Πανελλαδικές και γνωστικό φορτίο: Όταν ο νους των μαθητών φτάνει στα όριά του

Ένας έφηβος που προετοιμάζεται για τις Πανελλαδικές δεν διαχειρίζεται μόνο ύλη. Διαχειρίζεται προσδοκίες, συγκρίσεις, οικογενειακή αγωνία, κοινωνική πίεση, αβεβαιότητα για το μέλλον και πολλές φορές την αίσθηση ότι η προσωπική του αξία κρίνεται από έναν βαθμό. Σε αυτό το πλαίσιο, η μάθηση παύει να είναι μια ήρεμη διαδικασία κατανόησης και γίνεται ένας αγώνας αντοχής.

 

Γράφουν οι Άρια Μαυρογιάννη και Ελένη Βασιλάκη*

 

 

Λίγες ημέρες πριν από τις Πανελλαδικές εξετάσεις, χιλιάδες μαθητές και μαθήτριες σε όλη τη χώρα ζουν σε ρυθμούς έντονης πίεσης. Πολύωρο διάβασμα, φροντιστήρια, συνεχείς επαναλήψεις, αγωνία για το μέλλον και η αίσθηση ότι «όλα κρίνονται τώρα» δημιουργούν ένα βαρύ ψυχολογικό και νοητικό φορτίο για εφήβους που βρίσκονται ήδη σε μια απαιτητική φάση της ζωής τους.
Συχνά μιλάμε για το άγχος των εξετάσεων σαν να είναι μόνο συναισθηματικό ζήτημα. Είναι, βεβαίως, και συναισθηματικό. Είναι όμως και βαθιά γνωστικό. Γιατί ο μαθητής που κάθεται μπροστά σε ένα βιβλίο δεν προσπαθεί απλώς να απομνημονεύσει πληροφορίες. Προσπαθεί να οργανώσει έννοιες, να συγκρατήσει λεπτομέρειες, να συνδέσει γνώσεις, να θυμηθεί μεθοδολογίες, να λύσει ασκήσεις, να διαχειριστεί τον χρόνο του και ταυτόχρονα να αντιμετωπίσει τον φόβο της αποτυχίας.
Πίσω από αυτή την καθημερινότητα βρίσκεται μια έννοια που η επιστήμη ονομάζει γνωστικό φορτίο. Με απλά λόγια, γνωστικό φορτίο είναι η ποσότητα πληροφοριών και νοητικής προσπάθειας που καλείται να διαχειριστεί ο εγκέφαλος σε μια δεδομένη στιγμή. Όταν το φορτίο αυτό είναι διαχειρίσιμο, ο μαθητής μπορεί να συγκεντρωθεί, να κατανοήσει και να μάθει. Όταν, όμως, ξεπερνά τα όριά του, τότε εμφανίζονται νοητική κόπωση, δυσκολία συγκέντρωσης, άγχος, συναισθηματική εξάντληση και συχνά το γνωστό «μπλοκάρισμα».
Αυτό το «μπλοκάρισμα» δεν σημαίνει απαραίτητα ότι ο μαθητής δεν έχει διαβάσει ή ότι δεν προσπαθεί αρκετά. Συχνά σημαίνει ότι ο νους του έχει υπερφορτωθεί. Έχει δεχθεί περισσότερες απαιτήσεις από όσες μπορεί να επεξεργαστεί αποτελεσματικά εκείνη τη στιγμή.
Ένας έφηβος που προετοιμάζεται για τις Πανελλαδικές δεν διαχειρίζεται μόνο ύλη. Διαχειρίζεται προσδοκίες, συγκρίσεις, οικογενειακή αγωνία, κοινωνική πίεση, αβεβαιότητα για το μέλλον και πολλές φορές την αίσθηση ότι η προσωπική του αξία κρίνεται από έναν βαθμό. Σε αυτό το πλαίσιο, η μάθηση παύει να είναι μια ήρεμη διαδικασία κατανόησης και γίνεται ένας αγώνας αντοχής.
Αυτό ακριβώς επιχειρεί να φωτίσει μια νέα επιστημονική προσέγγιση που αναπτύσσεται στο Παιδαγωγικό Τμήμα Δημοτικής Εκπαίδευσης του Πανεπιστημίου Κρήτης, στο πλαίσιο της μεταδιδακτορικής έρευνας της Δρ. Άριας Μαυρογιάννη, υπό την εποπτεία της Καθηγήτριας Ελένης Βασιλάκη. Η έρευνα εξετάζει πώς τα σύγχρονα εκπαιδευτικά περιβάλλοντα, ιδιαίτερα εκείνα που χαρακτηρίζονται από μεγάλο όγκο πληροφορίας, υψηλές απαιτήσεις και συνεχή ψηφιακά ερεθίσματα, μπορούν να οδηγήσουν σε γνωστική υπερφόρτωση μαθητών και φοιτητών.
