ΑΠΟΨΕΙΣ

Το Εγώ του πολέμου

Δεν ήταν ώρα για λόγια. Ήταν ώρα για πράξεις. Εκείνες τις πράξεις που θα φέρουν εκείνο το Εγώ σε ένα Εμείς δίχως να χάσει μήτε το Έψιλον μήτε το Γάμα μα μήτε και το Ωμέγα του.

paramythi koykoybagia
Photo Credits: @AI

Της Δέσποινας Αυγουστινάκη

 

 

Κάποτε σε έναν χρόνο άχρονο πέρα μακριά ακόμα κι από το πέρα μαζεύτηκαν τα ζώα τα ενήλικα σε σύναξη μυστική. Είχαν πρόβλημα μεγάλο. Ο κόσμος τους, θαρρώ, πως πήγαινε «κατά διαόλου». Έτσι άκουσα να το λένε. Δεν ξέρω ακριβώς τι εννοούσαν. Ίσως πως δεν πήγαινε κατά πως το ήθελαν. Δεν το γνωρίζω. Το μόνο που γνωρίζω είναι πως κάθε μέρα άκουγαν και για έναν νέο πόλεμο. Κάθε μέρα άκουγαν και για έναν νέο φόνο. Κάθε μέρα άκουγαν και για κάτι που η κουκουβάγια η σοφή έλεγε πως ήταν αποτέλεσμα του Εγώ.


Μαζεύτηκαν λοιπόν στην πιο μυστική σπηλιά του μεγάλου πυκνού δάσους την ώρα που όλα τα υπόλοιπα ζώα έκαναν αυτό που κάνουν καλύτερα. Κατασπάραζαν το ένα τη σάρκα του άλλου. Όχι, κυριολεκτικά. Όχι, δυστυχώς. Γιατί αν την κατασπάραζαν κυριολεκτικά θα είχαν σπουδαίο ελαφρυντικό. Την επιβίωση. 
Κατασπάραζαν το ένα τη σάρκα του άλλου μεταφορικά. Μέσα στον χαώδη ιστό του διαδικτύου. Στην τηλεόραση και τα παράθυρα των ειδήσεων, στα κοινωνικά δίκτυα, στα φατσοβιβλία, και στα λογής τα μέσα που τους έδωσε η ζωοτεχνολογία της εποχής εκείνης. 


Και όλα είχαν κάτι να πουν. Και όλα είχαν κάτι να δηλώσουν. Και όλα είχαν δίκιο. Πάντα φταίνε οι άλλοι. Οι άλλοι πίθηκοι, οι άλλες ζέβρες, τα άλλα λιοντάρια, τα άλλα πουλιά όλων των ειδών. Πάντα οι άλλοι. Κι έδειχναν με πατούσες, με φτερούγες και ό,τι άλλο μπορούσαν τον άλλον. 


Η σοφή κουκουβάγια που ήταν υπεύθυνη για το σχολείο εκείνου του άχρονου χρόνου μίλησε πρώτη με μια θλίψη ανείπωτη στη φωνή της την πουλίσια. Αναστέναξε βαθιά και τα μάτια της, μεγάλα και φωτεινά, έμοιαζαν να κουβαλούν τη μνήμη γενεών και γενεών.


— Κάθε χρόνο η κατάσταση πάει από το κακό στο χειρότερο. Κάθε χρονιά τα νέα μαθητοζωάκια έρχονται δίχως να γνωρίζουν μήτε τα βασικά. Δεν μπορούν να ακολουθήσουν απλές οδηγίες. Μιλούν για πράγματα άσχετα και πετάγονται από το ένα θέμα στο άλλο δίχως όριο κανένα.  
Σταματούν τη σκέψη τους κάθε λίγα λεπτά, λες και κάποιο αόρατο ρεύμα τους τραβά αλλού. Τα μάτια τους έχουν μάθει να κοιτούν μικρές φωτεινές οθόνες και όχι τον κόσμο γύρω τους. Περιμένουν συνεχώς κάτι να αναβοσβήσει, κάτι να κάνει θόρυβο, κάτι να τους διασκεδάσει.
Και όταν τίποτα δεν αναβοσβήνει, όταν η γνώση ζητά λίγη σιωπή και λίγη υπομονή, τότε ανυπομονούν. Τα φτερά τους τινάζονται, οι φωνές υψώνονται, και η σκέψη τους σκορπίζει σαν φτερό στον άνεμο.
Φταίνε άραγε τα μικράκια μας; Όχι, φυσικά. Τα μικρά πάντα γεννιούνται με την ίδια δίψα για μάθηση.
Μα τελευταία όπως όλοι ξέρετε μεγαλώνουν με μια παράξενη νταντά. Μια μικρή γυαλιστερή «πέτρα» που χωρά στην πατούσα και στο φτεράκι τους. Κι αυτή η «πέτρα» μιλά και τραγουδά, δείχνει εικόνες και γελά, τρέχει με χρόνους αστραπής και απαντά πριν καν προλάβει το μικρούλι να ρωτήσει.
Κι έτσι τα ζωάκια μας δεν μαθαίνουν να περιμένουν. Δεν μαθαίνουν να ακούν προσεκτικά. Ακούνε δίχως να ακούνε. Ακούνε μονάχα για να ικανοποιήσουν τις επιθυμίες τους.  


