Think tanks ή βήματα μονολόγων; Τι παράγει πραγματικά δημόσια αξία;
Ποιος είναι ο ρόλος ενός think tank στον δημόσιο διάλογο;
Η πρόσφατη εκδήλωση στο Ηράκλειο με ομιλητή τον πρώην πρωθυπουργό Αντώνη Σαμαρά συγκέντρωσε μεγάλο ενδιαφέρον. Οι παρεμβάσεις του αναπαράχθηκαν εκτενώς από τα μέσα ενημέρωσης, προκάλεσαν πολιτικές αντιδράσεις και αναζωπύρωσαν τη συζήτηση για τις εξελίξεις στον χώρο της κεντροδεξιάς. Όλα αυτά είναι απολύτως θεμιτά. Άλλωστε, όταν μιλά ένας πρώην πρωθυπουργός, η δημόσια συζήτηση δεν μπορεί παρά να τον παρακολουθεί.
Η εκδήλωση, όμως, θέτει ένα ευρύτερο ερώτημα: Ποιος είναι ο ρόλος ενός think tank στον δημόσιο διάλογο; Η ερώτηση δεν αφορά τον ομιλητή. Αφορά τον θεσμό. Η συζήτηση αποκτά ιδιαίτερο ενδιαφέρον όταν ο ίδιος ο φορέας περιγράφει ως στόχο του τη δημιουργία ενός «ανοιχτού διαλογικού πόλου». Διότι ένας διαλογικός πόλος δεν κρίνεται μόνο από το ποιοι μιλούν, αλλά και από το ποιοι συνομιλούν. Και ίσως γι’ αυτό η συμμετοχή των νέων, που οι ίδιοι οι διοργανωτές έχουν αναδείξει ως πρόκληση, αποτελεί κρίσιμο κριτήριο επιτυχίας ενός τέτοιου εγχειρήματος.
Τα think tanks γεννήθηκαν διεθνώς για να καλύψουν ένα κενό μεταξύ πολιτικής, ακαδημαϊκής έρευνας και κοινωνίας. Δεν δημιουργήθηκαν για να λειτουργούν ως βήματα ομιλιών, αλλά ως εργαστήρια ιδεών. Ως χώροι όπου οι απόψεις δοκιμάζονται, αμφισβητούνται, συγκρίνονται και τελικά μετατρέπονται σε τεκμηριωμένες προτάσεις δημόσιας πολιτικής.
Η παρουσία πρώην πρωθυπουργών μπορεί να συμβάλει ουσιαστικά σε αυτή την αποστολή. Οι άνθρωποι που άσκησαν εξουσία διαθέτουν εμπειρία, ιστορική μνήμη και γνώση των πραγματικών περιορισμών της διακυβέρνησης. Η καταγραφή αυτής της εμπειρίας αποτελεί από μόνη της δημόσιο αγαθό.
Ωστόσο, η παρουσία σημαντικών προσώπων δεν αρκεί από μόνη της για να παραχθεί δημόσια αξία. Εάν μια εκδήλωση περιορίζεται σε έναν μονόλογο, όσο ενδιαφέρων και αν είναι, το αποτέλεσμα είναι πρωτίστως επικοινωνιακό. Παράγεται δημοσιότητα. Ενισχύεται η αναγνωρισιμότητα του φορέα. Αναδεικνύονται ζητήματα της πολιτικής επικαιρότητας. Δημιουργείται πολιτικό ενδιαφέρον. Αυτό έχει τη δική του σημασία. Δεν είναι όμως το ίδιο με την παραγωγή πολιτικής σκέψης.
Η ίδια η ειδησεογραφική κάλυψη της εκδήλωσης είναι αποκαλυπτική. Η δημόσια συζήτηση επικεντρώθηκε κυρίως στις αναφορές περί νέου πολιτικού φορέα, στις σχέσεις του πρώην πρωθυπουργού με την κυβέρνηση, στις αιχμές για την εξωτερική πολιτική και στις πολιτικές προεκτάσεις των παρεμβάσεών του. Λίγοι συζήτησαν τι συγκεκριμένο νέο παρήχθη για τη χώρα ως αποτέλεσμα της εκδήλωσης.
Η μεταγενέστερη πολιτική ανάγνωση της εκδήλωσης επιβεβαιώνει ακριβώς το πρόβλημα: η συζήτηση δεν στράφηκε στο αν παρήχθη κάποια νέα δημόσια πολιτική πρόταση, αλλά στο αν η ομιλία αποτέλεσε την αφετηρία μιας νέας πολιτικής διαδρομής του πρώην πρωθυπουργού. Ίσως δεν είναι τυχαίο ότι, ενώ από το ίδιο βήμα διατυπώθηκε η ανησυχία πως η επικοινωνία τείνει να υποκαταστήσει την πολιτική, η δημόσια συζήτηση που ακολούθησε περιστράφηκε σχεδόν αποκλειστικά γύρω από τις πολιτικές προθέσεις του ομιλητή και όχι γύρω από συγκεκριμένες προτάσεις πολιτικής. Αυτό δεν αποτελεί κριτική προς τον ομιλητή· αποτελεί παρατήρηση για τον τρόπο με τον οποίο ένα δημόσιο γεγονός καταλήγει να διαμορφώνει την ατζέντα.
