Τώρα που τα φώτα της ράμπας έσβησαν

Γιάννης Γ. Τσερεβελάκης
Γιάννης Γ. Τσερεβελάκης
Τώρα που τα φώτα της ράμπας έσβησαν

Είναι όντως εξαιρετικά παραστατικός ο τρόπος με τον οποίο ο μέγας ρήτορας και άγιος, ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος, περιγράφει την αστάθεια των ανθρωπίνων πραγμάτων.

Του Γιάννη Γ. Τσερεβελάκη

Το θέμα των ημερών, εκτός της πανδημίας και των ελληνοτουρκικών, είναι ασφαλώς οι αποκαλύψεις για όσα συνέβαιναν στο ελληνικό θέατρο και που αφορούν ένα μικρό- ευτυχώς- αριθμό ανθρώπων του θεάτρου. Τα γεγονότα είναι γνωστά, αφού τα ΜΜΕ κάθε μέρα παρουσιάζουν κι ένα νέο περιστατικό βιασμού, σεξουαλικής παρενόχλησης ή ψυχολογικής βίας που ασκήθηκε από καταξιωμένους ανθρώπους του χώρου σε νέους ηθοποιούς, που μόλις άρχιζαν την καριέρα τους. Τα φώτα της ράμπας που φώτιζαν τους ηθοποιούς εκείνους οι οποίοι θεωρούνταν «τοπ» και κορυφαίοι στο είδος τους, τώρα έχουν σβήσει, η δημοσιότητα που απολάμβαναν υπάρχει ακόμη αλλά αντεστραμμένη: είναι η αρνητική δημοσιότητα, αυτή που δεν πλέκει πλέον εγκώμια και ύμνους για το ταλέντο και τις επιτυχίες τους, αλλά έχει γίνει ψόγος, κατηγορία, διαπόμπευση και διασυρμός για τις πράξεις που έκαναν, όταν έσβηναν τα φώτα της ράμπας. Κανείς από αυτούς δεν σκέφτηκε ότι «το φως ελέγχει τα πάντα», ότι η δημοσιότητα και η δόξα, αν δεν τις χειριστεί κάποιος με ταπεινότητα, αλλά τις χρησιμοποιήσει για να ικανοποιήσει τις πιο ταπεινές του ορέξεις, εύκολα στρέφονται εναντίον του και αποκαλύπτουν το σκοτάδι της ψυχής του. Κι ακόμη, κανείς από αυτούς δεν λειτούργησε με την ενσυναίσθηση, δεν μπήκε δηλαδή στη θέση του άλλου, για να καταλάβει πώς νιώθει όταν τον προσβάλλουν, όταν τον ταπεινώνουν, όταν τον πονούν. Τώρα είναι όντως δεινή η θέση τους, επειδή όσο από πιο ψηλά πέφτει κάποιος, τόσο η πτώση του κάνει μεγαλύτερο θόρυβο. Στη Γραφή (Ψαλμ. 9,7) διαβάζουμε τη φράση: «Ἀπώλετο τὸ μνημόσυνον αὐτῶν μετ’ ἤχου». Δηλαδή: η ανάμνησή τους (εδώ η Γραφή εννοεί τους εχθρούς) εξαφανίστηκε με βοή. Αυτή τη βοή των γεγονότων στο θεατρικό χώρο ζούμε τώρα. 

Όμως, οι άνθρωποι αυτοί, που μέχρι προχθές απολάμβαναν δόξες, τιμές, δημοσιότητα και χρήματα και σήμερα αποκαλύπτεται ότι «αὐτῶν σφετέρῃσιν ἀτασθαλίῃσιν ὄλοντο»(Ομήρου, Οδύσ. α,7) (καταστράφηκαν από δικά τους σφάλματα), αποτελούν ένα τρανό παράδειγμα της ρευστότητας των πραγμάτων, της ευκολίας δηλαδή με την οποία ο άνθρωπος, αν δεν προσέξει, αν είναι αλαζονικός, αν δεν διέπεται από υψηλές αξίες, μπορεί να φτάσει στον εξευτελισμό και στην καταστροφή. Επί του θέματος αυτού ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος εκφώνησε, ως πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως,  το 399 μ.Χ., δυο λόγους «Πρὸς Εὐτρόπιον». Ο Ευτρόπιος ήταν ένας έξυπνος και φιλόδοξος άνθρωπος, που κατάφερε να αναρριχηθεί με ραδιουργίες σε πολύ υψηλά αξιώματα στο αυτοκρατορικό παλάτι του Βυζαντίου. Όταν, όμως, έχασε την στήριξη και την εύνοια του αυτοκράτορα, όχι μόνο απώλεσε την υψηλή  θέση του και όλα τα προνόμια που αυτή του εξασφάλιζε, αλλά και κινδύνευε να εκτελεστεί από τους αντιπάλους του. Τότε ο Ευτρόπιος, για να γλυτώσει,  κατέφυγε στο ναό, όπου ο Χρυσόστομος εκφώνησε τις ομιλίες του. Από την πρώτη ομιλία θα εκθέσω στη συνέχεια σε μετάφραση ένα μέρος, που σχετίζεται με τη ματαιότητα και τη ρευστότητα των πραγμάτων:

