Το λογοτεχνικό "αντίο" στο Γιώργο Γοργοράπτη

"Βασιλιάς χωρίς στέμμα" ο εκλιπών που είχε συγκλονίσει με την εξομολόγησή του από το κρεβάτι του νοσοκομείου

Με Λόρκα και ένα "ευχαριστώ" κλεινει το "Σημείωμα για μια τόσο μακρινή παρουσία" ο εκπαιδευτικός Μανώλης Τσελεντάκης, αποχαιρετώντας τον στενό του φίλο Γιώργο Γοργοράπτη.

Για τον καθηγητή που με το χαμό του βύθισε στο πένθος πλήθος κόσμου, μιλάει ο κ.Τσελεντάκης, περιγράφοντας την σφαιρική, άρτια και σύνθετη προσωπικότητα του εκλιπόντος.

Σημείωμα για μια τόσο μακρινή παρουσία

(για μια ξαφνική απώλεια, γιατί πάντα ξαφνική είναι η ΑΠΩΛΕΙΑ)

Ο Γιώργος Γοργοράπτης γεννήθηκε στις 3/11/1956 και πέθανε στις 10/1/2020, στις 5 λίγο πριν χαράξει. Τέκνο του ευγενικού Νίκου Γοργοράπτη και της δυνατής Μαρίας Μαυρομμάτη, αδελφός της οικονομολόγου Άρτας και σύζυγος της μαθηματικού Βούλας Κουτσοδόντη. Πατέρας 4 τέκνων, των ιατρών Νίκου, Πέτρου, Στέφανου και του μηχανολόγου μηχανικού Λευτέρη. Απόφοιτος της Νομικής Αθηνών, της Δραματικής σχολής του Εθνικού θεάτρου και του τμήματος Δημόσιας διοίκησης του Παντείου.

Εδώ κάπου τελειώνουν οι ληξιαρχικές εγγραφές, υλικές μα ανίσχυρες να τον εξιχνιάσουν. Οι άλλες, οι άυλες μα τόσο ισχυρές, δεν ευρίσκονται εγχαραγμένες σε δημόσια έγγραφα, αλλά στους ανθρώπους που περιέβαλλε, με το γενναίο και τρυφερό του σώμα, το βαθύ και υψιπετές πνεύμα του, την πάλλουσα και δοτική καρδιά του. Στην οικογένειά του, στους μαθητές και τις μαθήτριές του, στους φίλους του και σε όσους έστω για μια στιγμή αντελήφθησαν τη λάμψη ή την πυρά του σφυρηλατημένου μα σαρκώδους μετάλλου δίπλα τους.

Δεν μου είναι εύκολο τούτη τη βαριά ώρα να περιγράψω το Γιώργο. Ήταν αναμφίβολα ο πιο καλλιεργημένος, ο πιο πνευματικός, ο πιο αισθητικός και αισθησιακός άνθρωπος που γνώρισα. Ήταν συγχρόνως απολλώνιος και διονυσιακός στον μέγιστο βαθμό. Ήταν αρχαίος, βυζαντινός και αναγεννησιακός. Ένας homo universalis που μπορούσε να κάνει τα πάντα με το πνεύμα του και τα χέρια του. Από έργα τέχνης μέχρι σπίτια και έπιπλα. Από το αναστήσει παιδιά μέχρι ζώα και φυτά. Μπορούσε να σου αποκαλύψει τα πράγματα, μπορούσε να μετασχηματίσει τα πράγματα σε έννοιες, τις έννοιες σε πράγματα και τα πράγματα σε αισθήσεις. Μπορούσε να βρει και να σου αποκαλύψει με τον πιο γοητευτικό τρόπο τις αναλογίες μεταξύ του υλικού και άυλου κόσμου, τις αναλογίες και τις κρυφές σχέσεις μεταξύ του πολιτικοοικονομικού, του ιστορικού, του κοινωνικού και του καλλιτεχνικού γίγνεσθαι, οποιουδήποτε πολιτισμού, οποιασδήποτε εποχής και περιόδου. Η βαθιά του γνώση της ελληνικής και παγκόσμιας γραμματείας, της τέχνης σε όλες της τις εκφάνσεις, η πολυεπίπεδη σκέψη του, η μεθοδικότητα και η αναλυτική του ικανότητα σε ξάφνιαζαν. Μπορούσε να ανακαλύψει το ιερό και το θαύμα ακόμα και στο πιο ταπεινό, το πιο καθημερινό. Και ήξερε να τα διδάξει. Το μάθημά του ήταν μια παράσταση, αλλά όχι μία επίδειξη. Ρωτήστε τους μαθητές του γι αυτό. Το μάθημά του πυρπολούσε το πνεύμα και την καρδιά, ακόμα και το τελευταίο του με αιματοκρίτη 13. Ακούγεται απίστευτο, αλλά αυτό συνέβη. Παραλίγο να τον βρει ο θάνατος, εκεί ψηλά στα τείχη της Τροίας.