Και εδώ ακριβώς βρίσκεται η διαφορά μεταξύ μιας πολιτικής παρέμβασης και μιας λειτουργίας think tank. Ένα think tank δεν κρίνεται από το ποιος μιλάει. Κρίνεται από το τι μένει όταν τελειώσει η ομιλία. Παράχθηκε κάποιο policy paper; Καταγράφηκαν συγκεκριμένες προτάσεις; Υπήρξε δημόσιος αντίλογος; Αναδείχθηκαν σημεία σύγκλισης ή διαφωνίας; Δημιουργήθηκε κάποιο πλαίσιο συνέχισης της συζήτησης; Αν η απάντηση είναι αρνητική, τότε η εκδήλωση λειτούργησε κυρίως ως πολιτικό γεγονός υψηλού συμβολισμού και όχι ως διαδικασία παραγωγής δημόσιας πολιτικής.
Η Ελλάδα δεν πάσχει από έλλειψη ομιλητών. Πάσχει από έλλειψη θεσμών ουσιαστικού διαλόγου. Διαθέτουμε αφθονία συνεδρίων, ημερίδων, κομματικών εκδηλώσεων και τηλεοπτικών πάνελ. Αυτό που λείπει συχνά είναι η συστηματική μετατροπή των ιδεών σε προτάσεις και των προτάσεων σε πολιτικές.
Γι’ αυτό θεωρώ ότι η πρόσκληση τεσσάρων πρώην πρωθυπουργών δεν μπορεί να αποτελεί από μόνη της ποιοτικό στόχο ενός think tank. Είναι ένα μέσο. Ένα ισχυρό μέσο. Ίσως και ένα εξαιρετικό μέσο για να προσελκύσει ενδιαφέρον, συμμετοχή και δημόσια προσοχή.
Θα μπορούσε κάποιος να αντιτείνει ότι η αξιολόγηση είναι πρόωρη, αφού πρόκειται για έναν κύκλο εκδηλώσεων που θα περιλάβει περισσότερους πρώην πρωθυπουργούς. Η παρατήρηση είναι εύλογη. Όμως τέσσερις διαδοχικοί μονόλογοι δεν συνιστούν αυτομάτως διάλογο. Όταν οι παρεμβάσεις πραγματοποιούνται ξεχωριστά, εβδομάδες η μία μετά την άλλη και ενώπιον διαφορετικών ακροατηρίων, οι ιδέες δεν συναντώνται ποτέ μεταξύ τους. Η σειριακή παράθεση απόψεων δεν είναι το ίδιο πράγμα με τη δομημένη αντιπαράθεση επιχειρημάτων.
Ο ποιοτικός στόχος, όμως, πρέπει να είναι διαφορετικός. Να παράγεται γνώση. Να τεκμηριώνονται επιλογές. Να συνδιαμορφώνονται προτάσεις. Να συναντώνται πολιτικοί, πανεπιστημιακοί, επιχειρήσεις, κοινωνία των πολιτών και νέοι άνθρωποι σε έναν πραγματικό διάλογο. Θα μπορούσε, για παράδειγμα, ένας πρώην πρωθυπουργός να παρουσιάζει τις θέσεις του, να ακολουθεί σχολιασμός από ακαδημαϊκούς και ειδικούς με διαφορετικές οπτικές και στη συνέχεια να δημοσιεύεται ένα σύντομο policy brief με τα βασικά συμπεράσματα και τις διαφωνίες. Εκεί αρχίζει να μετατρέπεται μια εκδήλωση σε παραγωγή δημόσιας πολιτικής σκέψης.
Διότι η αξία ενός think tank δεν μετριέται από το ύψος των προσκεκλημένων του.
Μετριέται από το αν η κοινωνία σκέφτεται διαφορετικά αφού τους ακούσει.
*Ο Γιάννης Σ. Καλαντζάκης είναι συνιδρυτής της Urban Policy Lab ΑΜΚΕ και ιδρυτής της OLYSIS. Lead Verifier για EU ETS, ISO 14064-1 & ISO 14064-2, cDPO. #OwnYourCity #IOwnMyHealthData
- «Η εξόντωση και η φυλάκιση δεν είναι η λύση του προβλήματος…»
- Πού πήγε αυτός που ξέρει να μιλά, που ξέρει πιο πολύ και να πιστεύει;
- Απ' έξω Αλέξης και στη… φόδρα Μητσοτάκης!








