ΑΠΟΨΕΙΣ
Πόλεμος στη Μέση Ανατολή: Επιπτώσεις και Στρατηγικές Επιλογές για την Ελλάδα
"Μέσα σε αυτό το ταχέως μεταβαλλόμενο περιβάλλον, η Ελλάδα δεν μπορεί να θεωρεί ότι βρίσκεται εκτός του πεδίου επιπτώσεων ή πολύ μακριά από το επιχειρησιακό πεδίο του πολέμου στη Μέση Ανατολή"
Γράφει ο Δρ. Κωνσταντίνος Π. Μπαλωμένος*
Ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή μεταξύ των Ηνωμένων Πολιτειών και του Ισραήλ εναντίον του Ιράν δεν αποτελεί μια ακόμη περιφερειακή κρίση.
Η ανεξέλεγκτη κλιμάκωσή του, σε συνδυασμό με τα χαρακτηριστικά ιδεολογικής και θρησκευτικής αντιπαράθεσης που προβάλλει η Τεχεράνη, σηματοδοτεί βαθιές αλλαγές στο ήδη ασταθές γεωπολιτικό περιβάλλον της ευρύτερης περιοχής, με άμεσες επιπτώσεις στην παγκόσμια οικονομία, την ασφάλεια και στους συσχετισμούς ισχύος του διεθνούς συστήματος.
Άξιο ιδιαίτερης προσοχής είναι το γεγονός ότι αρκετές χώρες της Μέσης Ανατολής αλλά και της Ευρώπης, χωρίς να το επιδιώκουν, έχουν ήδη καταστεί μέρος της σύγκρουσης, είτε λόγω της παρουσίας στρατιωτικών βάσεων των ΗΠΑ στην επικράτειά τους, είτε λόγω της εμπλοκής τους σε επιχειρήσεις ασφάλειας και προστασίας της ναυσιπλοΐας, είτε εξαιτίας της γεωπολιτικής τους θέσης.
Επιπλέον, η ένταση που καταγράφεται σε κρίσιμες ενεργειακές και ναυτιλιακές οδούς όπως τα Στενά του Ορμούζ, σε συνδυασμό με την κινητοποίηση στρατιωτικών δυνάμεων σε ολόκληρη την Ανατολική Μεσόγειο, δείχνει ότι η σύγκρουση αποκτά πλέον ευρύτερα περιφερειακά χαρακτηριστικά.
Παράλληλα, η αξιοποίηση από το Ιράν ένοπλων οργανώσεων, όπως η Χεζμπολάχ, οι οποίες λειτουργούν ως αντιπρόσωποί του (proxies), δημιουργεί ένα περιβάλλον ασύμμετρων απειλών, καθιστώντας τον πόλεμο ακόμη πιο σύνθετο, απρόβλεπτο και πιθανόν μακράς διάρκειας.
Θα πρέπει να επισημανθεί επίσης, ότι ο πόλεμος αυτός δεν επηρεάζει μόνο τη σταθερότητα της Μέσης Ανατολής, αλλά έχει ήδη αρχίσει να επηρεάζει την ενεργειακή ασφάλεια της Ευρώπης και του υπόλοιπου κόσμου.
Συγκεκριμένα, οι αυξήσεις στις τιμές της ενέργειας, η αβεβαιότητα στις διεθνείς αγορές και το κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ αποτελούν ήδη απτές συνέπειες της σύγκρουσης, με επιπτώσεις που αγγίζουν όχι μόνο την ευρωπαϊκή, αλλά και την παγκόσμια οικονομία, ενώ επηρεάζουν και την πολιτική σταθερότητα σε αρκετές χώρες.
Μέσα σε αυτό το ταχέως μεταβαλλόμενο περιβάλλον, η Ελλάδα δεν μπορεί να θεωρεί ότι βρίσκεται εκτός του πεδίου επιπτώσεων ή πολύ μακριά από το επιχειρησιακό πεδίο του πολέμου στη Μέση Ανατολή.
