ΑΠΟΨΕΙΣ

Όταν έτρεχαν τα εκατομμύρια πιο γρήγορα και από τις Πόρσε ή τις Φεράρι

Το πρόβλημα δεν είναι απλώς η ύπαρξη σκανδάλων. Αυτά, δυστυχώς, δεν είναι καινούργια υπόθεση. Το πρόβλημα είναι ο ρυθμός, η ένταση και κυρίως η κυνικότητα με την οποία επαναλαμβάνονται

"

Του Απόστολου Λουλουδάκη 

 

Υπήρξαν εποχές που η πολιτική είχε ακόμη το βάρος της. Όχι ότι ήταν ποτέ απαλλαγμένη από συμφέροντα, παρασκήνιο και αναμετρήσεις ισχύος· αυτά είναι συστατικά της από τότε που ο άνθρωπος αποφάσισε να εκλέγει αντιπροσώπους και να αναθέτει σε άλλους τη διαχείριση της κοινής μοίρας. Όμως υπήρχε μια αίσθηση πως, παρά τις παθογένειες, κάτι αληθινό συνέβαινε. Μια πρόθεση, μια ιδεολογική αγωνία, μια ανάγκη να σταθείς απέναντι στον κόσμο με κάποιον αξιακό άξονα.

Όπως συνέβη στην Αριστερά μετά την κατάρρευση του Τείχους του Βερολίνου – όταν ξαφνικά διαλύθηκε το έδαφος κάτω από τα πόδια της και οι βεβαιότητες που τροφοδότησαν γενιές ολόκληρες έγιναν σκόνη – έτσι συμβαίνει σήμερα και στο στρατόπεδο των οπαδών της Νέας Δημοκρατίας. Όχι επειδή κατέρρευσε κάποια ιδεολογία σε γεωπολιτικό επίπεδο, αλλά επειδή κατέρρευσε – ανεπισήμως αλλά ολοφάνερα – η εμπιστοσύνη τους σε μια κυβέρνηση που υποσχέθηκε κανονικότητα και προσφέρει, ολοένα και περισσότερο, μια μορφή πολιτικού μερκαντιλισμού: δούναι-λαβείν, όπως στα παλιά παζάρια.

Το πρόβλημα δεν είναι απλώς η ύπαρξη σκανδάλων. Αυτά, δυστυχώς, δεν είναι καινούργια υπόθεση. Το πρόβλημα είναι ο ρυθμός, η ένταση και κυρίως η κυνικότητα με την οποία επαναλαμβάνονται. Είναι σαν η δημόσια ζωή να έχει μπει σε μια πίστα φόρμουλας αγώνων –όπου τα εκατομμύρια τρέχουν πιο γρήγορα από τις Πόρσε και τις Φεράρι των πρωταγωνιστών τους. Κι εμείς στεκόμαστε στις κερκίδες, παρακολουθώντας έναν αγώνα που δεν επιλέξαμε, έναν αγώνα που χρηματοδοτούμε, χωρίς ποτέ να φτάσουμε στη γραμμή τερματισμού.

Οι πολίτες δεν εξοργίζονται μόνο από τα ποσά. Εξοργίζονται από τη μετατροπή της πολιτικής σε διαδικασία συναλλαγών. Εξοργίζονται από την αίσθηση ότι η αξιοκρατία, η ισονομία, η κοινή λογική έχουν παραδοθεί σαν παλιό αυτοκίνητο για απόσυρση. Κανείς δεν ζητά έναν κόσμο χωρίς συμφέροντα. Αλλά ζητά έναν κόσμο όπου τα συμφέροντα δεν θα κυβερνούν με τόση επιδεικτική αλαζονεία.

Οι οπαδοί της Αριστεράς στα ’90ς ένιωσαν ότι πρέπει να ξαναβρούν το νόημα της στράτευσης. Έπρεπε να απαντήσουν σε ένα θεμελιώδες ερώτημα: «Και τώρα, χωρίς μεγάλα αφηγήματα, πού πάμε;». Σήμερα, οι υποστηρικτές της ΝΔ, ακόμη κι εκείνοι που παραμένουν πιστοί, ψιθυρίζουν μια άλλη εκδοχή του ίδιου ερωτήματος: «Και τώρα, χωρίς αξιοπιστία, με τι συνεχίζουμε;». Διότι άλλο είναι η πολιτική φθορά – που είναι φυσική, σχεδόν αναμενόμενη – κι άλλο η διάβρωση του ηθικού κεφαλαίου. Αυτό δεν αποκαθίσταται εύκολα. Αν χαθεί, δεν το επιστρέφει ούτε μια χρυσή Πόρσε.

