Πολυφαρμακία στους ηλικιωμένους: Οι κίνδυνοι πίσω από την καθημερινή αγωγή
Έως το 30% των επειγουσών εισαγωγών συνδέεται άμεσα ή έμμεσα με τη λήψη φαρμάκων – Γιατί χρειάζεται τακτικός έλεγχος της θεραπείας και ποιος είναι ο ρόλος γιατρών και φαρμακοποιών
Η καθημερινή λήψη πέντε ή περισσότερων φαρμάκων αποτελεί πραγματικότητα για πολλούς ηλικιωμένους. Ωστόσο, ακόμη και μια αναγκαία θεραπευτική αγωγή μπορεί να συνοδεύεται από κινδύνους, ιδιαίτερα όταν δεν ελέγχεται συνολικά για πιθανές αλληλεπιδράσεις, ανεπιθύμητες ενέργειες ή σκευάσματα που δεν είναι κατάλληλα για τον συγκεκριμένο ασθενή.
Έως και τρεις στις δέκα μη προγραμματισμένες ή επείγουσες εισαγωγές ηλικιωμένων στο νοσοκομείο σχετίζονται άμεσα ή έμμεσα με τη φαρμακευτική τους αγωγή. Παράλληλα, μελέτες δείχνουν ότι το ποσοστό των ηλικιωμένων με πολυφαρμακία που λαμβάνουν τουλάχιστον ένα δυνητικά ακατάλληλο φάρμακο κυμαίνεται από 39,6% έως 74%.
Τα στοιχεία παρουσιάζει η Χρυσάνθη Σαρδέλλη, καθηγήτρια Κλινικής Φαρμακολογίας στο ΑΠΘ και μαιευτήρας-γυναικολόγος με εξειδίκευση στην Κλινική Φαρμακολογία, σε συνέντευξή της στο Πρακτορείο FM και την Τάνια Μαντουβάλου. Όπως εξηγεί, το ζήτημα δεν περιορίζεται στον αριθμό των φαρμάκων, αλλά αφορά κυρίως την ασφάλεια και την ορθή επιλογή της θεραπείας.
Τι θεωρείται πολυφαρμακία
Ως πολυφαρμακία ορίζεται η ταυτόχρονη χρήση πολλών φαρμάκων από έναν ασθενή. Στην κλινική πρακτική και την έρευνα, ο όρος συνήθως περιγράφει την καθημερινή λήψη πέντε ή περισσότερων φαρμάκων.
Στην καταμέτρηση περιλαμβάνονται τόσο τα συνταγογραφούμενα φάρμακα όσο και όσα διατίθενται χωρίς συνταγή, καθώς επίσης τα φυτικά προϊόντα και τα συμπληρώματα.
Σύμφωνα με τη διεθνή μελέτη γήρανσης SHARE, που, όπως αναφέρει η καθηγήτρια, δημοσιεύθηκε στις αρχές του 2025, η μέση συχνότητα πολυφαρμακίας στην Ευρώπη για άτομα άνω των 65 ετών φτάνει το 36,2%.
Η Ελλάδα εμφανίζεται στη συγκεκριμένη καταγραφή μεταξύ των χωρών με τη χαμηλότερη σχετική συχνότητα, σε σύγκριση με κράτη όπως η Πορτογαλία και η Πολωνία. Η εικόνα αυτή, ωστόσο, έρχεται συχνά σε αντίθεση με την υψηλή κατά κεφαλήν δαπάνη και κατανάλωση σκευασμάτων.
Άλλες ελληνικές μελέτες καταγράφουν υψηλότερα ποσοστά. Σε ΚΑΠΗ του νομού Αχαΐας, το 45,8% των ατόμων άνω των 65 ετών λάμβανε περισσότερα από πέντε φάρμακα. Αντίστοιχη μελέτη σε αστικούς πληθυσμούς της Αθήνας και της Θεσσαλονίκης, ηλικίας άνω των 60 ετών, κατέγραψε ποσοστό 56,5%. Σύμφωνα με την κ. Σαρδέλλη, η βιβλιογραφία δείχνει ότι η πολυφαρμακία αυξάνεται διαχρονικά.
Πτώσεις, ανεπιθύμητες ενέργειες και νοσηλείες
Η πολυφαρμακία μπορεί να συνδέεται με πτώσεις, ευθραυστότητα, ανεπιθύμητες ενέργειες, αλληλεπιδράσεις μεταξύ φαρμάκων και γνωστική έκπτωση. Πρόκειται για προβλήματα που επιβαρύνουν την υγεία των ηλικιωμένων και συχνά οδηγούν σε νοσηλεία, με πρόσθετη έκθεση σε ενδονοσοκομειακές λοιμώξεις και άλλους κινδύνους.
Ακόμη και όταν η λήψη πολλών φαρμάκων ενδείκνυται, μπορεί να συνδέεται με υποβάθμιση της ποιότητας ζωής και δυσκολία στην τήρηση της θεραπείας.
Όπως επισημαίνει η καθηγήτρια, μεγάλες ευρωπαϊκές μετα-αναλύσεις δείχνουν ότι περίπου το 10%-12% των εισαγωγών ηλικιωμένων στα νοσοκομεία προκαλείται από ανεπιθύμητες ενέργειες φαρμάκων. Σε προοπτική μελέτη ελληνικού νοσοκομείου, το 12,8% των συνολικών εισαγωγών συνδεόταν άμεσα με τέτοιες ανεπιθύμητες ενέργειες.