«Πάντοτε βέβαια, μα ιδιαίτερα στην τωρινή περίπτωση είναι κατάλληλη ευκαιρία να μνημονεύσουμε το λόγο της Γραφής: «Ματαιότης ματαιοτήτων, τὰ πάντα ματαιότης» (Εκκλ. 1,2). Πραγματικά! Πού είναι τώρα η περίλαμπρη υπατική στολή και δόξα;  Πού είναι οι εορταστικές φωταψίες και λαμπαδοφορίες; Πού είναι τα χειροκροτήματα και οι χοροί, τα πλούσια συμπόσια και τα πανηγύρια; Πού είναι τα τιμητικά στεφάνια και τα πολύτιμα διακοσμητικά παραπετάσματα; Πού είναι οι θορυβώδεις συγκεντρώσεις του λαού της πόλεως και οι ζητωκραυγές στις ιπποδρομίες  και γενικά τα κολακευτικά εγκώμια των θεατών; Όλα εκείνα πέρασαν γρήγορα. Αλλεπάλληλα κι απότομα ήρθαν τα γεγονότα κι άλλαξαν τα πράγματα, σαν τον ορμητικό άνεμο που φυσά απότομα και ρίχνει χάμω τα φύλλα του δέντρου, αφήνοντάς το το ίδιο γυμνό και σύγκορμα ετοιμόρροπο. Τέτοιο ήταν αλήθεια το χτύπημα του ανέμου, ώστε ν’ απειλεί να τσακίσει σύρριζα το δέντρο, ως να το ξεριζώσει ολότελα! Πού είναι λοιπόν τώρα οι προσποιητοί και ψεύτικοι φίλοι; Πού είναι τα επίσημα συμπόσια και τα δείπνα; Πού είναι όλο εκείνο το κοπάδι των φίλων της προσκολλήσεως και το εκλεκτό κρασί, που ολημερίς σαν το νερό χυνόταν στα συμπόσια; (…). Όλα εκείνα ήταν φευγαλέα σαν τη νύχτα και  το όνειρο και χάθηκαν με την ανατολή της μέρας. Ήταν παρόμοια μ’ ανοιξιάτικα άνθη και μαράθηκαν όλα σαν πέρασε η Άνοιξη. Ήταν παρόμοια με σκιά και χάθηκαν απότομα. Ήταν παρόμοια με καπνό και διαλύθηκαν γρήγορα. Ήταν παρόμοια με σαπουνόφουσκες κι έσκασαν και χάθηκαν μονομιάς. Ήταν παρόμοια μ’ εύθραυστο ιστό αράχνης και κομματιάστηκαν στο πρώτο τυχαίο άγγιγμα. (…) Και τα λέω αυτά όχι για να προσβάλω και να εξευτελίσω τον παρευρισκόμενο Ευτρόπιο, αλλ’ επειδή επιθυμώ να κάμω προσεκτικούς και πιο ασφαλείς από παρόμοια παθήματα τους παρισταμένους. Ούτε εξάλλου τα λέω για να ξύνω τις πληγές του τραυματισμένου, αλλά για να διατηρήσω σε ασφαλή και βέβαιη υγεία όσους μέχρι τώρα έχουν δεχτεί παρόμοια πράγματα. Τέλος δεν τα λέω πάλι για να καταποντίσω το θαλασσοδαρμένο, αλλά για να διδάξω όσους πλέουν με ούριο άνεμο τώρα, ώστε να μην κινδυνέψουν να πνιγούν στο μέλλον. Πώς όμως είναι δυνατό να γίνει αυτό; Αν φυσικά στοχαζόμαστε την αστάθεια και την αλλαγή που χαρακτηρίζει τα ανθρώπινα αγαθά». 

