Το νέο εργασιακό νομοσχέδιο

Γιώργος Κουμάκης
Γιώργος Κουμάκης
Το νέο εργασιακό νομοσχέδιο

Ως είθισται η μεν κυβέρνηση το εκθειάζει το νομοσχέδιο της, η δε αντιπολίτευση το κατηγορεί, πράγμα που δίνει αφορμή στον αρμόδιο Υπουργό να χαρακτηρίσει όσους το μέμφονται υποκριτές

Του Γιώργου Κουμάκη

Μεγάλη διαμάχη έχει ξεσπάσει στις μέρες μας ανάμεσα σε Κυβέρνηση και αντιπολίτευση για το νέο εργασιακό νομοσχέδιο, που επίκειται να ψηφιστεί προσεχώς στη Βουλή. Ως είθισται η μεν κυβέρνηση το εκθειάζει το νομοσχέδιο της, η δε αντιπολίτευση το κατηγορεί, πράγμα που δίνει αφορμή στον αρμόδιο Υπουργό να χαρακτηρίσει όσους το μέμφονται υποκριτές. Δεν είναι ωστόσο ορθό να αρνηθούμε την καλή πρόθεση από κάθε Κυβέρνηση να ωφελήσει τον τόπο πού τους νόμους που φέρει προς ψήφιση, διότι θέλει να ανταποκριθεί κατά τον καλύτερο τρόπο στη θέληση και τις προσδοκίες των πολιτών για ένα καλύτερο αύριο. Αυτό που διαφέρει σε κάθε Κυβέρνηση, ή καλύτερα σε κάθε κόμμα,  είναι η ιδεολογία και ο τρόπος δράσης, πώς δηλαδή κατά την εκτίμησή της ωφελείται  ο τόπος κατά το δυνατόν καλύτερα. Με το πνεύμα αυτό οφείλομε να αναγνωρίσομε ορισμένα θετικά στοιχεία του νομοσχεδίου, όπως για παράδειγμα τα μέτρα κατά της σεξουαλικής παρενόχλησης στον χώρο της εργασίας.

    Τα συμφέροντα του εργοδότη και του εργαζόμενου είναι αντίθετα μεταξύ τους, αφού η κάθε πλευρά επιθυμεί να ωφεληθεί περισσότερο από το παραγόμενο έργο. Κατά συνέπεια είναι εξαιρετικά δύσκολο να βρει κανείς τη χρυσή τομή ανάμεσα στα δύο αντιμαχόμενα  στρατόπεδα. Σκοπός του νομοθέτη θα πρέπει να είναι η αύξηση  της παραγωγής , που θα επιφέρει τη βελτίωση της ανταγωνιστικότητας , χωρίς όμως να βλάπτονται οι εργαζόμενοι, πράγμα που απαιτεί λεπτούς χειρισμούς. 

    Αυτό που συμβαίνει στο νομοσχέδιο αυτό είναι ότι δίδονται ελευθερίες στον εργαζόμενο, χωρίς αυτός να έχει τη δύναμη να τις διαχειριστεί, και έτσι αποβαίνουν τελικά εις βάρος του και προς όφελος του εργοδότη. Το νομοσχέδιο αυτό ως πρόθεση. Ιδέα και σύλληψη είναι άριστο και θα απέφερε το μέγιστο δυνατό όφελος και στις δύο πλευρές υπό μίαν και μοναδική προϋπόθεση, δηλαδή αν είναι οι συμβαλλόμενοι ίσοι ως προς τη δύναμη, πράγμα που δεν συμβαίνει στην προκειμένη περίπτωση, αφού δεν είναι συμφωνία κυρίων, αλλά – για μνα μιλήσομε με αρχαίους ελληνικούς όρους – κυρίου και δούλου. Αυτή είναι άλλωστε και η έννοια του υπαλλήλου, που σημαίνει εκείνον, που είναι κάτω από την εξουσία κάποιου άλλου. Ως επί το πλείστο  ο εργοδότης επιλέγει τον εργαζόμενο και όχι το αντίστροφο. Ο εργαζόμενος εξαρτάται από τον εργοδότη. Την αλλοτρίωση του εργαζόμενου ανέδειξε με γλαφυρότητα κατά τα νεότερα χρόνια ο Μαρξ, ο οποίος προσπάθησε να μειώσει το χάσμα, που τους χωρίζει. 

