Η φέτα μπροστά στη μεγαλύτερη πρόκληση των τελευταίων ετών

Η φέτα θεωρείται ένα από τα παλαιότερα τυριά στον κόσμο. Μια πρώιμη μορφή της αναφέρεται ήδη στην «Οδύσσεια» του Ομήρου

Η Ελλάδα παράγει περισσότερη αυθεντική φέτα από οποιαδήποτε άλλη χώρα, με το προϊόν να έχει αποκτήσει διεθνή αξία που αγγίζει το 1 δισ. δολάρια. Δεν είναι τυχαίο ότι συχνά αποκαλείται «λευκός χρυσός».

Σήμερα, όμως, η ιστορική κυριαρχία της Ελλάδας στη φέτα δέχεται πιέσεις από δύο διαφορετικές κατευθύνσεις. Από τη μία, ασθένειες έχουν οδηγήσει στον θάνατο εκατοντάδων χιλιάδων προβάτων και κατσικιών. Από την άλλη, χώρες όπως οι ΗΠΑ αμφισβητούν διεθνώς το δικαίωμα της Ελλάδας να χρησιμοποιεί αποκλειστικά την ονομασία «φέτα».

Το ερώτημα είναι πλέον τι σημαίνουν αυτές οι εξελίξεις για τους παραγωγούς που συνεχίζουν μια παράδοση γενεών και, παράλληλα, τι μπορεί να σημαίνουν για την παγκόσμια προσφορά αυθεντικής φέτας.

Όπως εξηγεί στο Business Insider ο Χοσέ Μ. Σάιθ, ειδικός στην αγορά γαλακτοκομικών της Expana, η προστασία της φέτας δεν αφορά μόνο ένα προϊόν αλλά και τη γνώση που έχει περάσει μέσα από αιώνες παραγωγής τροφίμων. Όπως επισημαίνει, στην Ευρώπη υπάρχει ιδιαίτερη έμφαση στην προστασία αυτής της κληρονομιάς.

Η αυθεντική ελληνική φέτα παράγεται από πρόβειο γάλα, γεγονός που της δίνει πιο έντονη γεύση και πιο εύθρυπτη υφή σε σχέση με τυριά που παρασκευάζονται από αγελαδινό γάλα.

Το αλάτι συμβάλλει επίσης στην απομάκρυνση της υγρασίας από το τυρί. Μόνο λίγοι τυροκόμοι στην Ελλάδα συνεχίζουν να ωριμάζουν τη φέτα σε παραδοσιακά ξύλινα βαρέλια, μια διαδικασία που οδηγεί σε πιο πλούσια και λιγότερο αλμυρή γεύση.

Από τον Όμηρο στην παγκόσμια αγορά

Η φέτα θεωρείται ένα από τα παλαιότερα τυριά στον κόσμο. Μια πρώιμη μορφή της αναφέρεται ήδη στην «Οδύσσεια» του Ομήρου, ενώ η ονομασία «φέτα», που σημαίνει «φέτες», εμφανίστηκε πολύ αργότερα, τον 17ο αιώνα, πιθανότατα λόγω του τρόπου με τον οποίο αποθηκευόταν το τυρί σε κομμάτια.

Μέχρι τον 20ό αιώνα, είχε εξελιχθεί σε βασικό τρόφιμο για την ελληνική εργατική τάξη.

Η ελληνική μετανάστευση σε άλλες χώρες έφερε στη συνέχεια τη φέτα σε νέες αγορές, μεταξύ των οποίων οι ΗΠΑ, η Αυστραλία και η Γερμανία. Η αυξανόμενη ζήτηση οδήγησε πολλές χώρες στην παραγωγή των δικών τους μαζικών εκδοχών του προϊόντος.Το πρόβλημα ήταν ότι οι χώρες αυτές δεν διέθεταν μεγάλες μονάδες εκτροφής προβάτων και κατσικιών. Έτσι, στράφηκαν σε αυτό που υπήρχε σε αφθονία: το αγελαδινό γάλα.

