Μετά το γνωστικό overload: Μπορεί η ηρεμία να βοηθήσει τον μαθητή να μάθει καλύτερα;

Το άγχος δεν είναι κάτι «έξω» από τη μάθηση. Επηρεάζει άμεσα τον τρόπο με τον οποίο ο εγκέφαλος επεξεργάζεται την πληροφορία.

Γράφουν οι Άρια Μαυρογιάννη και Ελένη Βασιλάκη*

 

 

Στο πρώτο άρθρο της σειράς μιλήσαμε για το γνωστικό φορτίο και για το τι συμβαίνει όταν ο νους ενός μαθητή καλείται να διαχειριστεί περισσότερες πληροφορίες, προσδοκίες και συναισθήματα από όσα μπορεί πραγματικά να αντέξει. Η περίοδος των Πανελλαδικών κάνει αυτό το φαινόμενο ιδιαίτερα ορατό: πολύωρο διάβασμα, άγχος, φόβος αποτυχίας, πίεση από το περιβάλλον και η αίσθηση ότι «όλα κρίνονται τώρα».
Το ερώτημα που ακολουθεί είναι εξίσου σημαντικό: τι μπορεί να γίνει όταν ο μαθητής φτάνει στα όριά του;
Η απάντηση δεν βρίσκεται μόνο στο «διάβασε περισσότερο». Η σύγχρονη έρευνα δείχνει ότι η αποτελεσματική μάθηση δεν εξαρτάται αποκλειστικά από τις ώρες μελέτης. Εξαρτάται και από την ικανότητα του μαθητή να συγκεντρώνεται, να ρυθμίζει το άγχος του, να αναγνωρίζει πότε κουράζεται και να μπορεί να επιστρέφει με μεγαλύτερη καθαρότητα σε αυτό που κάνει.


Εδώ μπαίνει στη συζήτηση μια έννοια που τα τελευταία χρόνια απασχολεί όλο και περισσότερο την εκπαίδευση: η ενσυνειδητότητα (mindfulness), δηλαδή η συνειδητή προσοχή στην παρούσα στιγμή, χωρίς βιασύνη, πανικό ή συνεχή αυτοκριτική.


Δεν είναι απλή χαλάρωση
Συχνά το mindfulness παρεξηγείται ως μια τεχνική χαλάρωσης ή ως κάτι «ξένο» προς το σχολείο. Στην πραγματικότητα, όταν εντάσσεται παιδαγωγικά, μπορεί να λειτουργήσει πολύ πιο ουσιαστικά. Βοηθά τον μαθητή να παρατηρεί πότε αποσπάται, πότε αγχώνεται, πότε πιέζεται υπερβολικά και πότε χρειάζεται μια μικρή παύση για να επανέλθει.
Όπως υπογραμμίζουν η καθηγήτρια Ελένη Βασιλάκη και η μεταδιδακτορική ερευνήτρια Άρια Μαυρογιάννη, το mindfulness είναι ουσιαστικά ένας τρόπος ενίσχυσης της προσοχής, της συναισθηματικής ρύθμισης και της ψυχικής ανθεκτικότητας. Συνδέεται με τη δυνατότητα του μαθητή να παραμένει παρών, να επιμένει σε απαιτητικές καταστάσεις και να διαχειρίζεται πιο αποτελεσματικά τη νοητική και συναισθηματική πίεση. 
Με απλά λόγια, δεν αρκεί να δίνουμε στους μαθητές περισσότερη πληροφορία. Χρειάζεται να τους βοηθάμε να διαχειρίζονται και τον τρόπο με τον οποίο αυτή η πληροφορία φτάνει στον νου τους.


