Ο Καβάφης επιστρέφει στην Αθήνα
Ο μπρούτζινος οικουμενικός ποιητής του Αλεξανδρινού Ελληνισμού στον πεζόδρομο της Διονυσίου Αρεοπαγίτου
Του Κωστή Ε. Μαυρικάκη
Σε μια εποχή που η τοπική αυτοδιοίκηση αποτελεί εν πολλοίς μόνιμο πεδίο ενασχόλησης ματαιόσπουδων ολίγιστων, και θερμοκοιτίδα επαγγελματικής αποκατάστασης στο δημόσιο βίο και στην πολιτική, έρχονται Ιδρύματα του ιδιωτικού τομέα για να συμπληρώσουν με καινοτόμους και ανατρεπτικά δημιουργικούς τρόπους αυτόν τον αυτοδιοικητικό ζόφο και ανεπάρκεια.
Από προχτές 29 Απριλίου, επέτειο της γέννησης και συνάμα θανάτου του Αλεξανδρινού ποιητή, το Ίδρυμα Ωνάση παρέδωσε επίσημα στον πεζόδρομο της Διονυσίου Αρεοπαγίτου στην Αθήνα το γλυπτό που απεικονίζει τον Κ. Π. Καβάφη, έργο του Τηνιακού γλύπτη και πανεπιστημιακού Πραξιτέλη Τζανουλίνου. Στον ιστορικό πεζόδρομο του Μακρυγιάννη, στη νότια πλευρά του λόφου της Ακρόπολης, που σχεδιάστηκε από τον εμβληματικό Έλληνα αρχιτέκτονα και διανοούμενο Δημήτρη Πικιώνη, μπροστά από το θέατρο του Ηρώδου Αττικού και του Ιερού Διονύσου, εκεί όπου ο χρόνος συνηθίζει να διαπερνάται σε στρώσεις φωτός, μαρμάρου και πέτρας, εμφανίστηκε ξανά μια μορφή που ποτέ δεν διέφυγε πραγματικά από το χρόνο. «Λατρεύω τόσο πολύ τας Αθήνας» έγραφε ήδη από το 1903 ο ποιητής. Ο Κωνσταντίνος Π. Καβάφης δεν επιστρέφει «στας Αθήνας» ως άγαλμα. Επιστρέφει ως παύση. Ως εκείνη την ανεπαίσθητη καθυστέρηση του βήματος, όταν ο βιαστικός περαστικός αντιλαμβάνεται ότι κάποιος τον περιμένει εκεί στο παγκάκι. Όχι για να τον τιμήσει, αλλά για να τον σκεφτεί.
Το έργο του Πραξιτέλη Τζανουλίνου δεν επιδιώκει την απόσταση του μνημείου. Αποφεύγει τη ρητορική του ύψους και της επιβολής. Ο ποιητής δεν στέκει όρθιος, απόμακρος και εσωστρεφής. Δεν υψώνεται, δεν επιβάλλεται στο χώρο. Κάθεται. Και σε αυτή τη στάση, την τόσο απλή, σχεδόν καθημερινή, κρύβεται ίσως η πιο βαθιά ανατροπή. Ο Καβάφης δεν απαιτεί να τον κοιτάξεις, σου γνέφει σχεδόν να καθίσεις δίπλα του.
Σε μια πόλη που έχει μάθει να κινείται γρήγορα, να παρακάμπτει τη σκέψη χάριν της επιβίωσης, το παγκάκι γίνεται πράξη αντίστασης. Δίπλα στον ποιητή, το σώμα υποχρεώνεται να επιβραδύνει. Και μαζί του ίσως, και ο νους. Η Αθήνα, κουρασμένη από την ιστορία της και τις ταχύτητές της, φορτωμένη με μνήμες που δεν πρόλαβε να επεξεργαστεί, βρίσκει στο χάλκινο αυτό συνομιλητή μια σιωπηλή πρόκληση: Να θυμηθεί.
Ο Καβάφης υπήρξε πάντοτε ο ποιητής των ενδιάμεσων χώρων. Ούτε πλήρως αρχαίος ούτε σύγχρονος, ούτε αυστηρά ελληνικός ούτε αποκομμένος από την οικουμένη. Και τώρα, τοποθετημένος ανάμεσα στην Ακρόπολη και τη ροή των τουριστών, μοιάζει να κατοικεί ακριβώς εκεί όπου ανήκε πάντα. Στο μεταίχμιο των χρόνων.
Το Ίδρυμα Ωνάση, που για μισόν αιώνα δρα ως καταλύτης στην ελληνική κοινωνία προσφέροντας το σαφές όραμα του ανθρωποκεντρισμού και δημιουργώντας αναπάντεχες δράσεις που ανοίγουν νέους δρόμους στον πολιτισμό, την υγεία και την παιδεία, προσήνεγκεν αυτή την οικουμενική ποιητική μορφή του Αλεξανδρινού Ελληνισμού στην πόλη της Αθηνάς, χωρίς να προσθέσει απλά ένα ακόμη έργο τέχνης. Άνοιξε μια ρωγμή μέσα στην καθημερινότητα, απ’ όπου μπορεί να αποδράσει η ποίηση.