Ο Γιώργος δεν υπήρξε ποτέ ψοφοδεής απέναντι στο θάνατο. Δεν φοβόταν το θάνατο γι αυτό και έζησε καθ’ ολοκληρίαν τη ζωή του. Ήξερε πώς να πεθάνει γι αυτό και ήξερε πώς να ζήσει. Μπορεί να μην έφυγε πλήρης ημερών, αλλά πλήρωσε απολύτως τον χρόνο που έζησε. Δεν υπήρξε ποτέ έρμαιο και ενεργούμενο της μοίρας. Τη μοίρα του την όριζε και την έφτιαχνε ακόμα και στις πιο δύσκολες και οριακές συνθήκες. Ήταν εν πλήρει συνειδήσει παρών και μαχητής. Ρωτήστε τους γιατρούς και τους νοσηλευτές τους. Τον Πλούταρχο Ανεζίνη που τον βοήθησε πριν χρόνια να ξεπεράσει τον πρώτο καρκίνο. Την κυρία Λιάπη και τους άλλους ιατρούς και νοσηλευτές της αιματολογικής, όταν πολλαπλά σύνδρομα του επιτέθηκαν συγχρόνως. Δεν φοβήθηκε τον θάνατο. Κι αυτό όχι γιατί περιφρονούσε τη ζωή, αλλά γιατί ακριβώς την αγάπησε και την έζησε παράφορα, την λάτρεψε και την υπηρέτησε με άφατη αξιοπρέπεια και τόλμη. Ρωτήστε τους γιατρούς γι αυτό. Και ήταν έτοιμος από καιρό.

Ήξερε να ζήσει και να γευτεί τη ζωή. Υπήρξε εκπληκτικός οικοδεσπότης, πλατιά ανοιχτόκαρδος. Σε περιποιόταν σαν βασιλιά και άπλωνε την τρυφερότητα, το εκ βάθους γέλιο του και τη χαρά του πάνω σου. Ρωτήστε τους φίλους του γι αυτό.

Βέβαια ο Γιώργος δεν ήταν ένας εύκολος άνθρωπος. Ας πούμε, δεν υπήρξε ποτέ κακομοίρης ή μισοκακόμοιρος κι ίσως αυτό ακριβώς δεν ήταν εύκολο να του συγχωρήσουν κάποιοι. Άλλοι πάλι δεν του συγχώρεσαν ότι αυτός κατείχε φύσει , αυτό που υποτίθεται αυτοί θα έπρεπε να κατέχουν θέσει. Για να σταθείς απέναντί του χρειαζόσουν επιχειρήματα κι αν δεν είχες επιχειρήματα τουλάχιστον ηθική ή γνησιότητα. Δεν δεχόταν το ψέμα, το ψευδεπίγραφο και το πλαστογραφημένο. Αγαπούσε όμως βαθιά τον βασανισμένο, τον κυνηγημένο, τον πάσης φύσεως αναγκεμένο, όποιος κι αν ήταν αυτός, και ήταν πολλές φορές ο μόνος που τον βοηθούσε, όταν οι άλλοι δεν τολμούσαν ή σφύριζαν αδιάφορα.

Ήταν απαιτητικός από τους άλλους γιατί πρωτίστως ήταν απαιτητικός από τον εαυτό του. Ήταν απαιτητικός γιατί τους σεβόταν βαθιά και ήθελε να βγάλουν τον καλύτερο εαυτό τους. Ήταν αυστηρός με τους άλλους(πολύ λιγότερο όμως απ’ όσο ήταν με τον εαυτό του), αλλά όχι σκληρός. Αγαπούσε βαθιά τους ανθρώπους και δεν ήθελε να τους βλέπει σπαταλημένους, ηττημένους και χαμένους.

Ζούσε κατά κάποιον τρόπο προκλητικά. Επειδή δεν δέχτηκε ποτέ να εξευτελίσει τη ζωή του μες στην πολλή συνάφεια του κόσμου, μες στες πολλές κινήσεις κι ομιλίες. Μη γυρίζοντας συχνά κι εκθέτοντάς την στων σχέσεων και των συναναστροφών την καθημερινήν ανοησία, ως που να γίνει σα μια ξένη φορτική. Ακολουθώντας τον αγαπημένο του ποιητή Καβάφη.