Όταν το άγχος καταλαμβάνει χώρο στη σκέψη
Το άγχος δεν είναι κάτι «έξω» από τη μάθηση. Επηρεάζει άμεσα τον τρόπο με τον οποίο ο εγκέφαλος επεξεργάζεται την πληροφορία. Όταν ένας μαθητής σκέφτεται συνεχώς «δεν θα τα καταφέρω», «δεν προλαβαίνω», «οι άλλοι είναι καλύτεροι», τότε ένα μέρος της νοητικής του ενέργειας καταναλώνεται στο ίδιο το άγχος.
Αυτό σημαίνει ότι μένει λιγότερος χώρος για κατανόηση, μνήμη, οργάνωση και επίλυση προβλημάτων. Η πίεση, λοιπόν, δεν είναι μόνο συναισθηματική. Γίνεται και γνωστική.
Η Θεωρία του Γνωστικού Φορτίου μάς θυμίζει ότι η μνήμη εργασίας έχει περιορισμένη χωρητικότητα. Όταν οι απαιτήσεις είναι πολλές και ταυτόχρονες, ο μαθητής μπορεί να οδηγηθεί σε υπερφόρτωση. Το mindfulness, από την άλλη πλευρά, μπορεί να λειτουργήσει ως ένας μηχανισμός ρύθμισης, καθώς συμβάλλει στη σταθεροποίηση της προσοχής, στη μείωση της συναισθηματικής έντασης και στην επιστροφή του μαθητή σε μια πιο καθαρή νοητική κατάσταση. 
Αυτή η σύνδεση είναι σημαντική, γιατί δείχνει ότι η μάθηση δεν είναι μόνο θέμα ύλης και επανάληψης. Είναι και θέμα ρυθμού, προσοχής και εσωτερικής ισορροπίας.


Μικρές παύσεις, μεγάλη διαφορά
Η εφαρμογή του mindfulness στο σχολείο δεν σημαίνει απαραίτητα μεγάλα προγράμματα ή περίπλοκες πρακτικές. Μπορεί να σημαίνει μικρές παύσεις πριν από ένα διαγώνισμα, λίγα λεπτά συνειδητής αναπνοής, έναν σύντομο αναστοχασμό πριν από την έναρξη μιας δύσκολης άσκησης ή έναν πιο ήρεμο τρόπο μετάβασης από τη μία δραστηριότητα στην άλλη.
Σε περιόδους εξετάσεων, τέτοιες μικρές πρακτικές μπορούν να βοηθήσουν τον μαθητή να μην παρασύρεται από τον πανικό. Δεν εξαφανίζουν την πίεση, αλλά δημιουργούν έναν μικρό χώρο ανάμεσα στη βίωση του άγχους και στην αντίδραση. Έναν χώρο όπου ο μαθητής μπορεί να πει: «Σταματώ για λίγο, αναπνέω, οργανώνω τη σκέψη μου και συνεχίζω».
Τελευταίες έρευνες δείχνουν ότι ακόμη και σύντομες πρακτικές mindfulness μπορούν να συμβάλουν στη μείωση του άγχους, στη βελτίωση της αυτορρύθμισης και στην ενίσχυση της συγκέντρωσης. Ιδιαίτερα σε απαιτητικές μαθησιακές καταστάσεις, μπορούν να βοηθήσουν τους μαθητές να επανέρχονται πιο γρήγορα στη μαθησιακή διαδικασία. 

Δεν αρκεί να λέμε στα παιδιά «μην αγχώνεσαι»
Το πιο σημαντικό είναι να σταματήσουμε να αντιμετωπίζουμε το άγχος των μαθητών με απλές συμβουλές του τύπου «μην αγχώνεσαι». Ένας μαθητής που βρίσκεται σε πίεση δεν χρειάζεται μόνο ενθάρρυνση. Χρειάζεται πρακτικούς τρόπους να οργανώσει τη σκέψη του, να ηρεμήσει το σώμα του και να επαναφέρει την προσοχή του.
Το mindfulness δεν καταργεί τις απαιτήσεις. Δεν μειώνει την αξία της προσπάθειας. Δεν λέει στον μαθητή να προσπαθήσει λιγότερο. Μπορεί, όμως, να τον βοηθήσει ώστε η προσπάθεια να μη μετατρέπεται σε εξάντληση.
Αυτό συνδέεται άμεσα με τη λογική του μοντέλου Γνωστικά Ενημερωμένης Προσαρμογής (CLAM — Cognitive Load-Aware Modulation), που προτάθηκε από την Ελένη Βασιλάκη και την Άρια Μαυρογιάννη. Αν στο πρώτο άρθρο το μοντέλο αυτό παρουσιάστηκε ως ένα πλαίσιο που αναγνωρίζει πότε ο μαθητής υπερφορτώνεται, εδώ εστιάζουμε στην ανθρώπινη πλευρά αυτής της προσέγγισης, δηλαδή στο ότι η μάθηση χρειάζεται και εξωτερική οργάνωση και εσωτερική ρύθμιση.
Δεν αρκεί, δηλαδή, να σχεδιάζουμε καλύτερα το μάθημα. Χρειάζεται να βοηθάμε και τον ίδιο τον μαθητή να αναγνωρίζει τα σημάδια της υπερφόρτωσης και να επανέρχεται.