Το αγελαδινό γάλα έχει λιγότερα λιπαρά και πρωτεΐνες από το πρόβειο, με αποτέλεσμα η φέτα που παρασκευάζεται από αυτό να μην έχει την ίδια πλούσια και έντονη γεύση. Όμως οι αγελάδες ήταν φθηνές και άφθονες, με αποτέλεσμα οι συγκεκριμένες εκδοχές φέτας να πωλούνται σε πολύ χαμηλότερη τιμή και να κερδίζουν γρήγορα τους καταναλωτές.

Τη δεκαετία του 1990, η μεσογειακή διατροφή έγινε ιδιαίτερα δημοφιλής στις ΗΠΑ. Εταιρείες όπως οι Finos και President συνέβαλαν στην ανάδειξη του Ουισκόνσιν σε σημαντικό κέντρο παραγωγής φέτας.

Η Ελλάδα αντέδρασε στην αυξανόμενη αυτή ανταγωνιστική πίεση, υποστηρίζοντας ότι οι συγκεκριμένες εκδοχές αποτελούσαν απομίμηση και υπονόμευαν την ελληνική κληρονομιά γύρω από το προϊόν.

Η διαμάχη για την ονομασία έφτασε μέχρι το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης τη δεκαετία του 1990. Η Δανία, η Γερμανία και η Γαλλία υποστήριζαν ότι η «φέτα» είχε πλέον καταστεί γενικός όρος, όπως το τσένταρ ή το μπρι, και δεν συνδεόταν αποκλειστικά με μια συγκεκριμένη γεωγραφική περιοχή. Το επιχείρημα δεν έγινε δεκτό.

Το 2002, η Ευρωπαϊκή Ένωση αναγνώρισε τη φέτα ως προϊόν Προστατευόμενης Ονομασίας Προέλευσης (ΠΟΠ), πράγμα που σημαίνει ότι η φέτα που παράγεται στην Ευρώπη πρέπει να προέρχεται από τις συγκεκριμένες περιοχές και να πληροί τους αντίστοιχους κανόνες παραγωγής.

Περίπου 200 ευρωπαϊκά τυριά διαθέτουν αντίστοιχη προστασία, μεταξύ τους η παρμεζάνα και το γαλλικό μπρι.

Η ασθένεια που χτυπά τα κοπάδια

Ο διεθνής ανταγωνισμός, όμως, δεν είναι πλέον το μοναδικό πρόβλημα για τους Έλληνες παραγωγούς.

Η ελληνική κτηνοτροφία βρίσκεται αντιμέτωπη με μία από τις σοβαρότερες επιδημίες που έχουν αντιμετωπίσει οι παραγωγοί στη διάρκεια της ζωής τους.

Η ευλογιά των αιγοπροβάτων έκανε την εμφάνισή της το 2024. Τα μολυσμένα ζώα μπορεί να εμφανίσουν πυρετό, κόκκινες κηλίδες και αλλοιώσεις στους πνεύμονες, ενώ στα αρνιά το ποσοστό θνησιμότητας μπορεί να φτάσει το 80%.

Παράλληλα, η κυβέρνηση απαγόρευσε στα ζώα των περιοχών όπου είχαν εντοπιστεί κρούσματα να βγαίνουν από τις εγκαταστάσεις τους για ελεύθερη βόσκηση.

Οι κτηνοτρόφοι αναγκάστηκαν έτσι να ταΐζουν τα ζώα με εμπορικά σιτηρά, κάτι που έρχεται σε αντίθεση με τους κανόνες της ΕΕ για την ΠΟΠ φέτα.

Εννέα μήνες μετά την έναρξη της επιδημίας, στις αρχές του 2025, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έκρινε ότι τα μέτρα της Ελλάδας δεν ήταν επαρκή και κάλεσε την ελληνική κυβέρνηση να ξεκινήσει πρόγραμμα εμβολιασμού.

Η Ελλάδα, όμως, επέλεξε να μην προχωρήσει στον εμβολιασμό των ζώων.

