Η δίκη της φοιτήτριας - Δύναμη και αδυναμία

Γιώργος Κουμάκης
Γιώργος Κουμάκης
Η δίκη της φοιτήτριας - Δύναμη και αδυναμία

Η δίκη αυτή δεν ήταν μια οποιαδήποτε δίκη, αλλά έχει ένα ειδικό βάρος για την κοινωνία και τον κόσμο ολόκληρο

Του Γεωργίου Χ. Κουμάκη


Αυτές τις μέρες εκδόθηκε η ετυμηγορία της πολύκροτης δίκης για τον αποτρόπαιο, ειδεχθή και μαρτυρικό θάνατο της αθώας, έντιμης, όμορφης και ανεξίκακης φοιτήτριας Ελένης Τοπαλούδη  από το Μικτό Ορκωτό Δικαστήριο Αθηνών , η οποία ήταν ισόβια και 15 χρόνια κάθειρξη. Θα προσπαθήσω σαν Έλληνας πολίτης να εκφράσω ορισμένες σκέψεις, με το να σχολιάσω ορισμένες αθέατες πτυχές της δίκης όχι από νομική άποψη, αφού δεν είμαι νομικός, αλλά υπό το πρίσμα μιας ευρύτερης κοινωνικής θεώρησης του θέματος με εφόδιο την κοινή λογική.

Μεσούσης της δίκης δημοσιεύτηκε ένα σχόλιο από υψηλόβαθμο κυβερνητικό στέλεχος, το οποίο μετά από αντίδραση της αξιωματικής αντιπολίτευσης διευκρίνισε ότι ήταν προσωπική του γνώμη και όχι επίσημη κυβερνητική θέση. Προς αποφυγή όμως σύγχυσης και αμφιβολίας η διευκρίνιση έπρεπε να είχε γίνει ταυτόχρονα με τη δήλωση και πάντως μετά την έκδοση της απόφασης και όχι κατά την εξέλιξη της δίκης, διότι έτσι δημιουργείται η εντύπωση παρέμβασης στο έργο της Δικαιοσύνης είτε από Κυβερνητικό παράγοντα είτε από απλό πολίτη. Ακόμη όμως και ως απλώς πολίτης να έκανε τη δήλωση, αυτή δεν θα μπορούσε να είναι αντίθετη προς την επίσημη Κυβερνητική γραμμή. Εκεί διατυπώνεται η άποψη ότι ο δικαστής δεν πρέπει να κρίνει με βάση προσωπικές του απόψεις  ούτε το κοινό περί δικαίου αίσθημα. Ο δικαστής  όμως(αλλά και κάθε άλλο άτομο) κρίνει με βάση την προσωπική του άποψη, δηλαδή τη γνώμη, που έχει σχηματίσει από τη δικογραφία και την ακροαματική διαδικασία αλλά όχι από έξωθεν επεμβάσεις χάριν κρυφών σκοπιμοτήτων, αν θέλει να είναι αδέκαστος κριτής. Ο δικαστής δεν πρέπει να παραγνωρίζει εντελώς το κοινό περί δικαίου αίσθημα, διότι αυτό είναι το θερμόμετρο της κοινωνίας και ασφαλέστερο κριτήριο της αλήθειας, διότι είναι η έκφραση των πολλών. Στο τέλος διατυπώνονται αόριστα ευχολόγια χωρίς συγκεκριμένο περιεχόμενο όπως: « Εύχομαι από καρδιάς οι γονείς της άτυχης κοπέλας να λάβουν την ηθική δικαίωση, που τους οφείλει η δικαιοσύνη και η πολιτεία, και οι ένοχοι την τιμωρία που τους αξίζει».  Ποια είναι αυτή η δικαίωση και η τιμωρία που τους αξίζει αφήνεται στην κρίση του καθενός. Πρόκειται για ένα τρόπο έκφρασης που ικανοποιεί όλες τις πλευρές, ακόμα και τις πιο ακραίες.

