Η επιλεκτική ανάδειξη μιας πρωτόδικης απόφασης

"Τι σημαίνει η επιλεκτική ανάδειξη μιας πρωτόδικης κρίσης ως σχεδόν καθοριστικού θεσμικού γεγονότος, ιδίως όταν έχουν προηγηθεί ή συνυπάρχουν κρίσεις ανώτατων δικαστικών ή εισαγγελικών λειτουργών..."

Του Αργύρη Κατσαμάνη

Η πρόσφατη παρέμβαση του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών για την υπόθεση των υποκλοπών είναι θεσμικά άστοχη και επικίνδυνη. Όχι επειδή οι δικαστικές ή εισαγγελικές κρίσεις είναι υπεράνω κριτικής. Σε ένα κράτος δικαίου, κάθε δικαστική ή εισαγγελική κρίση μπορεί να σχολιάζεται, να αναλύεται, να αμφισβητείται επιστημονικά και να κρίνεται δημόσια. Άλλο όμως η θεμιτή νομική κριτική και άλλο η μετατροπή μιας μη αρεστής κρίσης σε αφορμή δημόσιας απαξίωσης δικαστικών ή εισαγγελικών λειτουργών.

Το ζήτημα με την πρωτόδικη απόφαση δεν είναι αν πρέπει να γίνει σεβαστή. Αυτό είναι αυτονόητο. Κάθε δικαστική απόφαση, σε οποιονδήποτε βαθμό κι αν εκδίδεται, αποτελεί πράξη της Δικαιοσύνης και αντιμετωπίζεται με τον θεσμικό σεβασμό που της αναλογεί. Το ζήτημα είναι άλλο: τι σημαίνει η επιλεκτική ανάδειξη μιας πρωτόδικης κρίσης ως σχεδόν καθοριστικού θεσμικού γεγονότος, ιδίως όταν έχουν προηγηθεί ή συνυπάρχουν κρίσεις ανώτατων δικαστικών ή εισαγγελικών λειτουργών.

Διότι μια πρωτόδικη απόφαση δεν παύει να είναι δικαστική κρίση, αλλά δεν μπορεί να χρησιμοποιείται ως εργαλείο πίεσης προς άλλους δικαστικούς ή εισαγγελικούς λειτουργούς. Δεν μπορεί να προβάλλεται επιλεκτικά, όχι για να εξηγηθεί νομικά, αλλά για να υπονοηθεί ότι κάθε διαφορετική κρίση είναι λιγότερο θεσμική, λιγότερο σεβαστή ή ύποπτη. Εκεί ακριβώς αρχίζει το πρόβλημα.

Η επίκληση μιας πρωτόδικης απόφασης, όταν γίνεται με τέτοιον τρόπο, δεν υπηρετεί αναγκαστικά τον σεβασμό στη Δικαιοσύνη. Μπορεί να υπηρετεί κάτι εντελώς διαφορετικό: την κατασκευή ενός αφηγήματος. Παίρνουμε την κρίση που μας εξυπηρετεί, την αναδεικνύουμε ως μοναδικό μέτρο αλήθειας και αφήνουμε να εννοηθεί ότι όσοι δικαστικοί ή εισαγγελικοί λειτουργοί έκριναν διαφορετικά κινήθηκαν εσφαλμένα ή θεσμικά προβληματικά. Αυτό όμως δεν είναι σεβασμός στη Δικαιοσύνη. Είναι επιλεκτική εργαλειοποίηση της Δικαιοσύνης.

Και εδώ χρειάζεται μια αναγκαία διευκρίνιση. Η θεσμική στήριξη ενός δικαστικού ή εισαγγελικού λειτουργού δεν σημαίνει ότι συμφωνούμε αναγκαστικά με κάθε κρίση του. Ούτε σημαίνει ότι όλες οι αποφάσεις είναι ορθές ή υπεράνω κριτικής. Η επιστημονική, νομική και δημόσια κριτική είναι θεμιτή. Όμως άλλο η κριτική της απόφασης και άλλο η δημόσια απαξίωση του λειτουργού κάθε φορά που η κρίση του δεν ανταποκρίνεται στις προσδοκίες της κοινής γνώμης, ενός κόμματος, ενός συλλόγου ή ενός θεσμικού φορέα.