Το πιο αποκαρδιωτικό δεν είναι μόνο τα σκάνδαλα, αλλά το πώς αντιμετωπίζονται. Η αίσθηση ότι η επικοινωνία προηγείται της ουσίας, ότι η εικόνα βαφτίζεται πραγματικότητα, ότι η πολιτική διοικείται με όρους management και όχι με όρους κοινωνίας. Ο πολίτης βλέπει το έργο να εκτυλίσσεται μπροστά του σαν ταινία που δεν αγόρασε εισιτήριο· μια μαύρη κωμωδία με δράμα, όπου οι πρωταγωνιστές οδηγούν γυαλιστερά αυτοκίνητα, ενώ οι θεατές σκέφτονται πώς θα βγει ο μήνας.

Οι πολιτικοί κίνδυνοι αυτής της εξέλιξης είναι τεράστιοι. Όταν η πολιτική γίνεται μερκαντιλισμός, οι πολίτες παύουν να αισθάνονται ότι έχουν θέση μέσα στο σύστημα. Και όταν οι πολίτες αποξενώνονται, αναζητούν εκδίκηση. Μια εκδίκηση που συνήθως εκφράζεται με παραστρατήματα προς τον λαϊκισμό, την αδιαφορία ή την υιοθέτηση ακραίων λύσεων που υπόσχονται «κάθαρση». Η ιστορία μας έχει διδάξει πως όταν η δημοκρατία πληγώνεται από μέσα, κινδυνεύει από έξω.

Είναι εύκολο να πούμε ότι «οι πολιτικοί όλοι ίδιοι είναι». Είναι όμως και τεμπέλικο. Όχι, δεν είναι όλοι ίδιοι. Αλλά γίνεται ολοένα και δυσκολότερο να ξεχωρίσεις εκείνους που θέλουν να παράγουν πολιτική από εκείνους που θέλουν να παράγουν... αποτιμήσεις. Και η ευθύνη δεν ανήκει μόνο στους πολιτικούς, αλλά και σε εμάς. Γιατί τους επιτρέψαμε να μας πείσουν ότι οι προσδοκίες πρέπει να είναι χαμηλές, ότι η διαφθορά είναι ενδημικό φαινόμενο, ότι η κανονικότητα είναι ένα επικοινωνιακό σύνθημα και όχι μια πραγματική συνθήκη ζωής.

Σήμερα, βρισκόμαστε ξανά σε ένα σταυροδρόμι. Όχι ιδεολογικό όπως το 1989, αλλά βαθιά πολιτικό και κοινωνικό. Ή θα απαιτήσουμε την επιστροφή της σοβαρότητας, της λογοδοσίας, του σεβασμού προς τον πολίτη – ή θα αποδεχτούμε ότι η πολιτική έχει πια μετατραπεί σε μια αγορά όπου το μόνο που μετρά είναι το κεφάλαιο: οικονομικό, επικοινωνιακό, προσωπικό.

Και τότε, τα εκατομμύρια θα συνεχίσουν να τρέχουν πιο γρήγορα από τις Πόρσε και τις Φεράρι, ενώ η δημοκρατία θα μένει όλο και πιο πίσω, με τη μηχανή της να βήχει και να σβήνει στις ανηφόρες. Το μέλλον δεν γράφεται από όσους τρέχουν γρήγορα, αλλά από όσους αντέχουν να σταματήσουν, να κοιτάξουν γύρω και να πουν: «Κάτι δεν πάει καλά».

Αυτό είναι το στοίχημα της εποχής. Να ξαναδούμε την πολιτική όχι ως πίστα ταχύτητας για λίγους, αλλά ως δρόμο κοινής πορείας για πολλούς. Αν δεν το κάνουμε, τότε η κατάρρευση των προσδοκιών, που σήμερα βλέπουμε στους οπαδούς της ΝΔ, θα γίνει κατάρρευση της εμπιστοσύνης όλων μας. Και τότε το τίμημα δεν θα αφορά ένα ακόμη σκάνδαλο, αλλά τη μόνιμη ζημιά στην εμπιστοσύνη, εκεί όπου η πολιτική παύει να πείθει και οι πολίτες παύουν να πιστεύουν.

Γίνε ο ρεπόρτερ του CRETALIVE

Στείλε την είδηση