Και τι είναι η ποίηση στην Αθήνα του σήμερα; Ίσως ένα βλέμμα που επιμένει εκεί όπου όλα τείνουν να γίνουν επιφανειακά. Μια άγκυρα εκεί που όλα είναι φελλός. Ίσως μια φωνή που ψιθυρίζει μέσα στο θόρυβο. Ίσως, τελικά, μια παρουσία που δεν ζητά τίποτε άλλο παρά να συνυπάρξει. Το γλυπτό δεν επιβάλλει νόημα. Το υπονοεί χαμηλόφωνα, όπως η ποίησή του. Δεν εξηγεί, υπαινίσσεται.
Το γεγονός ότι μπορεί κανείς να καθίσει δίπλα στον ποιητή, δεν είναι απλώς μια αισθητική επιλογή, είναι μια πρόταση ριζιμιάς σχέσης. Σε αντίθεση με τους ανδριάντες που υψώνονται για να θυμίζουν μεγαλείο, εδώ η μνήμη γίνεται οικεία. Ο Καβάφης δεν είναι πια η απόμακρη μορφή του παρελθόντος, δεν είναι ο παράξενος γέροντας της ιστορικής οδού Λέψιους στην Αλεξάνδρεια. Είναι ένας συνοδοιπόρος. Και ίσως αυτό είναι το πιο Καβαφικό στοιχείο του έργου. Η κατάργηση της απόστασης ανάμεσα στο χρόνο και η ανατροπή της εμπειρίας.
Στην ίδια διαδρομή, λίγα μέτρα πιο πέρα, οι σιλουέτες των αρχαίων μνημείων εξακολουθούν να επιβάλλουν τη σιωπή τους. Εκεί, η Ιστορία αφηγείται με πυκνό τον αέρα. Εδώ, όμως, ο Καβάφης επιλέγει τα πεζά. Και αυτή η μετατόπιση είναι κρίσιμη. Γιατί η σύγχρονη ζωή δεν χρειάζεται άλλους μύθους μεγαλείου. Χρειάζεται τρόπους να εξοικειωθεί με τον εαυτό της.
Ο φωτισμός της γλυπτικής σύνθεσης από την Ελευθερία Ντεκώ, διακριτικός, σχεδόν αφηγηματικός, δεν αναδεικνύει απλά το έργο. Το εντάσσει σε ένα διάλογο με τη νύχτα της πόλης, κάτι από την ποίηση των κεριών του ποιητή, την ατμόσφαιρα της ρέμβης, της αναπόλησης και του οραματισμού. Το φως δεν τονίζει, συνομιλεί. Και μέσα σε αυτό το παιχνίδι φωτός και σκιάς, ο ποιητής μοιάζει άλλοτε παρών και άλλοτε έτοιμος να χαθεί, όπως ακριβώς οι στίχοι του, που δεν αποκαλύπτονται ποτέ πλήρως.
Ίσως, τελικά, αυτό το άγαλμα να μην αφορά τόσο τον Καβάφη όσο εμάς. Να είναι ένας καθρέφτης, όπου η πόλη βλέπει τη δική της αμηχανία απέναντι στη μνήμη, στο χρόνο, στην απολεσθείσα ταυτότητα. Σε μια εποχή όπου όλα τείνουν να επιταχύνονται, η παρουσία του καθιστού οικουμενικού ποιητή του Αλεξανδρινού Ελληνισμού προτείνει κάτι σχεδόν ανατρεπτικό, ριζοσπαστικό: Να σταθούμε. Να καθίσουμε. Να σκεφτούμε.
Και ίσως, αν καθίσουμε αρκετά κοντά του, να ακούσουμε. Όχι τη φωνή του, αλλά τη δική μας, όπως θα μπορούσε να είναι αν τολμούσαμε να της δώσουμε χώρο.
Στην πολυπολιτισμική Αθήνα των διαρκών μεταβάσεων και μεταμορφώσεων, όπως και στην Αλεξάνδρεια της εποχής του, ο Καβάφης δεν είναι πια απλά ένας ποιητής. Είναι μια στάση. Μια μικρή, επίμονη άρνηση της λήθης. Και αυτή ίσως, είναι η πιο ουσιαστική του επιστροφή στην Αθήνα του 2026.
Άραγε υπάρχει τόπος για έναν ανάλογο Καζαντζάκη και έναν ανάλογο Ελύτη στο Μεγάλο Κάστρο της Κρήτης που τους γέννησε; Δύσκολα μάλλον πράγματα αυτά για τη Λότζια. Έχουν σοβαρότερες (και υψηλότερες) έγνοιες στα κοσμοείδωλά τους…
Κεντρική φωτογραφία: Το γλυπτό του Κ. Π. Καβάφη, έργο του Τηνιακού γλύπτη και πανεπιστημιακού Πραξιτέλη Τζανουλίνου, στον πεζόδρομο της Διονυσίου Αρεοπαγίτου/ Φωτ.: Ανδρέας Σιμόπουλος.
- ΟΦΗ: Να γίνει μόδα να κατεβαίνει ο Κρητικός στο Παγκρήτιο!
- Το ελληνικό οικοδόμημα του ΟΦΗ
- Αλμυρός ποταμός: Αν όχι τώρα, πότε;