Η αγόρευση της εισαγγελέως, η οποία ήταν συγκλονισμένη με έντονη συναισθηματική φόρτιση, προκάλεσε σε ορισμένα σημεία την αντίδραση  της Ολομέλειας των Δικηγορικών Συλλόγων Ελλάδος, η οποία την καταγγέλλει ότι « συμπεριφέρθηκε απαξιωτικά στο υπερασπιστικό έργο των δικηγόρων».  Ζητεί από την Πρόεδρο του Δικαστηρίου να την «επαναφέρει στην τάξη», από την ίδια να «ανακαλέσει άμεσα τις δηλώσεις της και να ζητήσει συγγνώμη από το δικηγορικό σώμα για τα όσα προσβλητικά καταφέρθηκε εις βάρος του», και από την Εισαγγελία του Αρείου Πάγου «να κινηθεί άμεσα σε βάρος της η προβλεπόμενη κατά νόμο πειθαρχική διαδικασία». Τα λόγια της εισαγγελέως είναι τα εξής: « Από τη στιγμή που οι συνήγοροι μπαίνουν στην υπόθεση, αρχίζουν τα ψέματα, τα σενάρια για τη συσκότιση της αλήθειας. Έχω ακούσει από συνηγόρους κατηγορουμένων να λένε ότι είμαστε συλλειτουργοί της Δικαιοσύνης. Συλλειτουργός στη Δικαιοσύνη είναι αυτός που αποσκοπεί σ’ αυτό που αποσκοπεί όλη η Δικαιοσύνη, στην ανεύρεση της αλήθειας». ..Πείτε τα έτσι, πείτε τα αλλιώς και έτσι όλο και κάποια αμφιβολία θα γεννηθεί». Η συμπεριφορά αυτή της εισαγγελέως σύμφωνα με την καταγγελία «προσβάλλει στο σύνολό του το δικηγορικό σώμα και τον ρόλο του υπερασπιστή δικηγόρου… στο οποίο (δικηγορικό σώμα) προσδίδει συμπεριφορά αντίθετη προς τον θεσμικό του ρόλο και τις επιβαλλόμενες από τον νόμο υποχρεώσεις του ως συλλειτουργού της δικαιοσύνης…» .

Δύο είναι λοιπόν τα παραπτώματα, για τα οποία κατηγορείται  η εισαγγελέας: 1) ότι οι συνήγοροι υπεράσπισης συμβουλεύουν τους κατηγορουμένους να λένε ψέματα, και 2) ότι αυτοί δεν είναι δυνατόν να είναι συλλειτουργοί της δικαιοσύνης, διότι δεν αποσκοπούν στην αλήθεια, την οποία συσκοτίζουν με τα ψέματά τους. Σύμφωνα με την πρώτη κατηγορία οι συνήγοροι υπεράσπισης προτρέπουν τους κατηγορουμένους να λένε ψέματα, πράγμα που θεωρείται αντίθετο προς τον θεσμικό ρόλο του δικηγορικού σώματος, και επομένως τους προσβάλλει. Με την δήλωση αυτή υπονοείται ότι ο θεσμικός ρόλος του δικηγόρου και ειδικότερα του συνηγόρου υπεράσπισης είναι  να συμβουλεύει τους κατηγορουμένους να λένε ενώπιον του δικαστηρίου την καθαρά αλήθεια και μόνον την αλήθεια ,συμβάλλοντας με τον τρόπο αυτόν στην ανεύρεση της αλήθειας, πράγμα που επιβάλλεται από τον θεσμικό του ρόλο. Η θέση αυτή μεθερμηνευόμενη σε συγκεκριμένο παράδειγμα έχει ως εξής: Όταν ένας σκοτώνει αναίτια και εν ψυχρώ κάποιον, ο συνήγορος υπεράσπισης είναι υποχρεωμένος εκ του θεσμικού του ρόλου να συμβουλεύσει τον φονιά να πει την αλήθεια χωρίς περιστροφές και ενδοιασμούς. Λέγοντας λοιπόν ο κατηγορούμενος τα πράγματα όπως ακριβώς συνέβησαν συμβάλλει καθοριστικά στην ανεύρεση της αλήθειας, κατοχυρώνοντας έτσι το ρόλο του ως συλλειτουργού της δικαιοσύνης. 

