Πάει ο παλιός ο χρόνος...

Πάει ο παλιός ο χρόνος...
Μαρία Λιονάκη
Μαρία Λιονάκη

Έτσι θα τραγουδήσουμε μόλις οι δείκτες του ρολογιού στο δικό τους βαλς, στον αέναο χορό τους, κάνουν μια στροφή, ένα λίκνισμα σαν υπόκλιση και πατήσουν με τα δυο πόδια στο τέρμα, στο δώδεκα...

της Μαρίας Λιονάκη

Παγωμένο το σπίτι από το χιόνι, το κρύο, τους βοριάδες, τις καταιγίδες, που σαν ερινύες για υπερβάσεις ερωτικές, χτύπησαν τις τελευταίες μέρες το γαλαξία της χώρας μας. Που με τα βέλη τους λόγχισαν, σα να αναβίωναν τον τρωικό πόλεμο, στεριές και θάλασσες, τα πετούμενα του ουρανού και της στεριάς, όσα πετούν ψηλά, μα και όσα αρέσκονται σε χαμηλές πτήσεις.

Στην πόρτα του, στην πόρτα του κόσμου, παγωμένος στέκει ο ασπρομάλλης γέροντας, ο χρόνος. Στο καντήλι της ζωής του η φλόγα τρεμοπαίζει. Ηλικιωμένος και κουρασμένος δείχνει. Μα και καρτερικός. Τώρα τελευταία όλο και δυσκολευόταν να οδηγήσει το συρμό του κόσμου. Κυρίως σαν έπεφτε ομίχλη ή όταν τα νέα από τη γη ήταν κακά ένιωθε να βαραίνει, να γερνά υπερβολικά. Βιαιότητες, ανταγωνισμοί, έχθρα, πόλεμοι, αρρώστιες σοβαρές, ο κύκλος της ζωής που διασαλεύεται και παίρνει στον ‘Αδη νέους ανθρώπους, μετέωρα παιδιά, παιδιά σε προσφυγιά, πώς να τον αφήσουν ασυγκίνητο; Δυστυχήματα τροχαία που πληθαίνουν ολοένα. Άδικοι θάνατοι. Συγκινημένος παλεύει ο συμπαθητικός παππούλης το τρέμουλο να κρύψει, καθώς το χέρι σηκώνει σε αποχαιρετισμό προς εμάς.

Όσο και να το κάνεις, μας ζεστάθηκε κι είναι δύσκολο τώρα να μας αποχωριστεί. Ιδίως το κοριτσάκι, τριαντάφυλλο της ζωής, που γυρνάει από καφετέρια σε κέντρο διασκέδασης να πουλήσει τα κόκκινα τριαντάφυλλά του. Με κακοκαιρία, καταιγίδα. Αντιμετωπίζοντας αρνήσεις και πίεση οικογενειακή. Ιδίως τον εργάτη στην οικοδομή που απαγκιάζει κάτω από την τσιμεντένια ταράτσα, με το σώμα μαζεμένο στο ανύπαρκτο πανωφόρι, ως να κοπάσει λίγο ο άνεμος, η βροχή, να ξαναπιάσει το μυστρί. Ιδίως το συγγενή που νοσηλεύεται τέτοιες μέρες ο δικός του άνθρωπος και έχει μετατρέψει το δωμάτιο του Νοσοκομείου σε χριστουγεννιάτικη θαλπωρή, προσπαθώντας να δαμάσει για λίγο της ζωής τη βροχή. Ιδίως το πουλί που μετανάστευσε με ελπίδα από μια άλλη γη, μα δυσκολεύεται να φωλιάσει στα βράχια της συμπεριφοράς μας, στη ξέρα της δικής μας γης. Ιδίως το φτωχό που δε θέλει χρονιάρες μέρες, το παιδί του τίποτα να στερηθεί. Ιδίως τον ηλικιωμένο που στο γηροκομείο, τα παιδιά του δεν θα πάψει ποτέ να καρτερεί. Ιδίως το νέο άνθρωπο που με κορνίζα τα πτυχία, τα προσόντα του, δε σταματά να χτυπά πόρτες, γυρεύοντας ευκαιρία, δουλειά να χτίσει τη ζωή του , να φτιάξει οικογένεια. Ιδίως το μοναχικό άνθρωπο που τυλίγεται σφιχτά τη ζακέτα του, μα δεν προδίδει όσα νιώθει. Δεν παρακαλεί για ένα κάλεσμα, για παρέα κι ας μπαινοβγαίνει από τις τρύπες της καρδιάς του ο βοριάς. Η κακοκαιρία της ψυχής είναι η χειρότερη. Οι ανασφάλειες, οι φόβοι είναι κεραυνοί κι αυτοί.

