ΑΠΟΨΕΙΣ

Άδωνις Γεωργιάδης και το όριο της πολιτικής βίας

"Σε μια χώρα που χρειάζεται μεταρρυθμίσεις, το πιο επικίνδυνο μήνυμα δεν είναι η σύγκρουση"

Άδωνις Γεωργιάδης, Νοσοκομείο Νίκαιας
Photo Credits: @intime

Του Γιάννη Σ. Καλαντζάκη*

Θα ξεκινήσω με μια παραδοχή: δεν γράφω αυτό το κείμενο επειδή ο Άδωνις Γεωργιάδης μου είναι συμπαθής. Γράφω επειδή αυτά που συνέβησαν στο Γενικό Κρατικό Νοσοκομείο Νίκαιας αφορούν κάτι πολύ μεγαλύτερο από έναν υπουργό ή ένα κόμμα. Αφορούν το αν σε αυτή τη χώρα η δημόσια πολιτική θα ασκείται θεσμικά ή θα υπόκειται σε βέτο δρόμου.

Τι έγινε πραγματικά στη Νίκαια

Ο υπουργός Υγείας πήγε στο νοσοκομείο Νίκαιας για να εγκαινιάσει ένα ανακαινισμένο Τμήμα Επειγόντων Περιστατικών. Ένα χειροπιαστό έργο. Μια βελτίωση που αφορά τους πολίτες που φτάνουν σε ένα ΤΕΠ σε κρίσιμη στιγμή. Αντί για ταινία κοπής, τον υποδέχτηκε ένας οργανωμένος φραγμός ανθρώπων που πετούσαν αντικείμενα, αβγά, νερά και πέτρες. Σύμφωνα με την εκπρόσωπο Τύπου της ΕΛ.ΑΣ., στόχος ήταν η απομάκρυνση της αστυνομίας ώστε οι διαδηλωτές να φτάσουν στον υπουργό. Αστυνομικοί τραυματίστηκαν. Ο ίδιος ο υπουργός κος Γεωργιάδης δήλωσε ότι δέχθηκε σπρωξίματα, ύβρεις, ακόμα και φτύσιμο από γιατρό.

Και ποιος ήταν ο ενορχηστρωτής αυτού του σκηνικού; Ο Γενικός Γραμματέας της ΟΕΝΓΕ — νευροχειρουργός, Διευθυντής ΕΣΥ στο ίδιο νοσοκομείο, και δηλωμένο στέλεχος της ΑΝΤΑΡΣΥΑ. Δεν μιλάμε για έναν ανήσυχο γιατρό που αγωνιά για τις ελλείψεις. Μιλάμε για κάποιον που κάνει προεκλογικές ομιλίες σε κεντρικές πλατείες ανά την Ελλάδα για λογαριασμό ενός σχηματισμού που κηρύσσει ανοιχτά τη ρήξη με το κράτος, την Ε.Ε. και το ΝΑΤΟ. Κάποιον που κατά τη διάρκεια της πανδημίας αρνήθηκε δημόσια να καταθέσει πιστοποιητικό εμβολιασμού στο νοσοκομείο του — μια στάση που, ανεξαρτήτως πολιτικής αξιολόγησης, αποκαλύπτει μια συγκεκριμένη σχέση με τους θεσμούς και τους κανόνες.

Ο συνδικαλισμός ως πολιτικό όπλο

Ας μιλήσουμε ανοιχτά. Η ΟΕΝΓΕ, υπό τη σημερινή ηγεσία, δεν λειτουργεί ως συνδικαλιστική ομοσπονδία γιατρών. Λειτουργεί ως πολιτικό εργαλείο ακροαριστερών σχηματισμών που βλέπουν στο ΕΣΥ ένα πεδίο μάχης — όχι ένα δημόσιο σύστημα υγείας. Ο ΓΓ της δημοσιεύει κείμενα που μιλούν για «ρήξη με το κεφάλαιο, την ΕΕ και το ΝΑΤΟ». Η συνδικαλιστική ιδιότητα γίνεται προπέτασμα για πολιτική δράση που ελάχιστη σχέση έχει με τα πραγματικά προβλήματα ενός νοσηλευτή ή ενός ειδικευόμενου ιατρού.

Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ, μαζί με το ΚΚΕ, ανέλαβε την πατρότητα της «κινητοποίησης». Ο ΓΓ της ΟΕΝΓΕ μίλησε σε τηλεοπτικές εκπομπές για «μαζική και δυναμική διαμαρτυρία» — ένας ευφημισμός που θα ζήλευαν ακόμα και οι πιο δεινοί επικοινωνιολόγοι (spin doctors). Παράλληλα, περιέγραψε τα ΜΑΤ ως «ορδή πάνοπλων αστυνομικών, σαν ρωμαϊκή λεγεώνα του Αστερίξ». Γραφικότητα στην υπηρεσία της δημαγωγίας.

Αυτός ο άνθρωπος αποφασίζει αν ο εκλεγμένος υπουργός Υγείας θα μπει ή δεν θα μπει σε δημόσιο νοσοκομείο; Με ποιο δικαίωμα; Με τη «νομιμοποίηση» του πλήθους;

Γιατί η πολιτική βία δεν είναι αντίσταση

Από φιλελεύθερη σκοπιά, υπάρχει ένα πράγμα χειρότερο από μια λάθος κυβερνητική πολιτική: η κατάλυση των κανόνων που επιτρέπουν τη διόρθωσή της. Η ελευθερία του λόγου, η ελευθερία διαδήλωσης, ακόμα και η σκληρή κριτική στον υπουργό — όλα αυτά είναι θεμελιώδη δικαιώματα σε μια φιλελεύθερη δημοκρατία. Η διαφωνία με τις επιλογές πολιτικής, είτε αυτές αφορούν τη χρηματοδότηση, τη διοίκηση, είτε τη διαχείριση προσωπικού στο ΕΣΥ, δεν είναι απλώς επιτρεπτή — είναι αναγκαία.

Αλλά η φυσική βία, ο βίαιος αποκλεισμός, η ρίψη αντικειμένων κατά αξιωματούχου δεν είναι κριτική. Είναι εκβιασμός. Και όπου η αντιπαράθεση οδηγεί σε βία, χάνει την πολιτική της νομιμότητα. Η σύγκρουση ιδεών πρέπει να παραμένει εντός πλαισίου δικαίου — αυτή είναι η μόνη προσέγγιση που λειτουργεί ως αντιπαράδειγμα σε όσους επιχειρούν να εκβιάσουν πολιτικές εξελίξεις μέσω παραβατικών συμπεριφορών.

Και εδώ βρίσκεται η μεγάλη ειρωνεία: όσοι αυτοπροσδιορίζονται ως αντιφασίστες υιοθετούν μεθόδους όχλου — φυσική επιβολή, εκφοβισμό, βέτο στη δημόσια παρουσία εκλεγμένων αξιωματούχων. Για έναν φιλελεύθερο, αυτή η αντίφαση δεν είναι απλώς υποκρισία. Είναι αποκαλυπτική. Δείχνει ότι το πρόβλημα δεν είναι ιδεολογικό αλλά μεθοδολογικό: η λογική ότι ο σκοπός αγιάζει τα μέσα δεν έχει πολιτικό χρώμα — έχει αυταρχικό DNA. Και η μεταπολιτευτική ανοχή σε τέτοιες πρακτικές δεν τις έκανε δημοκρατικές. Τις έκανε απλώς συνηθισμένες.

