση ότι δεν θέλατε να συμβιβαστείτε με κάτι που θεωρήσατε άδικο;
Γ. Ευαγγελάτος: «Εκτός από το μικρό όνομα ίσως να έχω και κάτι ακόμα κοινό με τον Ρίτσο: Την αίσθηση ότι καμιά φορά ο άνθρωπος μπορεί να αδικηθεί μέσα στον ίδιο τον χώρο του, που υπηρετεί με πίστη… Ξέρετε, όταν έχεις υπηρετήσει με αυταπάρνηση και με προσήλωση το Δίκαιο επί είκοσι δύο χρόνια, γίνεσαι και πιο άτεγκτος. Φτάνοντας, λοιπόν, στο τέλος της δικαστικής μου διαδρομής δεν μπορώ να μην θυμηθώ ότι σε όλα αυτά τα έτη που υπηρέτησα, δεν είχα ποτέ την παραμικρή καθυστέρηση στην έκδοση των αποφάσεων και δεν απουσίασα ούτε μία μέρα από την υπηρεσία μου. Υπήρξαν στιγμές βαθιά προσωπικές και οδυνηρές, όπως όταν η σύζυγός μου νοσηλευόταν για αποβολή δίδυμης κύησης κι εγώ εκείνη την ώρα δίκαζα Μονομελές ή όταν, πρόσφατα, πέθανε η μητέρα μου και εγώ, μία μέρα πριν την κηδεία της, προήδρευα στο Μικτό Ορκωτό, για να μην αντικατασταθώ και επιβαρύνω κάποιον συνάδελφο, αφού ποτέ στη ζωή μου δεν ήθελα να αδικήσω ούτε τον πιο άδικο άνθρωπο. Γνώριζα ότι ενοχλούσα κάποιους που δεν θέλουν να βλέπουν έναν Δικαστή να γράφει λογοτεχνικά βιβλία, να διοργανώνει ποδοσφαιρικούς φιλανθρωπικούς αγώνες και εικονικές δίκες με τη συμμετοχή μαθητών, αλλά δεν μπορούσα ποτέ να φανταστώ ότι θα τους ενοχλούσε και το ότι ανέπνεα ελεύθερα....Από ένα σημείο και μετά πρέπει να βάζουμε τον πήχη ψηλά, ώστε κι αν περάσουμε από κάτω να περάσουμε τουλάχιστον όρθιοι! Το χρέος απέναντι στον εαυτό μας είναι να διατηρούμε πάντα την αξιοπρέπειά μας. Δεν μπορείς να συμβιβάζεσαι όταν νιώθεις ότι προσβάλλουν τη νοημοσύνη σου».
Ερ: Υπήρξε κάποια στιγμή στην καριέρα σας που αισθανθήκατε ότι δεν μπορούσατε πλέον να υπηρετήσετε τη Δικαιοσύνη όπως την είχατε οραματιστεί;
Γ. Ευαγγελάτος: «Πολλές φορές! Και με συγκρατούσε η σκέψη ότι, αν εγώ υποχωρήσω τώρα, ο πολίτης που έχει ανάγκη τη Δικαιοσύνη τι θα πρέπει να κάνει; Όταν ο Δικαστής αισθάνεται αδύναμος, πως θα νιώθει ο πολίτης που απευθύνεται σε αυτόν για να του αποδώσει το Δίκαιο;