Είναι όμως αυτός πράγματι ο θεσμικός ρόλος του συνηγόρου υπεράσπισης, όπως τον αντιλαμβάνεται ο απλός άνθρωπος ή ακόμα και ο νομοθέτης;  Κανείς νουνεχής και εχέφρων άνθρωπος  δεν αποδέχεται ότι τα πράγματα έχουν έτσι. Σκοπός του συνηγόρου υπεράσπισης είναι μάλλον να ελαφρώσει τη θέση του κατηγορουμένου μετερχόμενος κάθε νόμιμο μέσο. Στην προσπάθεια αυτή περιλαμβάνεται η συμβουλή του προς τον κατηγορούμενο να αποκρύψει την αλήθεια  λέγοντας ψέματα ή παραποιώντας και διαστρέφοντας την κατάσταση. Αυτή είναι μέχρι σήμερα η παγιωμένη και καθιερωμένη αντίληψη για τον θεσμικό ρόλο του συνηγόρου υπεράσπισης. Πώς όμως με ψέματα μπορεί να συμβάλει στην αποκάλυψη της αλήθειας, ώστε να δικαιώσει τον θεσμικό του ρόλο ως συλλειτουργού της Δικαιοσύνης; Το δικαστήριο πρέπει να το φαντασθούμε ως μια τριαδική ή τρισυπόστατη μορφή, στην οποία υπάρχουν το μέσον και τα δύο άκρα. Τα δύο άκρα είναι η πολιτική αγωγή και ο συνήγορος υπεράσπισης, ενώ το μέσον βρίσκεται ο δικαστής, οποίος – και μόνον αυτός – είναι επιφορτισμένος με την ευθύνη να βρει την αλήθεια. Ο θεσμικός ρόλος των δύο άκρων είναι να υποστηρίξουν την θέση των πελατών τους, δηλαδή των αντιδίκων. Το ότι το σχήμα αυτό είναι απαραίτητο για τη διεκπεραίωση μιας δίκης φαίνεται και από το ότι ο νομοθέτης προέβλεψε την υποχρέωση του δικαστηρίου να διορίζει αυτεπαγγέλτως δικηγόρο, όταν δεν υπάρχει, ώστε να συμπληρωθεί το σχήμα.

 Ο θεσμικός ρόλος των δύο άκρων δεν επιβάλλει να λένε πάντοτε την αλήθεια παρά μόνον όπου και αν  συμφέρει και στο βαθμό που συμβάλλει ,ώστε να κερδίσει ο πελάτης τη δίκη. Με την αγόρευση των δύο αυτών αντιτιθεμένων πλευρών αποκαλύπτονται  πλείστες πτυχές του θέματος, από τις οποίες ο δικαστής με την ευθυκρισία και την οξυδέρκειά του θα αντλήσει τα απαραίτητα εκείνα στοιχεία, ώστε να προσεγγίσει την αλήθεια. Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι ο δικηγόρος, με το να υποδεικνύει στον κατηγορούμενο να διαστρεβλώσει τη δημιουργηθείσα κατάσταση λέγοντας ψέματα, συμβάλλει αποφασιστικά στην ανεύρεση της αλήθειας, και μάλιστα σε μεγαλύτερο βαθμό από το αν δεν αγόρευαν δικηγόροι με τα ψέματά τους. Ο ανορθόδοξος αυτός δρόμος προς την αλήθεια  έχει διατυπωθεί από τον Νίτσε, που είπε ότι «από λάθος δρόμους οδηγούμαστε στην αλήθεια». Παρόλα αυτά η εισαγγελέας αυθόρμητα διέπραξε το ατόπημα να ομολογήσει την αλήθεια αυτή που είναι κοινός τόπος και κοινό μυστικό. Το ότι  δεν πρέπει να λέγεται έχει ήδη επισημανθεί στο παρελθόν από σημαίνον πολιτικό πρόσωπο, που διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο στη διαμόρφωση της σύγχρονης πολιτικής ζωής στη σύγχρονη Ελλάδα. Συγκεκριμένα ο πρώτος Πρωθυπουργός της Ελλάδας μετά τη μεταπολίτευση και κατόπιν Πρόεδρος της Δημοκρατίας είχε πει το εξής: «Στην πολιτική άλλα γίνονται χωρίς να λέγονται και άλλα λέγονται χωρίς να γίνονται». Η δικαιοσύνη είναι μέρος της πολιτικής  κατά την έκφραση του Αριστοτέλη, διότι είναι η τρίτη εξουσία: εκτελεστική, νομοθετική και δικαστική. Στην προκειμένη περίπτωση αυτός που γίνεται χωρίς να λέγεται είναι ότι ο συνήγορος υπεράσπισης  συμβουλεύει ενίοτε τον κατηγορούμενο να πει ψέματα, πάνω στα οποία και ο ίδιος στηρίζεται κατά την αγόρευσή του. Η εισαγγελέας λοιπόν διέπραξε το σφάλμα να πει την αλήθεια ανενδοίαστα. Η ιδέα αυτή να υπερασπίζεται κανείς τον κατηγορούμενο με κάθε μέσο, προς τον οποίο οφείλομε να επιδεικνύομε κατά τον Αριστοτέλη και επιείκεια , η οποία είναι μορφή δικαίου ανώτερη από το δίκαιο, προέρχεται ίσως από τη φράση του Σωκράτη ότι « κανείς δεν είναι με τη θέλησή του κακός ή άδικος» (ουδείς εκών κακός , ουδείς εκών άδικος).