Είναι όντως εξαιρετικά παραστατικός ο τρόπος με τον οποίο ο μέγας ρήτορας και άγιος, ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος, περιγράφει την αστάθεια των ανθρωπίνων πραγμάτων. Αλλά δεν μένει εκεί. Στόχος του είναι να διδαχθούν από τα παθήματα του Ευτρόπιου οι υπόλοιποι, αυτοί που τώρα ευτυχούν, επειδή ο «νόμος» της αστάθειας και ρευστότητας των ανθρωπίνων είναι κοινός για όλους. Κι αυτό θα γίνει μόνο αν οι άνθρωποι στοχαστούμε πάνω σ’ αυτό το θέμα. Αν νομίζουμε ότι τίποτε δεν μπορεί ν’ αλλάξει την καλή κατάστασή μας κι ότι εμείς βρισκόμαστε στο απυρόβλητο, είμαστε γελασμένοι. Το δε  προσωπικό μας status μπορεί να αλλάξει τόσο από εξωτερικούς, όσο και από εσωτερικούς παράγοντες. Άρα ζούμε διαρκώς όλοι μας μέσα στον κίνδυνο. Γι’ αυτό πρέπει να στηρίζουμε τη ζωή μας σε σταθερές αξιακές βάσεις, ώστε να μη γινόμαστε έρμαια είτε των παθών μας είτε παραγόντων εξωτερικών, που θέλουν να μας παρασύρουν. Κάτι που μπορούμε να επισημάνουμε ακόμη στο κείμενο είναι η στάση που ο Χρυσόστομος τηρεί απέναντι στον Ευτρόπιο: δεν θέλει να τον καταποντίσει, να τον εξευτελίσει, γιατί ο σκοπός είναι η «μετάνοια», η αλλαγή δηλαδή του τρόπου της σκέψης και της ζωής του και όχι η διαπόμπευσή του   

Και για να έλθουμε στο παρόν. Είναι βέβαιο πως, αν οι κατηγορούμενοι σήμερα άνθρωποι  του θεάτρου σκέφτονταν πως οι αισχρές πράξεις τους δεν ήταν δυνατόν να συνεχίζονται επ’ άπειρον, αν στοχάζονταν πάνω στα ανθρώπινα, αν είχαν δει πιο πέρα από το άτομό τους, αν είχαν έστω και μια στάλα ενσυναίσθησης, μάλλον δεν θα έπρατταν όσα έπραξαν. Όλα έγιναν εξαιτίας δικών τους σφαλμάτων και προσωπικών επιλογών. Η λάμψη τους, αντί να τους φωτίσει, τους θάμπωσε και τα μάτια της ψυχής τους θόλωσαν. Η εικόνα του κόσμου που έφτανε στο νου και την ψυχή τους ήταν ήδη παρεφθαρμένη. Το θέμα είναι πως δεν έκαμαν τίποτε να καθαρίσουν τον καθρέπτη της ψυχής τους, ώστε η εικόνα να είναι καθαρή. Δεν στοχάστηκαν, δεν αναλώθηκαν σε μια πιο βαθιά προσέγγιση του έργου τους, δεν μετέπλασαν το έργο τους σε αγώνα πνευματικό, ώστε να αλλάξουν οι ίδιοι εκ βαθέων. Τώρα ό, τι τους μένει είναι να θρηνούν πάνω στα ερείπια που οι ίδιοι αφήνουν πίσω τους. Και ο μεν Ευτρόπιος είχε το ναό να καταφύγει, είχε και τον Χρυσόστομο να του δώσει ένα μάθημα ζωής. Οι κατηγορούμενοι άνθρωποι του θεάτρου έχουν μείνει μόνοι. Κι αυτή η μοναξιά είναι ίσως πιο δυσβάστακτη από όλες τις τιμωρίες.

Γίνε ο ρεπόρτερ του CRETALIVE

ΣΤΕΙΛΕ ΤΗΝ ΕΙΔΗΣΗ