Ο δικαστής και ο εισαγγελέας πρέπει να προστατεύονται όταν βάλλονται για την άσκηση του καθήκοντός τους, ακόμη και όταν κάποιοι διαφωνούν με την κρίση τους, ακόμη και όταν η απόφαση θεωρείται εσφαλμένη, αρκεί βεβαίως να μη τίθεται ζήτημα ποινικού αδικήματος ή θεσμικής εκτροπής. Διαφορετικά, ανοίγει ένας εξαιρετικά επικίνδυνος δρόμος.

Αν ο δικαστής γνωρίζει ότι θα προστατευθεί μόνο όταν η κρίση του είναι αρεστή, βολική ή συμβατή με το κυρίαρχο κλίμα, τότε δεν έχουμε θεσμική προστασία. Έχουμε μηχανισμό συμμόρφωσης. Έχουμε πίεση προς ομοιομορφία. Έχουμε υποταγή της ανεξάρτητης δικαστικής σκέψης στη συγκυρία. Και αυτό είναι πολύ πιο επικίνδυνο από οποιαδήποτε λανθασμένη απόφαση, γιατί πλήττει τον ίδιο τον πυρήνα της δικαστικής ανεξαρτησίας.

Μια λανθασμένη απόφαση μπορεί να κριθεί, να ελεγχθεί, να ανατραπεί με τα προβλεπόμενα ένδικα μέσα ή να σχολιαστεί επιστημονικά. Η διάβρωση όμως της ανεξαρτησίας της δικαστικής κρίσης δεν διορθώνεται εύκολα. Όταν εμπεδωθεί η αντίληψη ότι ο δικαστής ή ο εισαγγελέας πρέπει να υπολογίζει ποιος θα τον στηρίξει και ποιος θα τον εγκαταλείψει ανάλογα με το περιεχόμενο της κρίσης του, τότε ο πυρήνας της Δικαιοσύνης έχει ήδη τραυματιστεί.

Γι’ αυτό η παρέμβαση του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών είναι άστοχη. Διότι ένας θεσμικός φορέας του νομικού κόσμου όφειλε να γνωρίζει καλύτερα από όλους τη διαφορά ανάμεσα στην αυστηρή νομική κριτική και στη θεσμικά επικίνδυνη πίεση προς τη Δικαιοσύνη. Οφείλει να υπερασπίζεται το κράτος δικαίου, όχι να συμβάλλει στη διαμόρφωση κλίματος όπου κάθε μη αρεστή δικαστική ή εισαγγελική κρίση αντιμετωπίζεται ως ύποπτη, προσβλητική ή θεσμικά απαράδεκτη.

Όσοι μιλούν για κράτος δικαίου οφείλουν πρώτοι να σέβονται τους κανόνες του. Όσοι επικαλούνται τη δικαστική ανεξαρτησία οφείλουν να την υπερασπίζονται και όταν οι κρίσεις της Δικαιοσύνης δεν τους είναι ευχάριστες. Και όσοι εκπροσωπούν θεσμικά τον νομικό κόσμο οφείλουν να γνωρίζουν ότι η πίεση προς τη Δικαιοσύνη, όταν μεταμφιέζεται σε θεσμική ευαισθησία, παραμένει πίεση.

Αυτό είναι το πραγματικό ζητούμενο σήμερα: λιγότερος θόρυβος, περισσότερη σοβαρότητα, περισσότερη θεσμική ευθύνη. Μια Δικαιοσύνη που θα κρίνεται αυστηρά, αλλά δεν θα εκφοβίζεται. Μια δημόσια συζήτηση που θα επιτρέπει τη νομική κριτική, αλλά δεν θα νομιμοποιεί τη στοχοποίηση. Και ένας νομικός κόσμος που θα υπερασπίζεται το κράτος δικαίου όχι μόνο όταν τον βολεύει το αποτέλεσμα, αλλά ιδίως όταν το αποτέλεσμα δεν του είναι αρεστό.
 

Γίνε ο ρεπόρτερ του CRETALIVE

Στείλε την είδηση