Η επίθεση που δέχτηκε από ιρανικά drones η Βρετανική Βάση στην Κύπρο αποδεικνύει του λόγου το αληθές, υπογραμμίζοντας ότι η γεωγραφική εγγύτητα και η στρατηγική θέση της Ελλάδας σε συνδυασμό με τη συμμετοχή της σε διεθνείς οργανισμούς και τη στρατηγική της σχέση με τις ΗΠΑ και το Ισραήλ, την καθιστούν αναπόσπαστο μέρος της ευρύτερης περιφερειακής αναταραχής.
Το κρίσιμο ερώτημα, δεν είναι αν η Ελλάδα επηρεάζεται από τον πόλεμο στην Μέση Ανατολή.
Αυτό είναι ήδη δεδομένο και δεν περιορίζεται στο ενδεχόμενο άμεσου στρατιωτικού πλήγματος σε κρίσιμες υποδομές, όπως η Βάση της Σούδας.
Οι επιπτώσεις του πολέμου εκδηλώνονται ήδη στην ελληνική, ευρωπαϊκή και παγκόσμια οικονομία, στην ενέργεια, στη ναυτιλία και στην ασφάλεια των θαλάσσιων μεταφορών, ενώ η μεταβολή των γεωπολιτικών ισορροπιών στην Ανατολική Μεσόγειο είναι βέβαιο, ότι θα αναδιαμορφώσει τους συσχετισμούς ισχύος στην περιοχή.
Συνεπώς, το πραγματικό ερώτημα για την Ελλάδα, είναι το πώς θα διαχειριστεί τις συνέπειες του πολέμου και ποιες στρατηγικές θα επιλέξει για να προστατεύσει τα εθνικά της συμφέροντα και να ενισχύσει τη θέση της στο ευρύτερο γεωπολιτικό περιβάλλον.
Υπό την ανωτέρω οπτική, η Ελλάδα καλείται αφενός να παραμείνει αξιόπιστος σύμμαχος της Δύσης και παράγοντας σταθερότητας στην περιοχή, αφετέρου να διασφαλίσει ότι δεν θα μετατραπεί σε πεδίο κλιμάκωσης ή στόχο ασύμμετρων απειλών.
Οι βασικές επιπτώσεις του πολέμου στη Μέση Ανατολή για την Ελλάδα εκτείνονται από την ασφάλεια και την οικονομία έως τη ναυτιλία και τη διαχείριση περιφερειακών πιέσεων, που επηρεάζουν τόσο την κοινωνική σταθερότητα όσο και τη διεθνή θέση της χώρας.
Σε αυτό το πλαίσιο, η πιθανότητα μιας μικρής κλίμακας επίθεσης ή δολιοφθοράς σε πολιτικές και στρατιωτικές υποδομές όπως στη Σούδα ή την Αλεξανδρούπολη δεν μπορεί να αγνοηθεί, ωστόσο η πιθανότητά της παραμένει περιορισμένη χάρη στα αυστηρά μέτρα ασφάλειας και την εγρήγορση των αρμόδιων αρχών.
Παράλληλα, ελλοχεύει ο κίνδυνος τρομοκρατικών ενεργειών ή οργανωμένων κυβερνοεπιθέσεων με στόχο κρατικά δίκτυα, ενεργειακές υποδομές, μεταφορές ή ακόμη και στρατιωτικά συστήματα.
Όπως ήδη αναφέρθηκε, το κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ από το Ιράν έχει άμεσες συνέπειες στο παγκόσμιο εμπόριο και στις θαλάσσιες μεταφορές.
Συνεπώς, η άνοδος των τιμών του πετρελαίου, η διατάραξη των ενεργειακών ροών προς την Ευρώπη και οι αλλαγές δρομολογίων, σε συνδυασμό με την αύξηση του κόστους μεταφοράς και logistics, είναι βέβαιο ότι θα επηρεάσουν τόσο την ελληνική ναυτιλία όσο και συνολικά την οικονομική δραστηριότητα στη χώρα.
Η αστάθεια στην ευρύτερη περιοχή της Μεσογείου αναμένεται επίσης να επηρεάσει τον ελληνικό τουρισμό, ο οποίος αποτελεί βασικό πυλώνα της ελληνικής οικονομίας.