Δεν ξέρω αν αυτό ήταν πρόκληση, σας βεβαιώ όμως ότι δεν δεν φέρθηκε με ύβρι απέναντι στη ζωή και πάντα ήταν ανοιχτός σε οτιδήποτε αληθές και γνήσιο. Έζησε χωρίς φόβο για τον περίγυρο, με τρομερή δύναμη και αγάπη για τον άλλον.

Υπήρξε ο μέγιστος σκηνοθέτης. Όχι κάποιων έργων, αυτό θα ήταν παιγνίδι για τον Γιώργο. Σκηνοθέτησε το δύσκολο έργο. Την ζωή του, τον βίο του. Με τρόπο αυστηρό, ακριβό, ποιητικό, αισθητικό και ηθικό συγχρόνως(αυτά δεν τα ξεχώριζε ποτέ) και αφάνταστα αξιοπρεπή.

Υπήρξε βαθύτατα ευγενής, αριστοκρατικός και δημοκρατικός. Ευγενής χωρίς τίτλους, αριστοκρατικός χωρίς χρήματα, δημοκρατικός χωρίς όφελος. Πορφυρός χωρίς να γεννηθεί στην πορφύρα. Βασιλιάς χωρίς στέμμα…αν και γι αυτό αμφιβάλλω λίγο μια και τα πετράδια του είναι εδώ…τα παιδιά κι οι μαθητές του…

Υπήρξε γητευτής, αλλά όχι πλάνος

Εν τη αρχαία αγορά, αλλά όχι αγοραίος

Πνευματικός, αλλά όχι φτηνά πνευματώδης ή εξυπνάκιας

Βαθιά αισθητικός, αλλά όχι εστέτ

Εκλεκτικός, αλλά όχι σνομπ

Αγαπητικός ως ο Μεγάλος Ερωτικός, αλλά όχι αγαπησιάρης

Ηθικός, αλλά όχι ηθικολόγος

Ασκητικός και μοναχός, αλλά όχι μονάχος ή μονήρης

Αρχαίος, αλλά όχι αρχαίζων

Υπήρξε απολλώνιος και διονυσιακός μαζί μα πάνω απ’ όλα υπήρξε

Ελληνικός, προσοχή όχι Έλλην, ούτε Ελληνίζων, αλλά Ελληνικός- ιδιότητα δεν έχ’ η ανθρωπότης τιμιοτέραν, όπως αναφέρει ο Καβάφης, στο ποίημα ‘Επιτύμβιον Αντιόχου, βασιλέως Κομμαγηνής’

Είναι δύσκολη και βαριά η ώρα, και ο Γιώργος, είμαι σίγουρος, δεν θα ’θελε να βαρύνει τόσο η ατμόσφαιρα. Όταν είχαμε τελειώσει το γεύμα που μαεστρικά ετοίμαζε μαζί με τη Βούλα ή ακόμα κι όταν τέλειωνε μια σοβαρή συζήτηση πάντα περίμενε ένα αστείο ή ανέκδοτο που έκανε το λαμπρό του πρόσωπο να φωτίζεται έτι περαιτέρω και το βαθύ του γέλιο να αναβλύζει στο πρόσωπό του και να αντηχεί στο χώρο. Ένα από τα αγαπημένα του που μου ζητούσε συχνά να του πω, παραλλάσσοντάς το κάθε φορά, ήταν αυτό με τον άγγλο λόρδο και τον πιστό του μπάτλερ. Το ξέρετε υποθέτω, θα το αναφέρω πολύ συντομευμένα, ο λόρδος φεύγει για το κυνήγι του ξιφία στην Καραιβική και παραγγέλνει στον μπάτλερ του να τον ενοχλήσει μόνο αν έχει κάτι πολύ σημαντικό να του πει. Ο μπάτλερ τον καλεί και του αναφέρει ότι έχει καλά και κακά νέα. Ο λόρδος ζητά να ακούσει πρώτα τα κακά και ο μπάτλερ του, αρχίζει να του τα ξεδιπλώνει πολύ σταδιακά και αναλυτικά: το ξέσπασμα μιας πυρκαγιάς στους στάβλους του, τον θάνατο των μονάκριβων καθαρόαιμων αλόγων του, τη μετάδοση της πυρκαγιάς στον πύργο, την καταστροφή των πανάκριβων επιπλώσεων και πινάκων και τέλος τον θάνατο της ίδιας της γυναίκας του.

Σοκαρισμένος ο λόρδος συμπεραίνει ότι αυτά δεν είναι απλώς κακά νέα, αλλά μια ανείπωτη τραγωδία και απορεί ποια μπορεί να είναι τα καλά νέα.