Η θεσμική λειτουργία είναι εύθραυστη. Κάθε φορά που ένας υπουργός αποθαρρύνεται από μια επίσκεψη, κάθε φορά που ένα έργο σαμποτάρεται στα εγκαίνια, η πολιτεία υποχωρεί — και αυτοί που κερδίζουν δεν είναι οι πολίτες, αλλά οι αυτόκλητοι θεματοφύλακες. Γιατί στη Νίκαια δεν επρόκειτο για μια «επίδειξη» — επρόκειτο για τα εγκαίνια ενός νέου ΤΕΠ, ενός έργου που έχει αυξηθεί σημαντικά σε προϋπολογισμό και προσωπικό σε σχέση με το 2019, και που αφορά άμεσα τους πολίτες που φτάνουν στα επείγοντα σε κρίσιμη στιγμή.

Ο Άδωνις Γεωργιάδης ως δοκιμασία φιλελεύθερης αντοχής

Δεν θα ξοδέψω λέξεις υπερασπιζόμενος κάθε απόφαση του Άδωνι Γεωργιάδη. Δεν χρειάζεται. Αυτό που χρειάζεται υπεράσπιση είναι η αρχή ότι ένας εκλεγμένος βουλευτής ως υπουργός μπαίνει σε δημόσιο νοσοκομείο χωρίς να χρειάζεται άδεια από τον τοπικό γραμματέα ενός ακροαριστερού μορφώματος. Η αρχή ότι μια μεταρρύθμιση κρίνεται στη Βουλή και στα δεδομένα, όχι στις πέτρες. Η αρχή ότι 1.700 εργαζόμενοι ενός νοσοκομείου δεν εκπροσωπούνται από 100 τραμπούκους.

Ο κος Γεωργιάδης, ανεξαρτήτως πολιτικών προτιμήσεων, κάνει κάτι σπάνιο στην ελληνική πολιτική: δεν κάνει πίσω. Και αυτή η στάση δεν αφορά μόνο τη ΝΔ. Αφορά κάθε πολίτη που πιστεύει ότι η δημοκρατία δεν υποτάσσεται στον εκφοβισμό.

Την επόμενη φορά που κάποιος νευροχειρουργός-συνδικαλιστής-στέλεχος ΑΝΤΑΡΣΥΑ θα αποκαλέσει τα ΜΑΤ «ρωμαϊκή λεγεώνα», αξίζει να θυμηθούμε ότι στους Αστερίξ, οι ήρωες νίκησαν τελικά. Αλλά στη Νίκαια, ήρωες δεν ήταν οι πετροβόλοι. Ήρωες ήταν οι 1.700 εργαζόμενοι που περίμεναν μέσα, οι αστυνομικοί που τραυματίστηκαν, και ο υπουργός που δεν έφυγε τρέχοντας.

Στο Νοσοκομείο Νίκαιας δεν κρίθηκε η δημοφιλία ενός υπουργού. Κρίθηκε αν η πολιτική υγείας θα συνεχίσει να ασκείται θεσμικά ή αν θα αρχίσουμε να συνηθίζουμε τον εκφοβισμό ως μορφή πίεσης. Σε μια χώρα που χρειάζεται μεταρρυθμίσεις, το πιο επικίνδυνο μήνυμα δεν είναι η σύγκρουση. Είναι η αποδοχή ότι η σύγκρουση μπορεί να γίνεται με όρους φυσικής επιβολής. Το όριο της πολιτικής βίας δεν αφορά τον Άδωνι Γεωργιάδη. Αφορά τη δημοκρατική αντοχή του ίδιου του συστήματος υγείας.

Η πολιτική μπορεί να είναι σκληρή. Αλλά δεν ασκείται με πέτρες.

* O Γιάννης Σ. Καλαντζάκης είναι εμπειρογνώμονας σε θέματα πολιτικής και διακυβέρνησης για δημόσια Υγεία, προστασία δεδομένων, ESG | Συνιδρυτής του Urban Policy Lab • Ιδρυτής της OLYSIS | Δημιουργία υπεύθυνων θεσμών, ανθεκτικών πόλεων και συμμορφούμενων οργανισμών #IOwnMyHealthData #OwnYourCity #PolicyDesign

Γίνε ο ρεπόρτερ του CRETALIVE

Στείλε την είδηση