Ο συγκλονισμός ψυχής της εισαγγελέως την οδήγησαν σε ορισμένες υπερβολές. Θα αρκεστώ να αναφέρω μόνον τρεις εξ αυτών. Είπε ότι «ακόμα ακόμα και νεκρή θα την βίαζαν» , δηλαδή την Ελένη. Η πρόταση αυτή είναι χωρίς νόημα, διότι ο βιασμός συμβαίνει παρά τη θέληση κάποιου, η οποία όμως στο νεκρό και άψυχο σώμα δεν υπάρχει. Ήθελε μάλλον να πει ότι θα ασελγούσαν. Είπε επίσης ότι οι κατηγορούμενοι έπρεπε να ομολογήσουν την πράξη τους, για να μπορούν να ζητήσουν συγγνώμη και ότι η συγγνώμη που αιτήθηκαν δεν ήταν ειλικρινής, πράγμα που φάνηκε από το γέλιο που είχαν μεταξύ τους. Τα λόγια αυτά φαίνονται αντιφατικά και ανερμάτιστα, διότι ζητά να ομολογήσουν το έγκλημά τους άνθρωποι, τους οποίους η ίδια είχε προηγουμένως χαρακτηρίσει «άθλια υποκείμενα», με ηθική διαστροφή και τοξικούς τρόπους. Επί πλέον είναι γνωστό ότι άτομα ευυπόληπτα  στην κορυφή της κοινωνικής και πολιτικής ζωής , όπως είναι υπουργοί πρωθυπουργοί, καθηγητές Πανεπιστημίου ανά τον κόσμο ολόκληρο, δεν ομολόγησαν ενώπιον του δικαστηρίου τα βαριά αδικήματά τους. Παρόλο βέβαια που είναι θεμιτό και αυτονόητο να ζητά ο δικαστής να ομολογήσουν οι κατηγορούμενοι, αυτό υπερβαίνει τα όρια των δυνατοτήτων των συγκεκριμένων κατηγορουμένων. Επίσης το να γελούν οι κατηγορούμενοι μεταξύ τους δεν αποτελεί απόδειξη ότι η μεταμέλειά τους δεν είναι ειλικρινής, διότι το γέλιο όσο και το κλάμα αναφέρονται τόσο στη χαρά όσο και στη λύπη. Κλαίει κανείς ενίοτε  από χαρά και γελά από λύπη. Είναι τα κοινώς λεγόμενα κλαψογέλια.  Ο H. Bergson έχει γράψει βιβλίο για το γέλιο (Le rire),  το οποίο έχει μεταφράσει ο Ν. Καζαντζάκης.