Όταν όμως είδα και στο Εφετείο πόσο ταλαιπωρείται ο κόσμος στα Δικαστήρια με τις διακοπές συνεδριάσεων και με τα γεμάτα πινάκια, κατάλαβα ότι είναι μάταιο, ότι είναι Δονκιχωτισμός πλέον να πιστεύεις ότι υπηρετείς τον πολίτη και τη Δικαιοσύνη και όχι ότι συμμετέχεις και εσύ σε ένα θέατρο του παραλόγου. Σκεφτείτε πόσος κόσμος φεύγει καθημερινά από τα Δικαστήρια όχι δικαιωμένος, όχι στεναχωρημένος, αλλά άπραγος…. Σκεφτείτε πόσες ώρες χαμένες…. Γιατί να πρέπει να έρθει από τις 9 το πρωί για να φύγει στις 15.00 χωρίς να έχει εκδικαστεί η υπόθεσή του; Σε ποιο Δικαστήριο της Ευρώπης συναντάμε τόσο, αδικαιολόγητο, συνωστισμό;
Ήμουν Δικαστής ανηλίκων περισσότερο από μια δεκαετία! Το Δικαστήριο Ανηλίκων στην Ελλάδα συχνά υποτιμάται, ενώ είναι το μόνο Δικαστήριο που πρέπει να έχει παιδαγωγικό χαρακτήρα και που υπάρχει η πιθανότητα να σωθεί έστω ένα παιδί! Όταν ο κατηγορούμενος είναι 45-50 ετών για ποιο σωφρονισμό μιλάμε; Όταν όμως έχεις απέναντί σου ένα 15χρονο παιδί, οφείλεις να δώσεις και την ψυχή σου για να σώσεις αυτό το παιδί. Με ποια μέσα όμως; Με ποιες υπηρεσίες; Για χρόνια στο Ηράκλειο, στη Ρόδο, στο Ναύπλιο και σε τόσες άλλες πόλεις διεξάγονται δίκες ανηλίκων χωρίς επιμελητές ανηλίκων! Είναι σαν να λειτουργούν σχολεία χωρίς δασκάλους…»
Ερ: Γράφετε, στη δεύτερη ανάρτηση που κάνατε χρονικά, ότι το δόγμα “οι δικαστές μιλούν μόνο με τις αποφάσεις τους” δεν αρκεί όταν η Δικαιοσύνη νοσεί. Γιατί πιστεύετε ότι πολλοί δικαστές επιλέγουν τη σιωπή; Είναι φόβος, θεσμική αυτοσυγκράτηση ή μια βαθιά ριζωμένη κουλτούρα;
Γ. Ευαγγελάτος: «Πολύ δύσκολη ερώτηση, πραγματικά! Αναρωτιέμαι και εγώ! Είναι γεγονός ότι πρόκειται για ένα αρκετά συντηρητικό Σώμα, με αρκετούς βλοσυρούς, απόμακρους ανθρώπους, που πιστεύουν ότι οι Δικαστές οφείλουν να είναι κλεισμένοι στα γραφεία τους, απομονωμένοι, σκυμμένοι συνεχώς πάνω από τις δικογραφίες, να μην δρουν, να μη μιλούν, να μη ζουν….
Ο Δικαστής, όμως, πρέπει είναι ταγμένος να απονέμει Δικαιοσύνη και όχι απλώς να εφαρμόζει τον νόμο μεταβαλλόμενος σε άψυχο όργανο. Να μην έχει απλώς γνώσεις, αλλά επίγνωση της αποστολής του. Η Δικαιοσύνη μπορεί να είναι τυφλή, αλλά ο Δικαστής πρέπει να βλέπει, να ακούει, να αντιλαμβάνεται, να αισθάνεται και όταν χρειάζεται να μιλά…. Πρέπει να είναι πρώτα από όλα άνθρωπος, να βρίσκεται μέσα στην κοινωνία, να μην κρύβεται, να είναι πολυδιάστατος, γεμάτος από εμπειρίες και να εμπνέει με το ήθος του εντός και εκτός Δικαστηρίων».