 Η δυνατότητα απόφασης και επιλογής  κάποιου θέματος στον εργασιακό χώρο εκ μέρους του εργαζόμενου είναι εξαιρετικά περιορισμένη, αφού βρίσκεται συνεχώς κάτω από τη δαμόκλειο σπάθη της απόλυσης από τον εργοδότη του, το δε νεύμα ή η παράκληση του οποίου είναι εντολή για το εργαζόμενο. Όπως είχε πει ο Αριστοτέλης στα Πολιτικά του( Γ 9, 1280a32-34)ο δούλος  δεν ζει κατά προαίρεσιν , δηλαδή σύμφωνα με τη θέλησή του. Έτσι η κατ’ επίφαση ελεύθερη επιλογή του εργαζόμενου στην προκειμένη περίπτωση είναι θηλειά στο λαιμό του εργαζόμενου, αφού έμμεσα  επικρέμεται  ο αόρατος εκβιασμός και ο κίνδυνος να υποπέσει στη δυσμένεια του εργοδότη με απρόβλεπτα αποτελέσματα. Ό,τι κάθε φορά αποφασίζει ο εργαζόμενος πρέπει να υπηρετεί το συμφέρον του αφέντη του, ειδάλλως  ίσως βρεθεί προ δυσάρεστων εκπλήξεων, και να του υποδειχθεί ο δρόμος της εξόδου. Ο εργαζόμενος με άλλα λόγια δεν διαθέτει την απαιτούμενη δύναμη, ώστε να διαχειριστεί επωφελώς το βάρος της ελευθερίας, που του παρέχεται από την Πολιτεία, πράγμα που μπορεί να αποβεί μοιραίο για το εργασιακό του καθεστώς. Η δυνατότητα αυτή του εργαζόμενου να αποφασίζει για τη διευθέτηση της εργασίας του τελικά γίνεται άθελά του υποχρέωση, προκειμένου να εξυπηρετηθεί ο αφέντης. Το γεγονός αυτό φαίνεται ότι έχει γίνει αντιληπτό από τους ίδιους τους αρχιτέκτονες του νομοσχεδίου, με το να επαναλαμβάνουν  : «Επομένως μιλάμε  για τη δυνατότητα (όχι την υποχρέωση) διευθέτησης του χρόνου εργασίας». 

    Αυτό είναι ένα γενικότερο θέμα, που περιλαμβάνει όλους τους τομείς της ανθρώπινης δραστηριότητας και όχι μόνον τον τομέα της εργασίας, πράγμα που από νωρίς είχε αντιληφθεί  ο Νίκος Καζαντζάκης, ο οποίος στο έργο του  «Αλέξης Ζορμπάς» είχε καταγράψει την κατάσταση της γυναίκας της εποχής εκείνης, η οποία δεν είχε τα δικαιώματα και την οντότητα, που έχει σήμερα, λέγοντας ότι « η γυναίκα δεν θέλει να είναι ελεύθερη». Αυτό σημαίνει ότι η γυναίκα δεν είχε τη δύναμη να διαχειριστεί την ελευθερία, που ενίοτε της διδόταν, αφού δεν μπορούσε να αντέξει το βάρος της ευθύνης των ελεύθερων πράξεων της, διότι, αν έκανε κάτι, το οποίο δεν ενέκρινε ο σύζυγός της ,αυτό το πράγμα  θα είχε οδυνηρές συνέπειες.

Γίνε ο ρεπόρτερ του CRETALIVE

ΣΤΕΙΛΕ ΤΗΝ ΕΙΔΗΣΗ