 Ένα άλλο σημείο υπερβολής είναι η φράση της : « Ο κόσμος να χαλάσει θα επικρατήσει δικαιοσύνη». Αυτή είναι φράση κενή περιεχομένου κατά διττό τρόπο. Τούτο δε διότι την απονομή της δικαιοσύνης την αντιλαμβάνεται κανείς κατά πολλούς και διάφορους τρόπους, αφού κατά τους κατηγορουμένους δικαιοσύνη είναι να αθωωθούν ή να τους επιβληθεί ελαφριά ποινή, ενώ κατά τους οικείους του θύματος δικαιοσύνη είναι να τους επιβληθεί η πιο βαριά ποινή. Η εισαγγελέας, χωρίς να είναι δικαστής, προφανώς εννοούσε με τη λέξη δικαιοσύνη τη δική της άποψη γι αυτήν. Όταν λέγει κάποιος ότι « Ο κόσμος να χαλάσει θα επικρατήσει δικαιοσύνη» , ζητά το αδύνατο. Τούτο δε διότι πώς θα επικρατήσει δικαιοσύνη όταν τα πάντα έχουν χαλάσει. Στην περίπτωση αυτή και ο δικαστής θα είναι χαλασμένος, επειδή και αυτός είναι μέρος του κόσμου.

Η δίκη αυτή δεν ήταν μια οποιαδήποτε δίκη, αλλά έχει ένα ειδικό βάρος για την κοινωνία και τον κόσμο ολόκληρο, διότι εντάσσεται στο ευρύτερο πλαίσιο της καταπίεσης και κακομεταχείρισης, την οποία υφίσταται η γυναίκα από τον άνδρα στη μακραίωνη ιστορία της ανθρωπότητας. Είναι ευτυχώς παρήγορο το γεγονός ότι με τα χρόνια και κυρίως με την εκπαίδευση και τον πολιτισμό έχει σημειωθεί αλματώδης πρόοδος στην εξίσωση των δύο φύλων  αναλογικά σε όλες τις χώρες του κόσμου, δεν έχει φτάσει όμως δυστυχώς ακόμα σε ικανοποιητικό επίπεδο, ώστε να σεμνυνόμαστε για τον πολιτισμό μας, και το χειρότερο είναι ότι ίσως δεν θα φτάσει η ανθρωπότητα ποτέ σε τέτοιο στάδιο, όπου ο άνδρας θα παύσει να είναι απειλή για την γυναίκα. Η αιτία έχει ήδη επισημανθεί από τον Πλάτωνα, ο οποίος είπε ότι η βασικότερη διαφορά του άνδρα από τη γυναίκα είναι η σωματική ρώμη του άνδρα. Η δύναμη του σώματος αλλά όχι του πνεύματος, που εκ φύσεως διαθέτει ο άνδρας, όταν αυτή δεν συνοδεύεται από τη φρόνηση είναι πηγή του κακού, διότι αυτή του προσδίδει αλαζονεία και έπαρση, η οποία τον ωθεί να υπερβεί τα όρια της ευπρέπειας και της κοσμιότητας, με αποτέλεσμα το αδύναμο και ανυπεράσπιστο αυτό πλάσμα να πέφτει θύμα της θηριωδίας του ανδρός. Η δίκη λοιπόν αυτή της φοιτήτριας είναι μια σμικρογραφία της κρυφής και αέναης πάλης των δύο φύλων. Στις μέρες μας με  την επιβολή των  περιοριστικών μέτρων του εγκλεισμού στα σπίτια μας λόγω του κορωναϊού έδρασε η ενδοοικογενειακή βία σε όλο της το μεγαλείο. Αναφέρθηκαν κακοποιήσεις γυναικών ακόμα και στα πιο προηγμένα κράτη της υφηλίου, στα οποία έχουν ανεγερθεί οίκοι κακοποιημένων γυναικών.