Η συζήτηση αυτή δεν αφορά μόνο τις Πανελλαδικές. Οι εξετάσεις είναι απλώς η πιο ορατή στιγμή ενός ευρύτερου προβλήματος. Το ίδιο φαινόμενο εμφανίζεται και στο πανεπιστήμιο, όταν οι φοιτητές καλούνται να ανταποκριθούν σε πολλές εργασίες, πλατφόρμες, ψηφιακά εργαλεία, πληροφορίες και προθεσμίες. Η πίεση αλλάζει μορφή, αλλά δεν εξαφανίζεται.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο προτείνεται το μοντέλο Γνωστικά Ενημερωμένης Προσαρμογής (CLAM — Cognitive Load-Aware Modulation), που λαμβάνει υπόψη το γνωστικό φορτίο του εκπαιδευόμενου. Το CLAM, που προτάθηκε από την Ελένη Βασιλάκη και την Άρια Μαυρογιάννη, βασίζεται σε μια απλή αλλά κρίσιμη ιδέα, ότι η εκπαίδευση δεν μπορεί να αντιμετωπίζει όλους τους μαθητές σαν να έχουν τις ίδιες αντοχές, τον ίδιο ρυθμό, την ίδια προσοχή και την ίδια συναισθηματική κατάσταση.
Αντίθετα, η μάθηση χρειάζεται να προσαρμόζεται στις πραγματικές γνωστικές και συναισθηματικές ανάγκες του μαθητή. Αυτό σημαίνει καλύτερη οργάνωση της πληροφορίας, λιγότερα περιττά ερεθίσματα, πιο καθαρές οδηγίες, μικρότερα βήματα, χρόνο για επεξεργασία και μεγαλύτερη προσοχή στα σημάδια κόπωσης και υπερφόρτωσης.
Σύμφωνα με αυτή τη λογική, μπορούμε να σκεφτούμε τη μάθηση σαν μια πορεία ανάμεσα σε τρεις ζώνες. Υπάρχει η ζώνη όπου ο μαθητής νιώθει ασφαλής και μπορεί να παρακολουθήσει. Υπάρχει η ζώνη της δημιουργικής προσπάθειας, όπου δυσκολεύεται αλλά προχωρά. Και υπάρχει η ζώνη της υπερφόρτωσης, όπου το άγχος, η κόπωση και ο υπερβολικός όγκος πληροφορίας αρχίζουν να μπλοκάρουν τη σκέψη.
Το κρίσιμο μήνυμα, ειδικά την περίοδο των Πανελλαδικών, είναι ότι περισσότερη πίεση δεν σημαίνει πάντα καλύτερη απόδοση. Όταν ο εγκέφαλος λειτουργεί συνεχώς σε κατάσταση συναγερμού, μειώνονται η συγκέντρωση, η μνήμη και η ικανότητα επίλυσης προβλημάτων. Ο μαθητής μπορεί να διαβάζει περισσότερες ώρες, αλλά να μαθαίνει λιγότερο ουσιαστικά.
Αυτό δεν σημαίνει ότι η προσπάθεια, η πειθαρχία και η επιμονή δεν έχουν αξία. Σημαίνει όμως ότι η προσπάθεια χρειάζεται ρυθμό. Η μάθηση χρειάζεται διαλείμματα, καθαρή οργάνωση, ψυχολογική ασφάλεια και ουσιαστική υποστήριξη. Δεν αρκεί να λέμε στα παιδιά «διάβασε κι άλλο». Χρειάζεται να αναρωτηθούμε και πώς διαβάζουν, σε τι κατάσταση βρίσκεται ο νους τους και πόσο φορτίο μπορούν πραγματικά να σηκώσουν.
Αυτό το πρώτο άρθρο ανοίγει μια ευρύτερη συζήτηση. Στο επόμενο άρθρο, το ερώτημα μετατοπίζεται από την πίεση στη ρύθμιση: μπορεί η ηρεμία, η συνειδητή προσοχή και η ενσυνειδητότητα (mindfulness) να βοηθήσουν τον μαθητή να μάθει καλύτερα; Και στο τρίτο άρθρο, η συζήτηση περνά στη σύγχρονη ψηφιακή πραγματικότητα: η Τεχνητή Νοημοσύνη και τα ψηφιακά εργαλεία μειώνουν τελικά το γνωστικό φορτίο ή δημιουργούν ένα νέο είδος υπερφόρτωσης;
Σε μια κοινωνία που συχνά αντιμετωπίζει τις εξετάσεις ως «μάχη ζωής», ίσως είναι καιρός να ξανασκεφτούμε όχι μόνο τι ζητάμε από τους μαθητές, αλλά και πόσο μπορεί πραγματικά να αντέξει ο νους ενός παιδιού. Η επιτυχία δεν χτίζεται πάνω στην εξάντληση. Χτίζεται όταν η γνώση οργανώνεται σωστά, όταν το άγχος δεν πνίγει τη σκέψη και όταν ο μαθητής αισθάνεται ότι δεν είναι μόνος.