Η μάθηση χρειάζεται και ρυθμό
Το μήνυμα για μαθητές, γονείς και εκπαιδευτικούς είναι απλό: η καλή προετοιμασία δεν είναι μόνο περισσότερες ώρες διαβάσματος. Είναι και καλύτερος ρυθμός, καθαρότερη σκέψη, μικρές παύσεις και ουσιαστική υποστήριξη.
Σε μια εποχή όπου οι μαθητές καλούνται να αντέξουν μεγάλο όγκο ύλης, ψηφιακά ερεθίσματα και υψηλές προσδοκίες, η εκπαίδευση χρειάζεται να γίνει πιο προσεκτική στον τρόπο με τον οποίο προστατεύει την προσοχή και την ψυχική ανθεκτικότητα των νέων.
Γιατί ο μαθητής δεν μαθαίνει καλύτερα όταν πιέζεται μέχρι εξάντλησης. Μαθαίνει καλύτερα όταν ο νους του μπορεί να σταθεί, να οργανωθεί και να επεξεργαστεί τη γνώση με ασφάλεια.
Στο τρίτο άρθρο της τριλογίας, αυτή η συζήτηση μεταφέρεται στο ψηφιακό περιβάλλον: τι συμβαίνει όταν η μάθηση περνά μέσα από οθόνες, πλατφόρμες και εργαλεία Τεχνητής Νοημοσύνης; Μειώνουν τελικά την πίεση ή δημιουργούν ένα νέο είδος γνωστικής υπερφόρτωσης;

Βιβλιογραφία
Vasilaki, E. & Mavrogianni, A. (2026). Cognitive Gains Through Mindfulness: Enhancing Attention and Memory. The Role of Mindfulness in Cognitive Performance. In E. Vasilaki & Ai. Vasiou (Eds.), Mindfulness in Education: Enhancing Learning and Well-being. Pedio.

 

*Η Άρια Μαυρογιάννη είναι μεταδιδακτορική ερευνήτρια στο Παιδαγωγικό Τμήμα Δημοτικής Εκπαίδευσης, διδάσκουσα στο Τμήμα Φιλοσοφίας του Πανεπιστημίου Κρήτης και εκπαιδευτικός στο 2ο ΓΕΛ Ηρακλείου. Τα ερευνητικά της ενδιαφέροντα αφορούν το γνωστικό φορτίο, την μεταγνώση και την Τεχνητή Νοημοσύνη στην εκπαίδευση, καθώς και τον σχεδιασμό ηθικά υπεύθυνων και γνωστικά βιώσιμων μαθησιακών περιβαλλόντων.

Image
Aria Mayrogianni

 

Η κ. Βασιλάκη είναι Καθηγήτρια Ψυχολογίας στο Παιδαγωγικό Τμήμα Δημοτικής Εκπαίδευσης του Πανεπιστημίου Κρήτης, Αντιπρόεδρος του Τμήματος και μέλος της Επιτροπής Στρατηγικού Σχεδιασμού του Πανεπιστημίου Κρήτης. Τα ερευνητικά της ενδιαφέροντα επικεντρώνονται στα γνωστικά μοντέλα παραγωγής συγκινήσεων, στις στρατηγικές αντιμετώπισης του στρες σε ακαδημαϊκά περιβάλλοντα, στην αλληλεπίδραση μεταξύ γνωστικών διεργασιών και ακαδημαϊκής επίδοσης, στη νοοτροπία ανάπτυξης και στην ευτυχία σε μαθητές και εκπαιδευτικούς.

Image
Eleni Vasilaki


Διαβάστε όλα τα ρεπορτάζ για τις Πανελλαδικές 2026.

Γίνε ο ρεπόρτερ του CRETALIVE

Στείλε την είδηση