Παράλληλα, σε περίπτωση περαιτέρω κλιμάκωσης του πολέμου ή αποσταθεροποίησης κρατών της περιοχής, η Ελλάδα είναι πιθανό να βρεθεί εκ νέου αντιμέτωπη με αυξημένες μεταναστευτικές ροές, τις οποίες θα κληθεί να διαχειριστεί αποτελεσματικά, ώστε να διατηρηθεί η εσωτερική ασφάλεια και να αποφευχθούν περιστατικά κοινωνικής έντασης.
Τέλος, η πιθανή αναδιαμόρφωση των συσχετισμών ισχύος στο γεωπολιτικό περιβάλλον της Ανατολικής Μεσογείου, σε συνδυασμό με την γεωπολιτική αναβάθμιση της Ελλάδας και τη στρατηγική της σχέση με τις ΗΠΑ και το Ισραήλ, ενδέχεται να προκαλέσει αντιδράσεις από την Τουρκία, γεγονός που προσθέτει έναν ακόμη παράγοντα αβεβαιότητας στο ήδη σύνθετο περιφερειακό περιβάλλον.
Ωστόσο, η ανάλυση των ανωτέρω επιπτώσεων δεν αρκεί από μόνη της για να κατανοήσουμε πλήρως τη σημασία των εξελίξεων στον πόλεμο της Μέσης Ανατολής.
Πρέπει να γίνει κατανοητό ότι κάθε μεγάλη γεωπολιτική αλλαγή δημιουργεί ταυτόχρονα κινδύνους, αλλά και στρατηγικές ευκαιρίες για τα κράτη που μπορούν να προσαρμοστούν έγκαιρα στις νέες συνθήκες.
Υπό το πλαίσιο αυτό, ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή ανέδειξε ήδη ένα σημαντικό κενό στρατηγικής στο ευρωπαϊκό σύστημα ασφάλειας, το οποίο δημιουργεί προϋποθέσεις για μια πιο ενεργή και στοχευμένη ελληνική στρατηγική.
Η Ε.Ε. εμφανίζεται για ακόμη μία φορά χωρίς ενιαία στρατηγική προσέγγιση απέναντι σε μια μεγάλη διεθνή σύγκρουση, γεγονός που αναδεικνύει τις δομικές αδυναμίες της κοινής ευρωπαϊκής άμυνας και εξωτερικής πολιτικής και δημιουργεί ένα κενό στην περιφερειακή αρχιτεκτονική ασφάλειας.
Είναι χαρακτηριστικό ότι, παρά τις αρχικές επιφυλάξεις και την προσπάθεια διατήρησης πολιτικής απόστασης από τη σύγκρουση, οι τρεις μεγάλες ευρωπαϊκές δυνάμεις—Ηνωμένο Βασίλειο, Γαλλία και Γερμανία—προχώρησαν σε αναπροσαρμογή των θέσεών τους υπό το βάρος των εξελίξεων στο πεδίο του πολέμου και της επέκτασης των απειλών από το Ιράν.
Παράλληλα, η στάση της Τουρκίας ανέδειξε μια διαφορετική στρατηγική επιλογή.
Η Άγκυρα καταδίκασε τόσο τις επιθέσεις των ΗΠΑ και του Ισραήλ όσο και τα αντίποινα του Ιράν, ενώ απαγόρευσε τη χρήση του εναέριου, χερσαίου και θαλάσσιου χώρου της για επιχειρήσεις κατά του Ιράν.
Το συνδυασμένο αποτέλεσμα αυτών των διαφοροποιημένων στάσεων δημιουργεί ένα παράθυρο στρατηγικής ευκαιρίας για την Ελλάδα, επιτρέποντάς της να αναδείξει τον περιφερειακό της ρόλο και να προωθήσει πιο συνεκτικές και ολοκληρωμένες πολιτικές ασφάλειας στην Ανατολική Μεσόγειο.
Ειδικότερα, η Ελλάδα, ως κράτος-μέλος της Ε.Ε. και του ΝΑΤΟ, με σταθερό προσανατολισμό στη Δύση και στρατηγική σχέση με τις ΗΠΑ, τη Γαλλία και το Ισραήλ μπορεί να διαδραματίσει έναν πιο ενεργό ρόλο ως πυλώνας σταθερότητας και ασφάλειας στην Ανατολική Μεσόγειο.