Ερ: Αναφέρεστε σε μια “θλιβερή μειοψηφία” που θορυβεί και κυριαρχεί. Θεωρείτε ότι αυτή η μειοψηφία επηρεάζει ουσιαστικά τη λειτουργία της Δικαιοσύνης;
Γ. Ευαγγελάτος: «Δυστυχώς, αυτή η μερίδα των δικαστών δημιουργεί ουσιαστικό πρόβλημα στην απονομή της Δικαιοσύνης, καθώς οι άνθρωποι αυτοί δεν είναι ότι δικάζουν σπάνια ή μένουν στάσιμοι, αλλά προάγονται, διοικούν, αποφασίζουν και προεδρεύουν σε πολυμελείς συνθέσεις …. Εξάλλου, αυτοί οι λίγοι δικαστές που με τη συμπεριφορά τους, τις αποφάσεις τους, τη στάση τους, προσβάλλουν το κύρος της Δικαιοσύνης, δεν δυσφημούν τον εαυτό τους, αλλά βλάπτουν καίρια τον ίδιο τον θεσμό, αφού τον τίτλο ενός άρθρου τον διαβάζουν πάντοτε περισσότεροι από όσους διαβάζουν το ίδιο το άρθρο… Η εντύπωση που σχηματίζει ο κόσμος για τη Δικαιοσύνη είναι η εικόνα που βγάζουν αυτοί οι άνθρωποι προς τα έξω. Προσβάλλουν και εκθέτουν επίσης και τους πολλούς συναδέλφους τους, που μοχθούν πραγματικά πάνω από βουνά από δικογραφίες και οι μόνες διακοπές που γνωρίζουν είναι οι διακοπές των συνεδριάσεων. Είναι άδικο κυρίως για αυτούς!».
Ερ: Θέτετε ένα πολύ χαρακτηριστικό ερώτημα: “Πόσο δίκαιη μπορεί να είναι μια δίκη όταν ο δικαστής καλείται να δικάσει είκοσι κακουργήματα σε μία ημέρα;”. Τελικά κινδυνεύει η ίδια η έννοια της δίκαιης δίκης;
Γ. Ευαγγελάτος: «Τίποτα στο κόσμο δεν είναι πιο δύσκολο από την απονομή της Δικαιοσύνης! Ο Δικαστής καλείται να αποφασίσει για τα πολυτιμότερα αγαθά του πολίτη: Την ελευθερία του, την αξιοπρέπειά του, την τιμή του, την κοινωνική και επαγγελματική του υπόσταση και πολλές φορές ακόμα και την ίδια του την ύπαρξη. Όταν, όμως, υπάρχει τόσο μεγάλη πίεση και φόρτος εργασίας, που συνδυάζεται με τη «δαμόκλειο σπάθη» των απολύσεων ή των πειθαρχικών, όταν ο Δικαστής πρέπει να γίνει ταχυδακτυλουργός ή μάγος για να τελειώσει τις υποθέσεις της δικασίμου, δεν αυξάνεται και ο κίνδυνος λαθών; Πόσος χρόνος, άραγε, αναλογεί σε κάθε κατηγορούμενο; Κάποιος μπορεί να βρεθεί μόνο μια φορά στη ζωή του σε αυτή τη θέση και δεν θα ήθελε να βλέπει τον Δικαστή και τον Εισαγγελέα να κοιτούν με αγωνία το ρολόι τους, ούτε να ακούει «συντομεύετε κύριε γιατί έχουμε κι άλλες υποθέσεις»….Για τις τόσες πολλές καταδίκες της χώρας μας από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο για παραβίαση του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ, για «δίκαιη δίκη», ευθύνονται τελικά μόνο οι Δικαστές; Υπάρχουν σε άλλες χώρες οι συνθήκες αυτές απονομής; Υπάρχουν στην Ευρώπη γραφεία Δικαστών χωρίς σύνδεση με το διαδίκτυο και με τις τράπεζες νομικών πληροφοριών; Εδώ δεν υπάρχουν καν γραφεία… Ερωτήματα θέτω κι εγώ, άλλωστε αυτό έκανα σε όλη μου τη ζωή και από την Έδρα….».
Ερ: Σήμερα πολλοί πολίτες δηλώνουν ότι έχουν χάσει την εμπιστοσύνη τους στη Δικαιοσύνη. Τους κατανοείτε;
Γ. Ευαγγελάτος: «Παθογένειες δεκαετιών, καθυστερήσεις, γραφειοκρατία, πολυνομία, τυπολατρία, έλλειψη προσωπικού, χίλια δύο τα προβλήματα της Δικαιοσύνης…. Και οι Δικαστές είναι άνθρωποι. Με τα λάθη τους, με τις αστοχίες τους, με τις ελλείψεις τους… Δεν πρέπει να εθελοτυφλούμε και να λέμε ότι όλα είναι τέλεια και να μην μιλάμε για όλα αυτά! Δεν πρέπει να τα «κρύβουμε κάτω από το χαλάκι», πρέπει επιτέλους να πούμε τα πράγματα με το όνομά τους. Ωστόσο, αν πάψουμε να πιστεύουμε στη Δικαιοσύνη, αν σταματήσουμε να ελπίζουμε ότι τελικά, έστω και αργά, θα επικρατήσει το Δίκαιο, τότε θα έχουμε χάσει την ελπίδα μας για την ίδια τη ζωή! Διότι να ζεις χωρίς Δικαιοσύνη είναι ο πιο σίγουρος θάνατος….».