Εάν συνυπολογιστούν οι εισαγωγές που σχετίζονται άμεσα ή έμμεσα με τη φαρμακευτική αγωγή, το ποσοστό μπορεί να φτάσει έως το 30% των μη προγραμματισμένων ή επειγουσών εισαγωγών ηλικιωμένων.
Πόσο συχνά χορηγούνται δυνητικά ακατάλληλα φάρμακα
Σύμφωνα με τα στοιχεία που παραθέτει η κ. Σαρδέλλη, οι ηλικιωμένοι με πολυφαρμακία έχουν υπερδιπλάσια πιθανότητα -κατά 2,09 φορές- να λάβουν δυνητικά ακατάλληλο φάρμακο, σε σύγκριση με ασθενείς που παίρνουν λιγότερα σκευάσματα.
Μετα-αναλύσεις καταγράφουν ότι το 39,6% έως 74% των ηλικιωμένων με πολυφαρμακία λαμβάνει τουλάχιστον ένα δυνητικά ακατάλληλο φάρμακο.
Η εικόνα είναι ακόμη πιο επιβαρυμένη στις δομές μακροχρόνιας φροντίδας και στα γηροκομεία. Εκεί, η πολυφαρμακία αγγίζει το 85%-93%, ενώ η χρήση δυνητικά ακατάλληλων φαρμάκων φτάνει το 90,2%, σύμφωνα με τις καταγραφές που επικαλείται η καθηγήτρια.
Για την ασφαλέστερη συνταγογράφηση σε άτομα άνω των 65 ετών, οι επαγγελματίες υγείας μπορούν να συμβουλεύονται ειδικούς καταλόγους. Αυτοί περιλαμβάνουν περίπου 100 φάρμακα ή κατηγορίες φαρμάκων, μεταξύ των οποίων αναλγητικά, αντιβιοτικά, σκευάσματα για το κεντρικό νευρικό σύστημα, τον διαβήτη και τη γαστροπροστασία, που χρειάζονται ιδιαίτερη προσοχή στους ηλικιωμένους.
Ποιος ελέγχει τη συνολική αγωγή
Για τα συνταγογραφούμενα φάρμακα, η κ. Σαρδέλλη επισημαίνει την ευθύνη τόσο του γιατρού που εκδίδει τη συνταγή όσο και του φαρμακοποιού που την εκτελεί. Για τα μη συνταγογραφούμενα προϊόντα, τα φυτικά σκευάσματα και τα συμπληρώματα, ιδιαίτερη ευθύνη έχουν οι φαρμακοποιοί που τα διαθέτουν.
Η προσφυγή σε πολλούς διαφορετικούς γιατρούς ή φαρμακεία, όπως αναφέρει, αυξάνει τον κίνδυνο πολυφαρμακίας και σχετικών επιπλοκών.
Σε χώρες με οργανωμένα συστήματα ελέγχου, προτείνεται ετήσια επανεξέταση της φαρμακευτικής αγωγής επιλεγμένων ασθενών που διατρέχουν κίνδυνο λόγω πολυφαρμακίας, είτε από τον οικογενειακό γιατρό είτε, όπου υπάρχει δυνατότητα, από κλινικό φαρμακολόγο.
Η διαδικασία απαιτεί χρόνο και έχει κόστος. Ωστόσο, η συνολική αξιολόγηση και η κατάλληλη τροποποίηση της αγωγής από κλινικούς φαρμακολόγους δοκιμάζεται σε χώρες της Σκανδιναβίας και, σύμφωνα με την καθηγήτρια, φαίνεται να αποτελεί το καλύτερο μοντέλο.
Ο κρίσιμος ρόλος του φαρμακοποιού
Ο φαρμακοποιός καλείται, πριν διαθέσει τα συνταγογραφούμενα σκευάσματα, να ελέγξει την ορθότητα της ιατρικής εντολής και κατά πόσο ο ασθενής μπορεί να χρησιμοποιήσει σωστά το φάρμακο.
Εάν διαπιστώσει ασυμβατότητα μεταξύ φαρμάκων ή άλλο πρόβλημα που μπορεί να θέσει σε κίνδυνο την υγεία και τη θεραπεία του ασθενή, οφείλει να επικοινωνήσει με τον γιατρό που εξέδωσε τη συνταγή.
Στα μη συνταγογραφούμενα προϊόντα, τα φυτικά σκευάσματα και τα συμπληρώματα, η ευθύνη περιλαμβάνει επιπλέον την κατάλληλη επιλογή, τις οδηγίες σωστής χρήσης και τον έλεγχο πιθανών αντενδείξεων, λόγω της κατάστασης υγείας ή άλλων θεραπειών που λαμβάνει ο ασθενής.
Όπως τονίζει η κ. Σαρδέλλη, χρειάζονται καλή γνώση του ιατρικού και φαρμακευτικού ιστορικού, λεπτομερή αρχεία και απευθείας επικοινωνία με τον θεράποντα γιατρό. Η χορήγηση ενός σκευάσματος δεν πρέπει να γίνεται απλώς επειδή το ζητά ο ασθενής ή επειδή έχει δοθεί σε κάποιον άλλο με φαινομενικά παρόμοια χαρακτηριστικά.
ΑΠΕ-ΜΠΕ
- Τρία πιθανά οφέλη των προβιοτικών πέρα από την πέψη
- Μπορεί η ασπιρίνη να προστατεύει από την άνοια; Νέα μελέτη εντόπισε ποιοι μπορεί να ωφελούνται
- «Καμπανάκι» για τον εγκέφαλο η αϋπνία – Αυξάνει κατά 26% τον κίνδυνο εγκεφαλικού επεισοδίου