Στο πλαίσιο αυτό, αξιολογείται ως σωστή και ιδιαίτερης σπουδαιότητας η απόφαση του Πρωθυπουργού κ. Κυριάκου Μητσοτάκη να αποστείλει δύο φρεγάτες του Π.Ν. και τέσσερα αεροσκάφη F16 για την προστασία της Κύπρου, συμβάλλοντας στην αποτροπή πιθανών απειλών σε βάρος των στρατιωτικών και κρίσιμων υποδομών του νησιού.
Ανταποκρινόμενη στο αίτημα για την αντιμετώπιση των αυξημένων απειλών στην Ανατολική Μεσόγειο, η Ελλάδα με την κίνηση αυτή εκφράζει έμπρακτα την αλληλεγγύη της προς τον αδελφό Κυπριακό λαό και τη στήριξή της προς ένα βασικό σύμμαχο και εταίρο.
Παράλληλα, αναδεικνύει τον ρόλο της ως ουσιαστικού εγγυητή της ασφάλειας της Κυπριακής Δημοκρατίας και στέλνει σαφές μήνυμα, ότι είναι αποφασισμένη να υπερασπιστεί τόσο τα δικά της εθνικά συμφέροντα όσο και εκείνα των συμμάχων της σε μια κρίσιμη συγκυρία για την περιφερειακή ασφάλεια.
Μέσω αυτής της πρωτοβουλίας, η Ελλάδα επιβεβαιώνει ότι διαθέτει τη βούληση αλλά και την επιχειρησιακή ικανότητα να αναλαμβάνει ενεργό ρόλο σε ζητήματα ασφάλειας που υπερβαίνουν τα στενά όρια της εθνικής της επικράτειας, συμβάλλοντας στη διαμόρφωση ενός ισχυρότερου αποτρεπτικού πλαισίου στην Ανατολική Μεσόγειο.
Ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή αναδεικνύει και την γεωπολιτική σημασία των ελληνικών υποδομών και ιδιαίτερα των στρατιωτικών εγκαταστάσεων που συνδέονται με το ΝΑΤΟ και τις Ηνωμένες Πολιτείες.
Σε αυτό το πλαίσιο, ιδιαίτερη σημασία αποκτά ο ρόλος της βάσης της Σούδας στην Κρήτη, ιδίως στη σημερινή συγκυρία που ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή κλιμακώνεται και η στρατηγική αξιοποίηση κρίσιμων υποδομών καθίσταται κρίσιμο στοιχείο για τη σταθερότητα της περιοχής.
Η αυξανόμενη αξιοποίηση της βάσης από τις ΗΠΑ και το ΝΑΤΟ αποδεικνύει ότι η Σούδα λειτουργεί πλέον ως ένας από τους βασικούς κόμβους στρατηγικής υποστήριξης στη Νοτιοανατολική πτέρυγα της Συμμαχίας, ενισχύοντας τη σημασία της χώρας στο συνολικό σύστημα ασφάλειας της Δύσης για επιχειρήσεις επιτήρησης, υποστήριξης και προβολής ισχύος στην Ανατολική Μεσόγειο.
Επίσης, αποτυπώνει την αξία που έχει για τους συμμάχους η γεωγραφική θέση της Ελλάδας στο
σταυροδρόμι Ευρώπης, Μέσης Ανατολής και Βόρειας Αφρικής.
Η εξέλιξη αυτή, πέρα από την αποτρεπτική της διάσταση, μπορεί να ενισχύσει τη διαπραγματευτική ισχύ της Ελλάδας τόσο εντός της Συμμαχίας όσο και στο πλαίσιο των ευρωπαϊκών συζητήσεων για την άμυνα και την ασφάλεια.
Οι επιπτώσεις του πολέμου στον τομέα της ενέργειας δημιουργεί νέα δεδομένα επίσης, για το ρόλο της Ελλάδας ως ενεργειακού κόμβου στην ευρύτερη περιοχή.