Μα ότι από την απότομη άνοδο της θερμοκρασίας, άνθισαν ξαφνικά οι μανόλιες σερ, του απαντά με ανυπόκριτη βρετανικότητα, ο μπάτλερ.

Γελούσες με αυτό τα γάργαρο γέλιο σου κάθε φορά…

Α ρε Γιώργο…το ίδιο θα απαντούσα και σήμερα, τη μέρα της ανείπωτης θλίψης, για το ποια μπορεί να είναι τα καλά νέα. Μα οι ανθισμένες μανόλιες, γύρω σου. Αυτές που άνθισες εσύ, τα άνθη γύρω μας. Η οικογένειά σου, τα παιδιά σου, οι μαθητές σου, οι φίλοι σου.

Όλοι αυτοί που άνθισαν από τον πυρετώδη βίο σου, από τη φωτιά σου αλλά και από τα ζείδωρά αρτεσιανά σου ύδατα. Από τη φωτιά και το ύδωρ του πνεύματος και της ψυχής σου.

Ένας πυρετός ήταν η ζωή σου κι ένας πυρετός σε συνόδευσε και σε πήρε ως την έσχατη και ακροτελεύτια στιγμή σου.

Ξαρμάτωτο σε βρήκε, χωρίς καμιάν άμυνα και σου επιτέθηκε την ώρα που ετοιμαζόσουν να γυρίσεις σπίτι σου μετά από μια αδυσώπητη μάχη στην οποία ποτέ δεν υποτάχθηκες. Μπορεί η μοίρα να σε λύγισε στο τέλος, αλλά δεν νικήθηκες ούτε της υποτάχθηκες. Το οριστικό, ζεστό, γενναίο και μεγαλειώδες χαμόγελο που χάρισες στους δικούς σου, την ύστατη στιγμή συνειδητότητάς σου,τότε που ήξερες πως οι Μήδοι επιτέλους θα διαβούν, δείχνει ότι υπήρξες νικητής και νικηφόρος.

Πράγμα παράξενο, ακόμα και τώρα που φαίνεται ότι κείσαι οριζοντίως, παραμένεις ορθός ανάμεσά μας. Ορθός σαν ορθοτόμος Λόγος και σαν πάλλουσα καρδιά, μια φλεγόμενη αλλά μη καιόμενη βάτος.

Τα θερμά μου συλλυπητήρια στην πολυαγαπημένη σου αδελφή Άρτα, στην ισχυρή και λατρεμένη σου μητέρα Μαρία( που ο μόνος σου φόβος υπήρξε μην πιει το πικρόν τούτο ποτήριον) , στην πανάξια, τρυφερή και χαλκέντερη σύντροφο της ζωής σου Βούλα και στα πανάκριβα τέκνα σου Νίκο, Πέτρο, Λευτέρη και Στέφανο που αποτελούν τα λαμπρά τροχιοδεικτικά του βίου σας. Τα συλλυπητήρια και σε όλους εμάς που ζήσαμε τη λάμψη σου και τη ζεστή ανάσα σου και τώρα μας απομένει ο μνησιπήμων πόνος της απωλείας σου.

Επίτρεψέ μου να σε χαιρετίσω με τον έτερο αγαπημένο σου Λόρκα, αλλάσσοντας μόνο το βράδυ με το χάραμα.

Πέντε η ώρα που χαράζει.Πέντε ακριβώς, την ώρα που χαράζει.

Όταν ο ιδρώτας χιόνι αργά γινόταν πέντε η ώρα που χαράζει, όταν η αρένα γέμισε με ιώδιο πέντε η ώρα που χαράζει, τ’ αυγά του στην πληγή άφησε ο θάνατος πέντε η ώρα που χαράζει. Πέντε η ώρα που χαράζει. Πέντε ακριβώς, την ώρα που χαράζει.

Α, τι φριχτά στις πέντε που χαράζει! Ήτανε πέντε σ’ όλα τα ρολόγια. Ήτανε πέντε και χάραζε η μέρα.

Χρόνια θ' αργήσει να φανεί, αν θα φανεί ποτέ του,

τέτοιος καθάριος, ζωντανός, ζεστός Ανδαλουσιάνος

Την αρχοντιά του τραγουδώ με λόγια που στενάζουν

κι έν' αεράκι οπού 'κλαιγε στα λιόδεντρα θυμάμαι.

Γιώργο σ’ ευχαριστώ

Ηράκλειο, 11/1/2020, Μανώλης Τσελεντάκης

Γίνε ο ρεπόρτερ του CRETALIVE

Στείλε την είδηση