ΚΡΗΤΗ
Ταταράκης: Απαιτούνται άμεσες αποφάσεις και σαφές πλαίσιο για το μεταναστευτικό στην Κρήτη
Παρέμβαση του Δημάρχου Αγίου Βασιλείου με επιστολή του προς τον Πρόεδρο της ΠΕΔ
Ο Δήμαρχος Αγίου Βασιλείου Γιάννης Ταταράκης με επιστολή του προς τον Πρόεδρο της ΠΕΔ Γιώργο Μαρινάκη κατέθεσε τις παρατηρήσεις του επί της Πρότασης της Π.Ε.Δ. Κρήτης για τη διαχείριση του μεταναστευτικού ζητήματος στην Κρήτη, αναγνωρίζοντας τη σοβαρή και τεκμηριωμένη εισήγηση που εκπονήθηκε κ. Ελευθέριο Ντουρουντού, άμισθο Σύμβουλο της Π.Ε.Δ., αλλά επισημαίνοντας ταυτόχρονα κρίσιμες θεσμικές και χρονικές αδυναμίες.
Στο κείμενό του υπογραμμίζει ότι η συζήτηση αυτή όφειλε να έχει προηγηθεί, καθώς έχουν ήδη παρέλθει τρεις μήνες από την τηλεδιάσκεψη της 16ης Οκτωβρίου 2025 με τον αρμόδιο Υπουργό, προειδοποιώντας για τον κίνδυνο να εισέλθει η Κρήτη στη νέα τουριστική περίοδο χωρίς σαφές και λειτουργικό πλαίσιο διαχείρισης.
Παράλληλα, τονίζει ότι η Π.Ε.Δ. Κρήτης οφείλει να ασκεί πιο ενεργό και έγκαιρο θεσμικό ρόλο, με συγκεκριμένες θέσεις και διεκδικήσεις, και όχι να περιορίζεται σε γενικές διακηρύξεις, ιδίως όταν οι Δήμοι υποδοχής καλούνται να διαχειριστούν καθημερινά την πραγματικότητα επί του πεδίου.
Ο Δήμαρχος Αγίου Βασιλείου ξεκαθαρίζει ότι για τον Δήμο του, και ειδικά για το λιμάνι της Αγίας Γαλήνης, η διαχείριση του μεταναστευτικού δεν μπορεί να είναι θεωρητική, αλλά απαιτεί άμεσες αποφάσεις, σαφή κεντρικό συντονισμό και ξεκάθαρη κατανομή ρόλων, με σεβασμό τόσο στις τοπικές κοινωνίες όσο και στην ανθρώπινη διάσταση του ζητήματος. Ακολουθεί το πλήρες κείμενο των παρατηρήσεων του κ. Ταταράκη.
«Κύριε Πρόεδρε
Αγαπητοί Συνάδελφοι
Καταρχάς, θα ήθελα να επισημάνω ότι η πρόταση που κατατέθηκε από την Π.Ε.Δ. Κρήτης, και ειδικότερα η εισήγηση που εκπονήθηκε από τον κ. Ελευθέριο Ντουρουντού, άμισθο Σύμβουλο της Π.Ε.Δ., αποτελεί μια σοβαρή, εκτενή και τεκμηριωμένη προσπάθεια αποτύπωσης της μεταναστευτικής πίεσης που δέχεται η Κρήτη. Η ανάλυση των αριθμητικών δεδομένων, η αποτύπωση των τάσεων, τα σενάρια εξέλιξης για το 2026, καθώς και η προσπάθεια διαμόρφωσης ενός θεσμικού και επιχειρησιακού μοντέλου διαχείρισης, καταδεικνύουν ότι το φαινόμενο έχει μελετηθεί σε βάθος και δεν αντιμετωπίζεται αποσπασματικά.
Ακριβώς, όμως, επειδή η ίδια η πρόταση καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η Κρήτη έχει ήδη εισέλθει σε φάση δομικής και όχι συγκυριακής μεταναστευτικής πίεσης, θεωρώ αναγκαίο να καταθέσω ορισμένες ουσιαστικές παρατηρήσεις, ιδίως από τη σκοπιά ενός Δήμου υποδοχής.