Συγκεκριμένα, η Ελλάδα αποκτά μια μοναδική ευκαιρία να αναδειχθεί σε πυλώνα ενεργειακής ασφάλειας και σταθερότητας για τη Δύση και τη Νοτιοανατολική Ευρώπη, αναλαμβάνοντας ρόλο κρίσιμου ενεργειακού διαμετακομιστικού κόμβου, συμβάλλοντας καθοριστικά στη διαδικασία της ευρωπαϊκής ενεργειακής αυτονομίας και ανεξαρτησίας.
Επιπλέον, η αστάθεια στην ευρύτερη περιοχή καθιστά ακόμη πιο σημαντικές τις περιφερειακές συνεργασίες που έχει αναπτύξει η Ελλάδα τα τελευταία χρόνια με κράτη της Ανατολικής Μεσογείου και της Μέσης Ανατολής.
Η εμβάθυνση αυτών των συνεργασιών μπορεί να συμβάλει στη δημιουργία ενός πλέγματος ασφάλειας και σταθερότητας που θα λειτουργεί αποτρεπτικά απέναντι σε αναθεωρητικές ή αποσταθεροποιητικές δυνάμεις.
Τέλος, η συγκυρία αυτή προσφέρει στην Ελλάδα τη δυνατότητα να ενισχύσει τη διεθνή της εικόνα ως χώρας που λειτουργεί με στρατηγική συνέπεια, αξιοπιστία και σταθερότητα σε ένα περιβάλλον αυξημένης αβεβαιότητας.
Αυτές οι ευκαιρίες όμως, δεν αξιοποιούνται από μόνες τους, αλλά απαιτούν ένα σαφές και πολυδιάστατο στρατηγικό σχέδιο, το οποίο θα συνδυάζει την ενίσχυση της αποτρεπτικής ισχύος της χώρας με την ενεργή διπλωματική παρουσία και την αξιοποίηση των γεωπολιτικών της πλεονεκτημάτων.
Υπό αυτό το πλαίσιο, η πρώτη προτεραιότητα της Ελλάδας αφορά την περαιτέρω ενίσχυση της εθνικής άμυνας και την προστασία κρίσιμων υποδομών, ιδιαίτερα εκείνων που συνδέονται με συμμαχικές επιχειρήσεις, αλλά και με ενεργειακές ή διαμετακομιστικές δραστηριότητες στρατηγικής σημασίας.
Παράλληλα, η Ελλάδα χρειάζεται να εντείνει τη διπλωματική της δράση σε ευρωπαϊκό και διεθνές επίπεδο, προωθώντας πρωτοβουλίες που θα ενισχύσουν τη σταθερότητα στην Ανατολική Μεσόγειο και θα αναδείξουν τον ρόλο της χώρας ως αξιόπιστου συνομιλητή και παράγοντα σταθερότητας και ασφάλειας.
Δεδομένου ότι επιχειρείται από πολλά κράτη της Μέσης Ανατολής αλλά και της Τουρκίας να αναβαθμίσουν τον ρόλο τους μέσω πρωτοβουλιών αποκλιμάκωσης και διαμεσολάβησης, η Ελλάδα οφείλει να κινηθεί μεθοδικά και να αξιοποιήσει την αξιοπιστία που διαθέτει εντός της Ε.Ε. και του ΝΑΤΟ, προωθώντας πρωτοβουλίες που θα ενισχύουν τη διπλωματία και τη σταθερότητα στην Ανατολική Μεσόγειο.
Συγκεκριμένα, η χώρα μπορεί να συμβάλει ενεργά στη διαμόρφωση ενός ευρωπαϊκού πλαισίου διαχείρισης της κρίσης, αναλαμβάνοντας ρόλο συντονισμού και πολιτικής πρωτοβουλίας, γεγονός που θα ενισχύσει περαιτέρω το γεωπολιτικό της αποτύπωμα και θα περιορίσει τα περιθώρια άλλων περιφερειακών δυνάμεων να μονοπωλήσουν τον ρόλο του διαμεσολαβητή.