Ερ: Υπηρετήσατε περισσότερα από 20 χρόνια σε οκτώ δικαστήρια. Κοιτάζοντας πίσω, τι θεωρείτε ότι σας σημάδεψε περισσότερο σε αυτή τη διαδρομή; Υπήρξε κάποια υπόθεση ή στιγμή που σας έκανε να πιστέψετε βαθιά στη σημασία της Δικαιοσύνης;
Γ. Ευαγγελάτος: «Όλα αυτά τα χρόνια έμαθα πολλά για την ατελή ανθρώπινη φύση, συνάντησα χιλιάδες ανθρώπους όλων των κοινωνικών τάξεων, ηλικιών και μόρφωσης, με όλες τις ιδιότητες που θα μπορούσαν να έχουν σε ένα Δικαστήριο (μηνυτές, κατηγορούμενοι, διάδικοι, μάρτυρες, ένορκοι). Είδα στα μάτια τους τον πόνο, την αγωνία, την αξιοπρέπεια, το φιλότιμο, τη δικαίωση, τη λύτρωση, αλλά και την υποκρισία, την κακόβουλη πρόθεση, την προκατάληψη, το πείσμα, το ψέμα, την ανοησία... Όλα τα έχει ο άνθρωπος μέσα του! Κι όλα αποκαλύπτονται στο Δικαστήριο, αν κοιτάξει κανείς βαθιά μέσα στα μάτια του άλλου, εκεί που καθρεφτίζεται η ψυχή του.
Μια υπόθεση πραγματικά με σημάδεψε βαθιά. Σε ένα Μικτό Ορκωτό Δικαστήριο αθωώθηκε ένας νέος άνθρωπος που είχε παραμείνει 18 μήνες προσωρινά κρατούμενος. Τη στιγμή της ανακοίνωσης της απόφασης, όταν παρατηρείς το πρόσωπο της μάνας που θα έβλεπε το παιδί της ξανά χωρίς χειροπέδες, ελεύθερο και δικαιωμένο, τον κόμπο στο λαιμό του κατηγορουμένου, που φαινόταν ότι τον έπνιγε τόσο καιρό και πλέον απελευθερωνόταν κι αυτός, τότε ανακαλύπτεις το μεγαλείο της ποινικής δίκης…. Οι αντιδράσεις αυτές δεν μπορούν να καταγραφούν σε καμία δικαστική απόφαση. Δεν μπορούν να χρησιμοποιηθούν σε καμία μεταγενέστερη δίκη στο Εφετείο. Τις βιώνουν μόνο όσοι ήδη έχουν αποφασίσει για τις ζωές των κατηγορουμένων και είτε επιβεβαιώνονται για την απόφασή τους είτε κλονίζονται….».