Η αναφορά στο Κεφ 1 στις παραγράφους (ζ) και (η), σχετικά με την ανάγκη ύπαρξης σύνεσης, συναίνεσης, συνεννόησης και συμμετοχής των τοπικών κοινωνιών στη λήψη αποφάσεων αποτελεί ορθή διατύπωση σε επίπεδο αρχής. Ωστόσο, για τους Δήμους υποδοχής, όπως ο Δήμος Αγίου Βασιλείου, η έννοια της συμμετοχής δεν μπορεί να παραμένει γενική ή θεωρητική.
Όταν οι αφίξεις μεταναστών πραγματοποιούνται επανειλημμένα στο λιμάνι της Αγίας Γαλήνης, η κοινωνική ειρήνη και η συναίνεση δεν διασφαλίζονται με εκ των υστέρων ενημέρωση ή με γενικές διακηρύξεις. Διασφαλίζονται μόνο με έγκαιρο σχεδιασμό, σαφείς ρόλους και συγκεκριμένες επιχειρησιακές λύσεις, οι οποίες προηγούνται της κρίσης και δεν επιχειρούν να τη διαχειριστούν εκ των υστέρων.
Οι τοπικές κοινωνίες δεν αντιδρούν από έλλειψη σύνεσης, αλλά από αβεβαιότητα, αιφνιδιασμό και απουσία ξεκάθαρου πλαισίου. Αν πράγματι επιδιώκουμε συναίνεση, αυτή πρέπει να οικοδομείται πριν από την ένταση και όχι εν μέσω αυτής.
Ο θεσμικός ρόλος της Π.Ε.Δ. Κρήτης όπως αναφέρεται στο Κεφ. 5 παράγραφος (4) ως ενιαίου εκπροσώπου των Δήμων, με αρμοδιότητα τη θεσμική διαβούλευση, την τεκμηριωμένη κατάθεση προτάσεων και τη συμβολή στη διατήρηση της κοινωνικής συνοχής, είναι απολύτως σωστός ως προς τη σύλληψή του. Η αποτελεσματικότητά του, όμως, κρίνεται από τα πολιτικά αντανακλαστικά του και τη δυναμική άσκησής του. Έχουν ήδη παρέλθει σχεδόν τρεις μήνες από την τηλεδιάσκεψη της 16ης Οκτωβρίου 2025 με τον αρμόδιο Υπουργό, κατά την οποία τέθηκαν ξεκάθαρα τα ζητήματα των δομών και της συνολικής διαχείρισης. Ο χρόνος που μεσολάβησε δεν αξιοποιήθηκε στον βαθμό που απαιτούσε η σοβαρότητα του προβλήματος.
Θεωρώ αναγκαίο να επισημάνω τις ειλικρινείς και συνεχείς προσπάθειες του Περιφερειάρχη Κρήτης κ. Σταύρου Αρναουτάκη για την εξεύρεση κατάλληλων χώρων και λύσεων φιλοξενίας. Οι προσπάθειες αυτές αποδεικνύουν ότι, παρά τις δυσκολίες, υπάρχει διάθεση ανάληψης ευθύνης και αναζήτησης ρεαλιστικών λύσεων.
Στην παρούσα συγκυρία, όμως, η θεσμική διαβούλευση σε επίπεδο Π.Ε.Δ. όφειλε να έχει προηγηθεί της έντασης του φαινομένου. Όταν οι Δήμοι υποδοχής βρίσκονται ήδη αντιμέτωποι με επαναλαμβανόμενες αφίξεις, η απλή καταγραφή προτάσεων, όσο τεκμηριωμένη και αν είναι, δεν επαρκεί. Η Π.Ε.Δ. καλείται να λειτουργεί ως ενεργός θεσμικός φορέας διεκδίκησης, με σαφείς θέσεις και συγκεκριμένες απαιτήσεις προς την Πολιτεία, και όχι μόνο ως χώρος αποτύπωσης γενικών αρχών.
Ο κίνδυνος είναι πλέον προφανής: να εισέλθουμε στην επόμενη τουριστική περίοδο συζητώντας ακόμη βασικές αρχές, ενώ οι Δήμοι υποδοχής θα κληθούν ξανά να διαχειριστούν καταστάσεις αιφνιδιασμού.