Ο σεβάσμιος παππούλης με βλέμμα που προδίδει οικειότητα δικού μας ανθρώπου, με το πρόσωπο σκαμμένο από ρυτίδες, άγχη και ανησυχίες παρελθοντικές, μα με ηρεμία και σοφία τώρα πια, με τη νοσταλγία του σε ανατολή, στη δύση της θητείας του, αγκαλιάζει με τα μάτια για στερνή φορά, από το πάτωμα ως το ταβάνι την οικοσκευή της καλύβας που τον φίλεψε. Έπιπλα, χαλιά, αντικείμενα, τα λίγα κουζινικά και φωτιστικά. Όλα αυτά που οι άνθρωποι λένε άψυχα, μα σάμπως κι αυτοί ξέρουν καλά; Στον καφέ καναπέ υπάρχει ακόμα το βαθούλωμα, μα και η ζεστασιά του κορμιού του, το πράσινο κυπαρισσί μαξιλαράκι που είχε για προσκεφάλι στις σιέστες του τον κοιτά απορημένο, ήδη τον αναζητά. Απ’ τον καλόγερο του καθιστικού ο ασπρομάλλης γέροντας, ο χρόνος, ξεκρεμά τη γούνινη κάπα του και την τυλίγεται. Δεν ξέρει τι θα συναντήσει φεύγοντας από δω. Δεν έχει κάπου να πάει.

Το σώμα του ριγά από τις παγωμένες αναπνοές του αέρα, καθώς στέκει στο άνοιγμα της πόρτας, ετοιμάζοντας να κλείσει την πόρτα του κόσμου που για 365 μέρες τον είχε οδηγό και βασιλιά. Στο τζάκι τριζοβολά το τελευταίο μισοσβησμένο κούτσουρο, το εκπατρισμένο κυπαρίσσι. Καίγεται στην πυρά, ξεψυχά, νοσταλγώντας το χάδι του ήλιου, τη μυρωδιά της ρίγανης, της λεβάντας, στα κατάφυτα, ολοπράσινα βουνά. Ο ήχος του τον οικοδεσπότη χρόνο αποχαιρετά.

Πάει ο παλιός ο χρόνος… Έτσι θα τραγουδήσουμε μόλις οι δείκτες του ρολογιού στο δικό τους βαλς, στον αέναο χορό τους, κάνουν μια στροφή, ένα λίκνισμα σαν υπόκλιση και πατήσουν με τα δυο πόδια στο τέρμα, στο δώδεκα. Μα πάει, φεύγει άραγε στα αλήθεια ο παλιός ο χρόνος; ‘Η φορτώνεται στις πλάτες μας και δεν το κουνά; Αφού προστίθεται στην ηλικία μας και μας προσθέτει χρόνια, πείρα και ρυτίδες, μήπως τον κουβαλάμε πάνω μας, μέσα μας παντοτινά; Όσα όμορφα ζήσαμε, όσα αγοράσαμε από εμπορεία φοινικικά είναι δικά μας. Σεντέφια και κοράλλια, κεχριμπάρια κι έβενοι κι άφθονα ηδονικά μυρωδικά. Τότε που διώξαμε Λαιστρυγόνες και Κύκλωπες μακριά. Τότε που νικήσαμε τον Ποσειδώνα κι έγινε η τρικυμία νηνεμία και πάλι. Όσα άσχημα ζήσαμε, λάθη, πληγές είναι πιότερο δικά μας. Κατά δικά μας. Πληρώσαμε εξάλλου, δε χρωστάμε σε κανένα πια. Όσα καταφέραμε, όσα μας κάνουν να υπερηφανευόμαστε, να χαμογελάμε, να συγκινούμαστε, κανείς δεν μπορεί να μας τα πάρει. Τα έχουμε κλειδώσει σε σεντούκια της ψυχής, σε κελάρια μυστικά. Ως πολύτιμα φυλακτά. Ας έρθει όποιος τολμά. Αυτοί που τους ερωτευτήκαμε και δεν το έμαθαν, τι να έγιναν άραγε; Βρήκαν την ευτυχία, από εμάς μακριά; ‘Η ακόμα κυνηγάνε την πολύχρωμη πεταλούδα που λένε χαρά, τη χίμαιρα; Αυτοί που μας αγάπησαν, μα δεν το μάθαμε εμείς πώς ζουν; Πού απαγκιάζουν τις νύχτες;

Ο χρόνος αρχίζει να μετρά αντίστροφα. Δέκα, εννιά, οχτώ, επτά… Ετοιμάζεται να κλείσει την πόρτα και να φύγει για το άγνωστο οριστικά. Μένουν μόνο λίγα λεπτά. Μα είναι αρκετά για μια συγνώμη, ένα «λυπάμαι, έφταιξα», ένα «σ’ αγαπώ», ένα «μου λείπεις». Για ένα μήνυμα, μια συνάντηση που θα τα διορθώσει όλα. Καθώς κανείς δεν ανθίζει μέσα στη μοναξιά. Είναι αρκετά αυτά τα λίγα λεπτά για να τρέξουμε μακριά απ’ όσα φοβόμαστε, από όσα μας πονάνε, από τύψεις ανώφελες. Για να ξεφορτωθούμε τις αποσκευές που μας βαραίνουν και ανάλαφροι να μπούμε στη νέα χρονιά. Με προσμονή, με νέες ελπίδες κι όνειρα. Καθώς κάθε τέλος είναι μια νέα αρχή. Κάθε δύση έτους είναι και η ανατολή μιας νέας χρονιάς. Μόνο μην πούμε ποτέ πως είναι αργά. Καλή χρονιά, με υγεία, αγάπη, ελπίδα, χαμόγελα… και κυρίως ειρήνη!

Γίνε ο ρεπόρτερ του CRETALIVE

ΣΤΕΙΛΕ ΤΗΝ ΕΙΔΗΣΗ