ΑΠΟΨΕΙΣ
Θεατές στου χρόνου το αίνιγμα
Ίσως ο χρόνος, ως κορνίζα, να μην είναι τόσο άχρηστος όσο νομίζουμε. Μπορεί να μη μετρά την ουσία, αλλά μας επιτρέπει να αντέχουμε την απουσία της.
Του ΚΩΣΤΗ Ε. ΜΑΥΡΙΚΑΚΗ
Έχουμε συνηθίσει ώστε κάθε Πρωτοχρονιά να μοιάζει με τελετουργικό βιασμού του χρόνου. Τον αναγκάζουμε να τελειώσει, να κλείσει έναν κύκλο, να υπακούσει σε ημερολόγια, σε αριθμούς, σε πυροτεχνήματα. Λέμε «ο παλιός χρόνος έφυγε» και «ο νέος έρχεται», σαν να πρόκειται για πρόσωπα που ανταλλάσσουν βάρδια στην είσοδο του κόσμου. Κι όμως, μέσα μας γνωρίζουμε (έστω αμυδρά) ότι κάτι δεν ταιριάζει σε αυτή τη βεβαιότητα και τις συμβάσεις.
Ο Fernando Pessoa, στο «βιβλίο της ανησυχίας» (1) δεν αμφισβητεί απλώς το χρόνο· αμφισβητεί το δικαίωμά μας να μιλάμε γι’ αυτόν με τόση άνεση. Ο χρόνος του ρολογιού είναι ψευδής, γράφει, γιατί μετρά το χρόνο με το χώρο, εξωτερικά. Ο χρόνος των συγκινήσεων είναι επίσης ψευδής, γιατί δεν μετρά το χρόνο, αλλά τη διάθεσή μας απέναντί του. Ο χρόνος των ονείρων αγγίζει κάτι πιο αληθινό, αλλά κι εκεί χάνεται, γιατί άλλοτε διαστέλλεται, άλλοτε συρρικνώνεται χωρίς κανόνα. Και τελικά, μένει η υποψία ότι ο χρόνος ίσως δεν είναι τίποτε περισσότερο από μια κορνίζα: ένα τεχνούργημα για να πλαισιώσουμε κάτι που του είναι ξένο. Γράφει ο Pessoa:
«Δὲν ξέρω τί εἶναι ὁ χρόνος. Δὲν ξέρω ποιό εἶναι τὸ πραγματικὸ μέτρο ποὺ ἔχει, ἂν ἔχει κάποιο. Ξέρω πὼς τὸ μέτρο τοῦ ὡρολογίου εἶναι ψευδές: χωρίζει τὸν χρόνο βάσει τοῦ χώρου, ἔξωθεν. Ξέρω ἐπίσης πὼς τὸ μέτρο τῶν συγκινήσεων εἶναι ψευδές: χωρίζει ὄχι τὸν χρόνο, ἀλλὰ τὴν αἴσθησή του. Τὸ μέτρο τῶν ὀνείρων εἶναι ἐσφαλμένο: σ᾽ αὐτὰ ἀγγίζουμε τὸν χρόνο, ἄλλοτε ἐπὶ μακρόν, ἄλλοτε πολὺ βιαστικά, κι αὐτὸ ποὺ ζοῦμε εἶναι βιαστικὸ ἢ ἀργὸ ἀνάλογα μὲ τὴ ροὴ κάποιου πράγματος ποὺ τὴ φύση του ἀγνοῶ. Ἐνίοτε νομίζω πὼς ὅλα εἶναι λάθος, καὶ πὼς ὁ χρόνος δὲν εἶναι τίποτα περισσότερο ἀπὸ μιὰ κορνίζα γιὰ νὰ πλαισιώσουμε αὐτὸ ποὺ τοῦ εἶναι ξένο. Στὴν ἀνάμνηση ποὺ ἔχω γιὰ τὴν περασμένη μου ζωή, οἱ χρόνοι εἶναι τοποθετημένοι σὲ παράλογα ἐπίπεδα καὶ βαθμίδες, δεδομένου ὅτι εἶμαι νεότερος σὲ κάποιο συμβὰν τῶν ἐπίσημων δεκαπέντε μου χρόνων παρὰ σὲ κάποιο ἄλλο τῆς παιδικῆς μου ἡλικίας ποὺ βρίσκεται καθισμένη ἀνάμεσα σὲ παιχνίδια. Μπερδεύεται ἡ συνείδησή μου ὅταν σκέφτομαι αὐτὰ τὰ πράγματα. Διαισθάνομαι ἕνα λάθος σὲ ὅλα αὐτά, ἀλλὰ δὲν ξέρω ἀπὸ ποιά μεριὰ εἶναι. Εἶναι σὰν νὰ παρευρισκόμουν σὲ μιὰ ἐπίδειξη ταχυδακτυλουργίας, ὅπου ξέρω ἐκ τῶν πραγμάτων ὅτι μὲ ἐξαπατοῦν, ἀλλὰ χωρὶς νὰ μπορῶ νὰ ἀντιληφθῶ ποιά εἶναι ἡ τεχνικὴ ἢ ὁ μηχανισμὸς τῆς απάτης».