Η πρόβλεψη όπως αναφέρεται στο Κεφ. 5 παράγραφος (5) ότι η συμμετοχή των Δήμων και της Περιφέρειας περιορίζεται στο πεδίο των τοπικών επιπτώσεων, της πολιτικής προστασίας και της κοινωνικής υποστήριξης, χωρίς εμπλοκή σε αρμοδιότητες ασύλου, κράτησης ή διοικητικής διαχείρισης αλλοδαπών, αποτυπώνει σωστά το θεσμικό πλαίσιο.
Στην πράξη, όμως, για τους Δήμους υποδοχής, το όριο αυτό δεν είναι πάντα τόσο καθαρό. Όταν οι αφίξεις πραγματοποιούνται εντός των διοικητικών μας ορίων, οι τοπικές επιπτώσεις και η πολιτική προστασία δεν είναι αφηρημένες έννοιες, αλλά άμεσες ανάγκες που απαιτούν καθημερινή διαχείριση.
Οι Δήμοι προφανώς δεν εμπλέκονται θεσμικά σε διαδικασίες ασύλου ή κράτησης, όμως δεν μπορεί και να απουσιάζουν από τη διαχείριση της πραγματικότητας επί του πεδίου. Χωρίς σαφή πρωτόκολλα, πόρους και προετοιμασία, δημιουργείται ένα κενό μεταξύ θεωρίας και πράξης, το οποίο τελικά μετακυλίεται στους Δήμους.
Η πρόταση που διατυπώνεται για τη δημιουργία Κεντρικής Αρχής Συντονισμού αποτελεί ίσως το πιο κρίσιμο στοιχείο του προτεινόμενου μοντέλου. Για να είναι όμως ουσιαστική, πρέπει να αποκτήσει πραγματικό λειτουργικό χαρακτήρα και όχι απλώς συμβουλευτικό ρόλο.
Για έναν Δήμο υποδοχής όπως ο Δήμος Αγίου Βασιλείου, απαιτείται μηχανισμός που να λαμβάνει αποφάσεις σε πραγματικό χρόνο, να ενεργοποιεί άμεσα τους εμπλεκόμενους φορείς και να αποτρέπει τις θεσμικές ασάφειες και καθυστερήσεις που σήμερα μετακυλίονται στην τοπική αυτοδιοίκηση.
Η συγκέντρωση πληροφοριών και ο καθορισμός επιπέδων ετοιμότητας οφείλουν να μεταφράζονται σε σαφή επιχειρησιακά πρωτόκολλα, γνωστά εκ των προτέρων στους Δήμους υποδοχής, ώστε κάθε φορέας να γνωρίζει με σαφήνεια τον ρόλο και την ευθύνη του.
Ο Δήμος Αγίου Βασιλείου είναι Δήμος υποδοχής. Όταν οι αφίξεις πραγματοποιούνται στο λιμάνι της Αγίας Γαλήνης, δεν είναι ρεαλιστικό αλλά ούτε και θεσμικά ορθό να υποστηρίζεται από την πλευρά μας ότι «δεν υπάρχει αρμοδιότητα». Υπάρχει η ηθική ευθύνη απέναντι στους πολίτες, στην τοπική οικονομία και στους ίδιους τους ανθρώπους που αποβιβάζονται. Η κοινωνική συνοχή δεν διατηρείται με γενικόλογες διατυπώσεις, αλλά με έγκαιρες πρωτοβουλίες που προλαμβάνουν την κοινωνική κόπωση και τον αιφνιδιασμό των τοπικών κοινωνιών.
Η θέση μας είναι σαφής: απαιτούνται συγκεκριμένες αποφάσεις, σαφές επιχειρησιακό σχέδιο, συγκεκριμένες οδηγίες προς τους Δήμους, οικονομικοί πόροι και μέσα, αλλά και έγκαιρη εφαρμογή αυτών, ώστε η διαχείριση και η συναίνεση να είναι αποτέλεσμα σχεδιασμού και όχι προϊόν αντιμετώπισης μια συγκυριακής κρίσης.»