Ο λόγος ήταν ο κίνδυνος να επιβληθεί προσωρινή απαγόρευση στις εξαγωγές γαλακτοκομικών προϊόντων βάσει των ευρωπαϊκών κανόνων. Ο εμβολιασμός μπορεί να προστατεύσει τα ζώα, αλλά ταυτόχρονα μπορεί να δυσκολέψει την παρακολούθηση της εξάπλωσης του ιού.

Για μια χώρα που πραγματοποιεί το 65% των πωλήσεων φέτας στο εξωτερικό, το ρίσκο κρίθηκε ιδιαίτερα μεγάλο.

Υπάρχει, επομένως, ένα πραγματικό εμπορικό κόστος που συνδέεται με τον εμβολιασμό. Ωστόσο, μελέτες έχουν δείξει ότι μακροπρόθεσμα η θανάτωση των ζώων μπορεί να προκαλέσει ακόμη μεγαλύτερη οικονομική ζημιά από τον εμβολιασμό, καθώς απαιτούνται χρόνια για να αναπληρωθούν τα κοπάδια.

Η κατάσταση έφτασε στο σημείο όπου ακόμη και κτηνοτρόφοι που αρχικά δεν εμφανίζονταν ιδιαίτερα θετικοί στον εμβολιασμό άρχισαν ουσιαστικά να ζητούν επίμονα από τις ελληνικές αρχές να χορηγηθεί το εμβόλιο.

Έλληνες κτηνοτρόφοι βγήκαν στους δρόμους, διαμαρτυρόμενοι για την απουσία εμβολιασμών, τις εκτεταμένες θανατώσεις ζώων αλλά και τις καθυστερήσεις στις αποζημιώσεις για τα κοπάδια που χάθηκαν.

Λιγότερο γάλα, μεγαλύτερη πίεση στις τιμές

Οι συνέπειες για την ελληνική παραγωγή είναι ήδη σημαντικές.

Η παραγωγή βουτύρου θα μπορούσε να μειωθεί περίπου 11% το 2026, ενώ από την αγορά λείπουν περίπου 50 εκατομμύρια κιλά γάλακτος.

Παράλληλα, ειδικοί προειδοποιούν ότι σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος η Ελλάδα θα μπορούσε να παράγει το 2026 περίπου 30.000 τόνους λιγότερο γάλα, δηλαδή περίπου 20% χαμηλότερη ποσότητα.

Η συνέπεια είναι εύλογη: η αγορά θα αντιμετωπίσει έλλειψη και, μαζί της, αναμένεται να αυξηθούν οι τιμές.

Την ίδια στιγμή, τα ποσοστά των λοιμώξεων που αναφέρονται στο αρχικό υλικό ως «Denguepox» έχουν μειωθεί σημαντικά στην Ελλάδα. Ο αριθμός των κρουσμάτων/εστιών από 1.700 το 2025 έπεσε σε 131 τους πρώτους τέσσερις μήνες του 2026.

Ωστόσο, ορισμένοι ειδικοί εμφανίζονται επιφυλακτικοί ως προς το αν τα δεδομένα αυτά σημαίνουν πραγματική βελτίωση των συνθηκών.

Έτσι, πίσω από ένα προϊόν που έχει ταυτιστεί με την ελληνική διατροφή και έχει κατακτήσει τις διεθνείς αγορές, διαμορφώνεται μια δύσκολη εξίσωση: λιγότερα ζώα, λιγότερο γάλα, υψηλότερο κόστος και μια παγκόσμια αγορά που συνεχίζει να ζητά φέτα.

Για τους παραγωγούς, το στοίχημα δεν αφορά πλέον μόνο την προστασία ενός ονόματος. Αφορά τη δυνατότητα της ελληνικής κτηνοτροφίας να συνεχίσει να παράγει τον «λευκό χρυσό» που ταξιδεύει από τα ελληνικά τυροκομεία στις αγορές όλου του κόσμου.


 

Πηγή:flash.gr

Γίνε ο ρεπόρτερ του CRETALIVE

Στείλε την είδηση