Ταυτόχρονα, η αξιοποίηση των περιφερειακών συνεργασιών, η εμβάθυνση των στρατηγικών σχέσεων με χώρες της περιοχής και η ενδυνάμωση της ενεργειακής και αμυντικής συνεργασίας μπορούν να μετατρέψουν την παρούσα συγκυρία από περίοδο κινδύνων σε περίοδο γεωπολιτικής αναβάθμισης για την Ελλάδα.
Τέλος, σε αυτή την δύσκολη και ιδιαίτερα επικίνδυνη συγκυρία για τη διεθνή ασφάλεια, είναι κρίσιμο η Ελλάδα να διατηρήσει την εσωτερική της σταθερότητα και να ενισχύσει την εθνική της ανθεκτικότητα.
Δεδομένου ότι η ανθεκτικότητα ενός κράτους δεν εξαρτάται μόνο από τη στρατιωτική του ισχύ αλλά και από τη συνοχή της κοινωνίας, την αποτελεσματικότητα των θεσμών και την ικανότητα διαχείρισης κρίσεων, η προετοιμασία για την αντιμετώπιση υβριδικών και κάθε μορφής απειλής –σε συνδυασμό με την έγκαιρη ενημέρωση και ψυχολογική προετοιμασία της κοινής γνώμης- αποτελεί βασική προϋπόθεση για τη διατήρηση της εθνικής ασφάλειας.
Εν κατακλείδι, για την Ελλάδα, ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή αποτελεί ταυτόχρονα απειλή και ευκαιρία.
Απειλή, διότι η κλιμάκωση των πολεμικών επιχειρήσεων δημιουργούν αυξημένους κινδύνους για την ασφάλεια, την οικονομία και τη σταθερότητα στην περιοχή, απαιτώντας ενίσχυση της αποτρεπτικής ισχύος και ικανότητα διαχείρισης πολλαπλών κρίσεων σε ένα ασταθές γεωπολιτικό περιβάλλον. Ευκαιρία, διότι για πρώτη φορά μετά από πολλά χρόνια η γεωγραφική θέση της χώρας, οι στρατηγικές της συνεργασίες και η αξιοπιστία της εντός της Δύσης συνθέτουν ένα πλαίσιο που μπορεί να οδηγήσει σε ουσιαστική γεωπολιτική αναβάθμιση.
Υπό το πρίσμα αυτό, αν η Ελλάδα συνεχίσει να κινείται με συνέπεια, στρατηγικό σχεδιασμό και εθνική ενότητα, μπορεί να εξελιχθεί σε βασικό πυλώνα ασφάλειας και σταθερότητας στην Ανατολική Μεσόγειο.
Το κρίσιμο ζητούμενο για την Ελλάδα επομένως, δεν είναι απλώς να παρακολουθεί τις εξελίξεις, αλλά να συμμετέχει ενεργά δίπλα σε αυτούς που τις διαμορφώνουν.
Στη σημερινή διεθνή πραγματικότητα, της αυξημένης γεωπολιτικής ρευστότητας που το διεθνές δίκαιο υποχωρεί έναντι του δικαίου του ισχυρού, η ισχύς ενός κράτους δεν καθορίζεται μόνο από τις επιχειρησιακές δυνατότητές του.
Καθορίζεται κυρίως, από την ικανότητά του να αντιλαμβάνεται εγκαίρως τις αλλαγές και να τοποθετείται στρατηγικά μέσα σε αυτές.
Και αυτή ακριβώς είναι η πρόκληση, αλλά και η ιστορική ευκαιρία που καλείται να διαχειριστεί η Ελλάδα.
Να μετατρέψει τη γεωγραφική της θέση, τις συμμαχίες της και την αξιοπιστία της σε πραγματικό στρατηγικό κεφάλαιο, καθιστώντας την χώρα πυλώνα ασφάλειας, σταθερότητας και επιρροής στην Ανατολική Μεσόγειο, ικανή να διαμορφώνει τις εξελίξεις αντί να τις ακολουθεί.
*Ο Δρ. Κωνσταντίνος Π. Μπαλωμένος είναι Πολιτικός Επιστήμονας - Διεθνολόγος