 Ο ρόλος όμως της δύναμης δεν σταματά εδώ, δηλαδή στον διαχωρισμό των δύο φύλων, αλλά επεκτείνεται υπό άλλη μορφή σε ολόκληρο τον κόσμο. Πρόκειται για την πάλη και τους πολέμους των κρατών μεταξύ τους. Όταν ένα κράτος αισθάνεται ισχυρό, κηρύσσει τον πόλεμο σε άλλα, κυρίως γειτονικά, για να αρπάξει τον πλούτο τους και να τα υποδηλώσει. Έχομε την πρόσφατη εμπειρία των δύο παγκοσμίων πολέμων. Όσα κράτη δεν πρόβαλαν αντίσταση δεν πειράχτηκαν από τον κατακτητή. Αντίθετα, κράτη που αντιστάθηκαν σθεναρά, όπως ήταν  η Ελλάδα, υπέστησαν απηνείς διωγμούς με ομαδικές εκτελέσεις.  Σήμερα, για να υπάρξει ισορροπία έχουν δημιουργηθεί συνασπισμοί κρατών. Κατά παρόμοιο τρόπο αν η φοιτήτρια δεν πρόβαλε αντίσταση στους κακοποιούς , αν δεν τους απειλούσε με την αστυνομία και τον πατέρα της, ίσως η έκβαση των πραγμάτων να ήταν διαφορετική. Τώρα όμως έδειξε ηρωισμό και αξιοπρέπεια. Η δίκη αυτή μοιάζει σε μικρογραφία με εκείνη της Νυρεμβέργης. 

 Η αποκατάσταση των θυμάτων ήταν δίκαιο αίτημα και αυτοί που υπερασπίστηκαν τη μνήμη των θυμάτων υπήρξαν αγωνιστές της ηθικής και του δικαίου. Είναι τόσο έντονη η διαφορά της δύναμης με την αδυναμία, ώστε πολλοί επικαλούνται ακόμα και σήμερα τον λόγο  « Υπέρ αδυνάτου» του ρήτορα Λυσία στην Αθήνα της κλασικής αρχαιότητας. Ο Γοργίας, ο προσωκρατικός εκείνος φιλόσοφος, ύμνησε τη δύναμη του λόγου, ενώ η αρχαία τραγωδία και ο Χριστιανισμός  κηρύσσουν τη δύναμη της αγάπης και τη συμφιλίωση.. Η Αντιγόνη του Σοφοκλή είχε πει το περίφημα εκείνο: «Δεν γεννήθηκα για να μισώ αλλά για να αγαπώ». Το μέγεθος της ποινής για τους κατηγορουμένους αφορά το μέλλον και όχι τόσο το παρελθόν, αφορά μάλλον λιγότερο του ίδιους και περισσότερο την κοινωνία.  Σκοπός της ποινής δεν είναι τόσο να σωφρονιστούν οι αδικούντες, οι οποίοι μπορεί να μείνουν και αμετανόητοι, όσο να αποτελέσει φραγμό για διάπραξη εγκλημάτων στις επόμενες γενιές. Δεν κερδίζει η κοινωνία με το να κλείνει ανθρώπους στη φυλακή, αλλά με την παιδεία να δημιουργεί τις κατάλληλες συνθήκες, ώστε να αποτρέπεται κανείς από το έγκλημα. Φάρος θα είναι η αγάπη και όχι η εκδίκηση. Φωτεινό παράδειγμα προς την κατεύθυνση αυτή μπορεί να αποτελέσουν τα λόγια της κόρης ενός αδικοχαμένου πατέρα που φονεύθηκε από συγχωριανό του( στα  Ανώγεια Κρήτης) , τα οποία δίκαια προκάλεσαν πανελλήνια συγκίνηση. Είπε συγκεκριμένα ότι σήμερα θρηνούμε όχι μόνον τον πατέρα μου αλλά και τον συγχωριανό μου (που τον σκότωσε). Ο συγχωριανός της σκοτώθηκε κατόπιν από σφαίρα του αδελφού της. 

 

Γίνε ο ρεπόρτερ του CRETALIVE

ΣΤΕΙΛΕ ΤΗΝ ΕΙΔΗΣΗ