Αν έτσι έχουν τα πράγματα, τότε η Πρωτοχρονιά δεν είναι μια αρχή. Είναι μια σύμβαση. Ένα συλλογικό νεύμα, μια σιωπηρή συμφωνία ότι «από εδώ και πέρα» κάτι αλλάζει, χωρίς να αλλάζει τίποτε ουσιώδες. Τα φθαρτά σώματα συνεχίζουν να φθείρονται με τον ίδιο ρυθμό, η μνήμη συνεχίζει να ανακατεύει τα παλιά με τα πρόσφατα, και η συνείδηση εξακολουθεί να κατοικεί σε παράλογα επίπεδα: νεότεροι σε κάποια γεγονότα της εφηβείας μας, γηραιότεροι σε στιγμές παιδικής ηλικίας.
Ο χρόνος, αν τον παρατηρήσει κανείς προσεκτικά, δεν κυλά. Συσσωρεύεται. Κατακάθεται μέσα μας σαν ίζημα. Δεν είναι γραμμικός αλλά στρωματοποιημένος, σαν γεωλογικός σχηματισμός της ψυχής. Υπάρχουν μέρες που κουβαλούν μέσα τους δεκαετίες και χρόνια που μοιάζουν κενά, διάφανα, σαν να μην τα ζήσαμε ποτέ. Υπάρχουν στιγμές που δεν τελειώνουν ποτέ. Ένα βλέμμα, μια απώλεια, μια φράση. Άλλες που εξαφανίζονται πριν προλάβουν να υπάρξουν.
Ίσως γι’ αυτό μας μπερδεύει τόσο ο χρόνος: γιατί δεν υπακούει ούτε στη λογική ούτε στη μνήμη. Τον αισθανόμαστε ως πίεση, ως έλλειψη, ως απειλή. «Δεν έχω χρόνο» λέμε, ενώ στην πραγματικότητα έχουμε μόνο χρόνο και τίποτα άλλο. Ο χρόνος δεν μας λείπει· μας βαραίνει. Μας περιβάλλει, μας διαπερνά, μας φθείρει αθόρυβα, χωρίς να μας αποκαλύπτει τη φύση του. Όπως στην ταχυδακτυλουργία που περιγράφει ο Pessoa: Ξέρουμε ότι υπάρχει απάτη, αλλά αγνοούμε το μηχανισμό της.
Και όμως, κάθε τέλος του χρόνου μας δίνει την ψευδαίσθηση μιας δυνατότητας. Ότι μπορούμε να (ξανα)ξεκινήσουμε από την αρχή. Να διορθώσουμε. Να υποσχεθούμε. Να επανεφεύρουμε τον εαυτό μας. Ίσως αυτή η ψευδαίσθηση να είναι αναγκαία. Ίσως ο χρόνος, ως κορνίζα, να μην είναι τόσο άχρηστος όσο νομίζουμε. Μπορεί να μη μετρά την ουσία, αλλά μας επιτρέπει να αντέχουμε την απουσία της.
Η Πρωτοχρονιά τότε, δεν είναι στιγμή αλλαγής αλλά στιγμή επίγνωσης. Μια παύση όπου κοιτάμε το μεγάλο αίνιγμα κατάματα, έστω και για λίγο. Δεν χρειάζεται να ευχηθούμε «καλύτερο χρόνο». Ο χρόνος δεν βελτιώνεται ούτε χειροτερεύει. Αυτό που αλλάζει είναι ο τρόπος που τον κατοικούμε.
Κι αν κάτι αξίζει να ευχηθούμε, είναι να ζήσουμε μετρώντας λιγότερο και προσέχοντας περισσότερο. Να πάψουμε να απαιτούμε από το χρόνο να μας εξηγηθεί και να αρχίσουμε να τον ακούμε. Όχι ως ροή, όχι ως αριθμό, αλλά ως σιωπηλό συνοδοιπόρο της ύπαρξής μας. Ανεξιχνίαστο, άδικο, αλλά αναπόφευκτο.
Ίσως τότε, έστω για μια στιγμή, η κορνίζα θα χαθεί και θα δούμε αυτό το αίνιγμα που τόσα χρόνια προσπαθεί να μας πλαισιώσει.
Χρόνια Πολλά και όλβια. Καλή Χρονιά.
(1)Fernando Pessoa, «Το βιβλίο της ανησυχίας» Β΄τόμος, Εκδόσεις Gutenberg 2018, μτφ: Μαρία Παπαδήμα.
Κεντρική φωτογραφία: Πίνακας ελαιογραφία σε καμβά του Salvador Dali «Η εμμονή της μνήμης» (1931). MoMA New York.
