ΑΠΟΨΕΙΣ
Μπαντιλίκια μέχρι να …σβήσει ο ήλιος
Αυτοί οι τύποι είναι κακό συναπάντημα, σε γραντίζουν, όπως λέμε εδώ στην Κρήτη
Της Ευαγγελίας Καρεκλάκη
Στους Καλούς Λιμένες πρώτη φορά πήγα πριν πολλά χρόνια για ρεπορτάζ. Αυτή τη φορά είπα να πάω για μπάνιο. Τον νότο του νομού Ηρακλείου δεν τον έχω «τιμήσει» σε σχέση με τα νότια παράλια του Λασιθίου και του Ρεθύμνου ή ακόμα και των Χανίων. Ομολογώ ότι η παρέα μου δεν ενθουσιάστηκε και πολύ, δεν μου χάλασε όμως χατίρι. Θα παραδεχθώ ωστόσο ότι η εμπειρία δεν ήταν και η καλύτερη, παρά το γεγονός ότι η θάλασσα στην περιοχή είναι υπέροχη. Και εξηγούμαι:
Κεφάλαιο 1ο: ο μαχαλάς
-παιδιά, ωραίες είναι οι σκηνές μπροστά στη θάλασσα αλλά κάπου ΏΠΑ! Να υπάρχει και ένα όριο, μία «τσίπα».
Αυτό που αντίκρισα ήταν ένας ατελείωτος μαχαλάς. «Όλα δικά σου μάτια μου κι ο πόνος σου δικός μου». Εδώ δεν μιλάμε για μία απλή σκηνή. Εδώ μιλάμε για ολόκληρο …συγκρότημα. Αλλού οι σκηνές για τον ύπνο, αλλού οι αιώρες, αλλού τα μαγειρικά σκεύη και η ψησταριά, αλλού ο αυτοσχέδιος παιδότοπος, αλλού οι καρεκλίτσες για το κους-κους.
Κάθε φαμίλια έπιανε δύο-τρία τεράστια αλμυρίκια για να απλώσει τα συμπράγκαλα της. Το λες και θράσος. Και μάλιστα μεγάλο. Και αυτό το έχουν σύστημα οι περισσότεροι εκεί.
Και μέσα στην κάψα, ντουμάνι οι καπνοί από τις ψησταριές ντάλα-μεσημέρι. Κάπνα να πλαντάξεις, όσο η Πάολα «κονταροχτυπιόταν» στη διαπασών με τον Μάλαμα.
Κάτι πήγε να ψελλίσει η παρέα μου και πετάχτηκα να τους επιπλήξω από φόβο μη βγουν από πάνω για την επιλογή μου. «Μην γκρινιάζετε… πάμε για μπάνιο. Η θάλασσα είναι φοβερή» τους προέτρεψα για να κλείσει η κουβέντα εκεί.
Κεφάλαιο 2ο: πλένοντας τα σώβρακα στην ακρογιαλιά
Στήσαμε ομπρέλα και τρέξαμε γρήγορα-γρήγορα στη θάλασσα να δροσιστούμε διότι είχε «αρπάξει» ο πισινός μας από την κάψα.
Δεν πέρασαν δέκα λεπτά και κατέφθασε ακριβώς μπροστά μας μία παρέα επτά νεαρών Πακιστανών. Τι γέλια, τι χαρά, τι βουτιές πάνω από τον βράχο… Σκαρφάλωναν σαν τα κατσίκια και μπλουμ από ψηλά μέσα στο νερό. Χάρμα περνούσαν. Τους χαζεύαμε και εμείς αφού ήταν στο οπτικό μας πεδίο. Μέχρι που άρχισαν τη μπουγάδα. Έβγαλαν μπλούζες, παντελόνια, ακόμα και τα εσώρουχα τους έβγαλαν να πλύνουν. Όχι, δεν έκαναν γυμνισμό. Φορούσαν διπλά και τριπλά τα σώβρακα, το ένα πάνω στο άλλο, και τα έβγαζαν ένα-ένα μέσα στη θάλασσα για να τα τρίψουν καλά. «Πωωω ρε φίλε, τα άπλυτα τους ήρθαν να πλύνουν εδώ…» σχολίασε ξαφνιασμένη μία φίλη. «Λούζεται η αγάπη μου στο Γουαδαλκιβίρ και τ’ άνθη παίρνουν ευωδιά απ’ το γλυκό κορμί της» πετάχτηκα. «Μήπως θέλει κανείς φρουτάκι;».
Κεφάλαιο 3ο: μπαντιλίκια μέχρι να …σβήσει ο ήλιος
Άφησα για το τέλος το καλύτερο κεφάλαιο: τα «πετσιά» με τα 4χ4 που νομίζουν ότι με τα μπαντιλίκια τους τονώνεται ο ανδρισμός τους. Τρία μέτρα ψηλώνουν σαν κρατούν το τιμόνι. «Πετσιά» αποκαλώ- προς αποφυγή παρεξηγήσεων- εκείνους που νομίζουν ότι «καβαλικεύοντας» ένα 4χ4, είναι οι κυρίαρχοι της ασφάλτου και εσύ, μικρό τιποτένιο μυρμηγκάκι, οφείλεις να σκύβεις το κεφάλι και να το βουλώνεις. Και ας κινδύνευσες να βγεις εκτός οδοστρώματος διότι κόντεψαν να πέσουν πάνω σου με τις μπάντες. Και το έκαναν 100% επίτηδες, για χαβαλέ. Ηδονίζονται με τέτοιες καταστάσεις. Αυτά τα νεαρά «σκατά» (ήταν πιτσιρικάδες) δύο πράγματα μπορεί να κάνουν: ή να σε «σβολώσουν», όπως λέμε εδώ στην Κρήτη, ή να σε μπλέξουν. Κακό συναπάντημα, όπως και να το πάρεις. Σε γραντίζουν βρε παιδί μου. Και αυτό έγινε μπροστά στα μάτια μας δύο φορές, όταν πηγαίναμε στους Καλούς Λιμένες αλλά και όταν φεύγαμε από την παραλία. Από διαφορετικά πρόσωπα, με διαφορετικά 4χ4. Κάποιοι τουρίστες με ενοικιαζόμενα σταμάτησαν οι άνθρωποι και κοιτούσαν αποσβολωμένοι. Τι να πω και τι να εξηγήσω…
