Ιδιωτικό χρέος: Αύξηση 22,1 δισ. ευρώ σε έναν χρόνο, στα 420,9 δισ. το σύνολο

Στα 420,9 δισ. ευρώ έφθασε το ιδιωτικό χρέος στην Ελλάδα, αυξημένο κατά 22,1 δισ. ευρώ σε έναν χρόνο, με την άνοδο να προέρχεται κυρίως από την ενίσχυση των επιχειρηματικών δανείων

Tο Ίδρυμα Οικονομικών και Βιομηχανικών Ερευνών (ΙΟΒΕ) και η CEPAL δημοσίευσαν το τρίτο τεύχος του Τριμηνιαίου Δελτίου για το ιδιωτικό χρέος στην ελληνική οικονομία. Η έκδοση καταγράφει την εξέλιξη των οφειλών και τη σύνδεσή τους με το οικονομικό και χρηματοπιστωτικό περιβάλλον, εξετάζοντας παράλληλα την αγορά ακινήτων. Περιλαμβάνει επίσης ειδική ανάλυση για την προσφορά κατοικιών σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη, με στοιχεία της ReDataset.

Σε διεθνές επίπεδο, ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή ενίσχυσε τις διακυμάνσεις στις τιμές της ενέργειας και αναζωπύρωσε τις πληθωριστικές πιέσεις το 2026. Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η ελληνική οικονομία αναπτύχθηκε κατά 1,9% σε ετήσια βάση το δεύτερο τρίμηνο, έναντι 1% στην Ευρωζώνη, με ώθηση από τις πάγιες επενδύσεις, την ιδιωτική κατανάλωση και τις εξαγωγές. Οι δημοσιονομικές επιδόσεις και οι επενδύσεις παρέμειναν ισχυρές, ωστόσο ο υψηλός πληθωρισμός, η αρνητική αποταμίευση των νοικοκυριών, η περιορισμένη αύξηση του διαθέσιμου εισοδήματος και το έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών εξακολουθούν να αποτελούν προκλήσεις.

Η αγορά ακινήτων συνέχισε να εμφανίζει δυναμική στις αρχές του 2026. Η κατασκευαστική δραστηριότητα ενισχύθηκε κατά 16,9% το πρώτο τρίμηνο, σε σύγκριση με την αντίστοιχη περίοδο του προηγούμενου έτους, ενώ επιταχύνθηκαν οι ανατιμήσεις στα οικοδομικά υλικά. Οι τιμές των κατοικιών αυξήθηκαν κατά 5,8% πανελλαδικά, με τη Θεσσαλονίκη να καταγράφει εντονότερη άνοδο από την Αθήνα.

Τις μεγαλύτερες ετήσιες αυξήσεις στις ζητούμενες τιμές πώλησης εμφάνισαν οι νεόδμητες κατοικίες με ένα υπνοδωμάτιο. Την ίδια στιγμή, οι νέες εκταμιεύσεις στεγαστικών δανείων ξεπέρασαν το διπλάσιο των επιπέδων της προηγούμενης χρονιάς, φθάνοντας τα 1,14 δισ. ευρώ το δεύτερο τρίμηνο του 2026. Αντίθετα, το ποσοστό των πλειστηριασμών που ολοκληρώθηκαν μειώθηκε κατά το πρώτο εξάμηνο.

Στα 420,9 δισ. ευρώ το ιδιωτικό χρέος

Το συνολικό ιδιωτικό χρέος διαμορφώθηκε στα 420,9 δισ. ευρώ, ποσό που αντιστοιχεί στο 169% του ΑΕΠ, αυξημένο κατά 22,1 δισ. ευρώ σε σχέση με έναν χρόνο νωρίτερα. Η άνοδος προήλθε κυρίως από την επέκταση της χρηματοδότησης, εξέλιξη που συνδέεται γενικά θετικά με την ανάκαμψη των επενδύσεων, και σε μικρότερο βαθμό από τη συσσώρευση πρόσθετων ληξιπρόθεσμων οφειλών προς το Δημόσιο.

Οι ληξιπρόθεσμες οφειλές ανήλθαν στα 238,6 δισ. ευρώ, με το ποσοστό τους στο συνολικό ιδιωτικό χρέος να περιορίζεται περαιτέρω στο 56,7%. Σχεδόν το 70% αυτών των υποχρεώσεων αφορά χρέη προς το Δημόσιο. Παράλληλα, το συνολικό υπόλοιπο των δανείων αυξήθηκε στα 254,6 δισ. ευρώ, με τα επιχειρηματικά δάνεια να καλύπτουν το μεγαλύτερο μέρος της ετήσιας αύξησης.

Το ποσοστό των μη εξυπηρετούμενων δανείων που βρίσκονται στις τράπεζες και στις εταιρείες διαχείρισης υποχώρησε στο 28,4%. Οι εταιρείες διαχείρισης εξακολουθούν να έχουν υπό τη διαχείρισή τους πάνω από το 90% του συνόλου των μη εξυπηρετούμενων δανείων.

Η ειδική ανάλυση του δελτίου αποτυπώνει τα χαρακτηριστικά της προσφοράς κατοικιών στην Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη την περίοδο 2025–2026. Στις περιοχές που μελετήθηκαν, οι αγγελίες πώλησης αυξήθηκαν κατά περίπου 15%–26%. Ωστόσο, η μεγαλύτερη προσφορά συνοδεύτηκε από λιγότερες συναλλαγές και από μεγαλύτερο διάστημα παραμονής των ακινήτων στην αγορά.

Πού αυξάνεται η προσφορά κατοικιών

Σημαντικές διαφορές καταγράφονται στη σύνθεση των διαθέσιμων κατοικιών ανά περιοχή. Στα Νότια και Βόρεια Προάστια της Αθήνας, τα νεόδμητα ακίνητα καταλαμβάνουν αισθητά μεγαλύτερο μέρος της προσφοράς. Στο Κέντρο της Αθήνας και στον Πειραιά, αντίθετα, η αύξηση προέρχεται κυρίως από παλαιότερες κατοικίες που διατίθενται ξανά προς πώληση. Η εικόνα αυτή δείχνει ότι, πέρα από τον αριθμό των διαθέσιμων ακινήτων, σημασία έχουν η γεωγραφική κατανομή, η ηλικία των κατοικιών και το κατά πόσο καλύπτουν τις μεταβαλλόμενες ανάγκες των αγοραστών.

Για τον περιορισμό των πιέσεων στην αγορά κατοικίας, το δελτίο επισημαίνει την ανάγκη η στεγαστική πολιτική να δώσει βάρος στην περαιτέρω αύξηση της προσφοράς, προσαρμόζοντάς την αποτελεσματικότερα στις συνθήκες και στις ανάγκες της ζήτησης.

Γίνε ο ρεπόρτερ του CRETALIVE

Στείλε την είδηση