Ερ: Αν μπορούσατε να αλλάξετε ένα πράγμα στο ελληνικό δικαστικό σύστημα αύριο το πρωί, ποιο θα ήταν;
Γ. Ευαγγελάτος: «Ο σημαντικός λογοτέχνης μας Εμμανουήλ Ροΐδης έλεγε, εκατόν πενήντα χρόνια πριν, ότι στην Ελλάδα πρέπει να θεσπισθεί ένας νόμος που να επιτάσσει την εφαρμογή όλων των υπόλοιπων νόμων! Νόμοι υπάρχουν πολλοί και σοφοί, δεν χρειάζεται να αλλάζουν συνεχώς, αλλά πρέπει να εφαρμόζονται…. Αντιθέτως, οι συχνές αλλαγές των νόμων είναι αυτές που δημιουργούν την ανασφάλεια δικαίου που υπάρχει σήμερα! Στο δικαστικό σύστημα το πρόβλημα βρίσκεται πολύ ψηλά και πολύ χαμηλά ταυτόχρονα: Στην επιλογή της ηγεσίας της Δικαιοσύνης από την εκάστοτε κυβέρνηση και τη δυσπιστία που δημιουργεί πάντοτε αυτή η κυβερνητική επιλογή, που διαβρώνει αναπόφευκτα την αξιοπιστία της Δικαιοσύνης, αλλά και στον τρόπο εισαγωγής και εκπαίδευσης των νέων Δικαστών στην Εθνική Σχολή Δικαστών. Η διάκριση των εξουσιών είναι θεμελιώδης και αναγκαία για τη δημοκρατία και για αυτό προϋποθέτει την πλήρη ανεξαρτησία της δικαστικής εξουσίας από την εκτελεστική. Παράλληλα, χρειάζεται αναθεώρηση τόσο στον τρόπο εισαγωγής στη Σχολή Δικαστών, που ευνοεί μόνο αυτούς που πηγαίνουν φροντιστήρια 2-3 χρόνια για να μπουν, όσο και στον τρόπο διδασκαλίας στη σχολή και στη βαθμοθηρία που επικρατεί εκεί, που ευνοεί αυτούς που έχουν καλή μνήμη και όχι απαραίτητα αυτούς που έχουν καλή κρίση, στοιχείο απολύτως υποχρεωτικό για να γίνει κάποιος Δικαστής».
Ερ: Αν ένας νέος άνθρωπος σας έλεγε σήμερα ότι θέλει να γίνει δικαστής, θα τον ενθαρρύνατε;
Γ. Ευαγγελάτος: «Ασφαλώς και θα τον ενθάρρυνα! Δεν θα με πίστευε όμως…
Αυτό που πάντοτε έλεγα είναι ότι για να γίνει κανείς Δικαστής, πρέπει να έχει μεγάλη αγάπη για το Δίκαιο! Όσο πιο πολύ αγαπά το Δίκαιο τόσο πιο πολύ θα αντέξει να το υπηρετεί. Γιατί χρειάζεται μεγάλη αντοχή και υπομονή…
Αν κάποιος θέλει να γίνει Δικαστής για να έχει ένα σταθερό μισθό ή για να έχει ένα επάγγελμα με κάποιο κύρος, αργά ή γρήγορα θα απογοητευτεί, γιατί ούτε ο μισθός θα ανταποκρίνεται στο ψυχικό βάρος που θα πρέπει να διαχειριστεί, ούτε το κύρος είναι σημαντικό, αφού αφενός δεν επιβάλλεται αυτόματα και αφετέρου δεν διατηρείται για πάντα…».
Ερ: η επόμενη μέρα για εσάς;
Γ. Ευαγγελάτος: «Θα μείνω στον χώρο της Δικαιοσύνης, θα μείνω σπίτι μου, δεν θα πάω αλλού! Θα επανέλθω στη δικηγορία και θα συνεργαστώ με το δικηγορικό γραφείο της Αλεξάνδρας Σπανάκη, με την οποία έχουμε τον ίδιο αξιακό κώδικα και την ίδια αγάπη για το Δίκαιο. Θα δώσουμε έμφαση και σε δύο σημαντικούς, κατά τη γνώμη μου τομείς: Στην εξωδικαστική επίλυση των υποθέσεων, αφού ειδικά κάποιες διαφορές, όπως είναι οι οικογενειακές, είναι αρκετά ψυχοφθόρο, χρονοβόρο και δαπανηρό για τους πολίτες να επιλύονται στα Δικαστήρια. Επίσης και σε έναν άλλο τομέα που υστερούμε στην Ελλάδα, στην ορθή αντιμετώπιση των ανηλίκων δραστών, που τις περισσότερες φορές υπήρξαν στο παρελθόν και οι ίδιοι θύματα….».
Διαβάστε περισσότερες ειδήσεις από την Κρήτη