Βιβλιογραφία
Vasilaki, E. & Mavrogianni, A. (2025). Extending Cognitive Load Theory: The CLAM Framework for Biometric, Adaptive, and Ethical Learning. Psychology International, 7(2), https://doi.org/10.3390/psycholint7020040 
 

 

*Η Άρια Μαυρογιάννη είναι μεταδιδακτορική ερευνήτρια στο Παιδαγωγικό Τμήμα Δημοτικής Εκπαίδευσης, διδάσκουσα στο Τμήμα Φιλοσοφίας του Πανεπιστημίου Κρήτης και εκπαιδευτικός στο 2ο ΓΕΛ Ηρακλείου. Τα ερευνητικά της ενδιαφέροντα αφορούν το γνωστικό φορτίο, την μεταγνώση και την Τεχνητή Νοημοσύνη στην εκπαίδευση, καθώς και τον σχεδιασμό ηθικά υπεύθυνων και γνωστικά βιώσιμων μαθησιακών περιβαλλόντων.

Image
Aria Mayrogianni

 

Η κ. Βασιλάκη είναι Καθηγήτρια Ψυχολογίας στο Παιδαγωγικό Τμήμα Δημοτικής Εκπαίδευσης του Πανεπιστημίου Κρήτης, Αντιπρόεδρος του Τμήματος και μέλος της Επιτροπής Στρατηγικού Σχεδιασμού του Πανεπιστημίου Κρήτης. Τα ερευνητικά της ενδιαφέροντα επικεντρώνονται στα γνωστικά μοντέλα παραγωγής συγκινήσεων, στις στρατηγικές αντιμετώπισης του στρες σε ακαδημαϊκά περιβάλλοντα, στην αλληλεπίδραση μεταξύ γνωστικών διεργασιών και ακαδημαϊκής επίδοσης, στη νοοτροπία ανάπτυξης και στην ευτυχία σε μαθητές και εκπαιδευτικούς.

Image
Eleni Vasilaki


Διαβάστε όλα τα ρεπορτάζ για τις Πανελλαδικές 2026.
 

Γίνε ο ρεπόρτερ του CRETALIVE

Στείλε την είδηση