ΑΠΟΨΕΙΣ
Η νέα γενιά χωρίς σπίτι: η αποτυχία της στεγαστικής πολιτικής
Του Παναγιώτη Πρινιωτάκη*
Η στεγαστική κρίση στην Ελλάδα έχει εξελιχθεί σε μία από τις σημαντικότερες κοινωνικές προκλήσεις της εποχής μας. Για πρώτη φορά μετά από δεκαετίες, μια ολόκληρη γενιά νέων ανθρώπων κινδυνεύει να μεγαλώσει χωρίς πρόσβαση σε αξιοπρεπή και οικονομικά προσιτή κατοικία. Παρά τα κυβερνητικά προγράμματα και τις εξαγγελίες, η πραγματικότητα δείχνει ότι η στεγαστική πολιτική των τελευταίων ετών δεν κατάφερε να προσφέρει ουσιαστικές και διαρκείς λύσεις.
Τα τελευταία χρόνια τα ενοίκια έχουν αυξηθεί δραματικά. Για έναν νέο εργαζόμενο με μισθό που συχνά δεν ξεπερνά τα 1.000 ευρώ, η πληρωμή ενοικίου που φτάνει ή ξεπερνά τα 500–600 ευρώ είναι πρακτικά αδύνατη με αποτέλεσμα πολλοί νέοι να αδυνατούν να φύγουν από το πατρικό τους σπίτι ακόμη και μετά τα 30 και άλλοι να αναγκάζονται να συγκατοικούν για να μειώσουν τα έξοδα. Η κατοικία, αντί να αντιμετωπίζεται ως βασικό κοινωνικό αγαθό, μετατρέπεται ολοένα και περισσότερο σε επενδυτικό προϊόν, με αποτέλεσμα οι ανάγκες των πολιτών να υποχωρούν μπροστά στη λογική της αγοράς.
Σε αυτό το περιβάλλον, η πολιτική της παρούσας κυβέρνησης στηρίχθηκε κυρίως στις δυνάμεις της αγοράς και σε περιορισμένες παρεμβάσεις. Προγράμματα όπως το «Σπίτι μου» παρουσιάστηκαν ως σημαντικές πρωτοβουλίες για τη στήριξη των νέων. Ωστόσο, η εφαρμογή τους ανέδειξε σημαντικούς περιορισμούς. Η ενίσχυση της ζήτησης χωρίς αντίστοιχη αύξηση της προσφοράς προκάλεσε αναταραχή στην αγορά ακινήτων, ενώ η συμμετοχή στα διάφορα προγράμματα προϋποθέτει τραπεζικό δανεισμό και συγκεκριμένα εισοδηματικά κριτήρια που πολλοί νέοι δυσκολεύονται να καλύψουν. Επιπλέον, τα ακίνητα που πληρούν τις προϋποθέσεις είναι συχνά παλαιά και απαιτούν σημαντικές δαπάνες ανακαίνισης.
Παράλληλα, η ταχεία ανάπτυξη των βραχυχρόνιων μισθώσεων μέσω διαδικτυακών πλατφορμών συνέβαλε σημαντικά στην αύξηση των τιμών. Χιλιάδες διαμερίσματα που παλαιότερα διατίθεντο για μακροχρόνια μίσθωση μετατράπηκαν σε τουριστικά καταλύματα, μειώνοντας σημαντικά την προσφορά κατοικιών για τους μόνιμους κατοίκους. Παρότι το φαινόμενο αυτό είχε ήδη δημιουργήσει σοβαρά προβλήματα σε πολλές ευρωπαϊκές πόλεις, η ελληνική πολιτεία άργησε να λάβει ουσιαστικά μέτρα ρύθμισης.
Ένα ακόμη σημαντικό κενό της ελληνικής στεγαστικής πολιτικής είναι η απουσία ενός ισχυρού συστήματος κοινωνικής κατοικίας. Στην Ελλάδα, αντίθετα με άλλες ευρωπαϊκές χώρες, απουσιάζει μία οργανωμένη πολιτική, αφήνοντας έτσι την αγορά σχεδόν αποκλειστικά στα χέρια ιδιωτών και επενδυτών. Σε πολλές ευρωπαϊκές πόλεις η κοινωνική κατοικία αποτελεί βασικό εργαλείο στεγαστικής πολιτικής. Για παράδειγμα, στη Γαλλία η κοινωνική κατοικία αποτελεί βασικό εργαλείο στεγαστικής πολιτικής, καθώς εκατομμύρια άνθρωποι ζουν σε κατοικίες με χαμηλό ενοίκιο, που αντιστοιχούν σε σημαντικό ποσοστό του συνόλου του στεγαστικού αποθέματος.
Η αντιμετώπιση της στεγαστικής κρίσης απαιτεί μια συνολική και φιλόδοξη στρατηγική που θα αντιμετωπίζει την κατοικία ως κοινωνικό δικαίωμα και όχι αποκλειστικά ως επενδυτικό προϊόν. Η ανάπτυξη ενός ισχυρού προγράμματος κοινωνικής κατοικίας, η αξιοποίηση δημόσιας γης και εγκαταλελειμμένων κτιρίων, καθώς και η θέσπιση σαφών κανόνων για τις βραχυχρόνιες μισθώσεις θα μπορούσαν να αποτελέσουν σημαντικά βήματα. Στο δημόσιο διάλογο έχει, ακόμα, προταθεί η δημιουργία δημόσιας εταιρείας διαχείρισης ακινήτων, η οποία θα αξιοποιεί ακίνητα του Δημοσίου και θα δημιουργεί μια δεξαμενή κατοικιών διαθέσιμων με προσιτό ενοίκιο σε νέους, οικογένειες και φοιτητές. Παράλληλα, ενδιαφέρουσα είναι και η πρόταση για καθιέρωση ενός «ενδεδειγμένου αντικειμενικού μισθώματος» για ακίνητα που δεν πληρούν βασικές προδιαγραφές ποιότητας, το οποίο θα προσδιορίζεται αλγοριθμικά με βάση τις αντικειμενικές αξίες και τα χαρακτηριστικά κάθε ακινήτου.
Το στεγαστικό ζήτημα δεν είναι απλώς οικονομικό. Αφορά την κοινωνική συνοχή, τη δημογραφική βιωσιμότητα και τις ίσες ευκαιρίες. Χωρίς πρόσβαση σε προσιτή κατοικία, το μέλλον μιας ολόκληρης γενιάς δεν κινδυνεύει να μείνει μετέωρο· κινδυνεύει να χαθεί.
*Ο Παναγιώτης Πρινιωτάκης είναι Δικηγόρος, Πρόεδρος της Ένωσης Ασκουμένων και Νέων Δικηγόρων Ηρακλείου (Ε.Α.Ν.Δ.Η.)