Και όταν έρχονται στο Πρώτο Σχολείο του Δάσους, κουβαλούν μαζί τους έναν κόσμο όπου όλα περιστρέφονται γύρω από ένα μόνο πράγμα.
Το Εγώ.
Το δικό μου.
Τη δική μου γνώμη.
Τη δική μου επιθυμία.
Τη δική μου αλήθεια.
Κι αν κάποιος τους πει πως υπάρχει και κάτι άλλο — μια σειρά, ένας κανόνας, ένας,  ελάχιστος έστω, σεβασμός — τότε σηκώνουν τα φτερά τους και φωνάζουν.
Μα αυτά τα μικράκια δεν ήρθαν μόνα τους στο δάσος. Δεν έπεσαν από τον ουρανό. Μάθανε όσα τους εμάθαν οι μεγάλοι.
Οι μεγάλες ζέβρες.
Τα μεγάλα λιοντάρια.
Οι μεγάλες αρκούδες. 
Οι μεγάλοι πίθηκοι.
Αυτοί που έχουν κουραστεί.
Αυτοί που δουλεύουν δωδεκάωρα.
Αυτοί που πιστεύουν πως για να μπορέσουν τα μικράκια τους να ζήσουνε στον κόσμο οφείλουν να τα κάνουνε ανθρώπους.
Αυτοί που αντί να τους πουν:
«Άκουσε προσεκτικά.»
Τους λένε:
«Μην αφήσεις κανέναν να σου πει τι να κάνεις.»
Αντί να τους μάθουν το «μαζί», τους μαθαίνουν το «μόνος».
Αντί να τους δείξουν το «σεβασμός», τους δείχνουν το «Υπερασπίσου το Εγώ σου με κάθε τρόπο».
Και όταν κάτι πάει στραβά στο σχολείο, οι μεγάλοι δεν ρωτούν:
«Τι μπορούμε να μάθουμε από αυτό;»
Όχι.
Δείχνουν με πατούσες, με φτερούγες και με νύχια τον δάσκαλο.
«Φταις εσύ.»
Έτσι τα μικρά μαθαίνουν κάτι πολύ γρήγορα.
Πιο γρήγορα απ’ ό,τι μαθαίνουν να διαβάζουν ή να γράφουν.
Μαθαίνουν πως κανείς τους δεν φταίει για τίποτα.
Πως πάντα φταίει ο άλλος.
Η κουκουβάγια κοίταξε γύρω της τα ζώα της σύναξης.


— Και ύστερα, συνέχισε, απορούμε γιατί ο υπάρχει ο πόλεμος.
Πώς νομίζετε πως γεννιούνται οι πόλεμοι;
Πού ακριβώς γεννιούνται;
Νομίζετε πως αρχίζουν ξαφνικά με βροντές και κανόνια;
Όχι.
Αρχίζουν πολύ νωρίτερα.
Αρχίζουν τη στιγμή που ένα μικρό πλάσμα μαθαίνει πως το Εγώ του είναι μεγαλύτερο από τον κόσμο.
Αρχίζουν όταν κανείς δεν μαθαίνει να κάνει πίσω.
Όταν κανείς δεν μαθαίνει να ακούει.
Όταν κανείς δεν μαθαίνει να λέει:
«Ίσως να μην έχω μόνο εγώ δίκιο.»
Τότε οι μικρές συγκρούσεις γίνονται μεγάλες.
Οι μεγάλες γίνονται μίσος.
Και το μίσος  φορά στολή και παίρνει όπλο.
Η κουκουβάγια σώπασε.
— Αν θέλουμε έναν κόσμο χωρίς πόλεμο, είπε τελικά,
δεν πρέπει να αρχίσουμε από τα πεδία των μαχών.
Θα αρχίσουμε από τα σχολεία.
Θα αρχίσουμε από τα σπίτια.
Γιατί εκεί γεννιέται και μεγαλώνει το Εγώ του Πολέμου.
Ύστερα σιωπή.
Άλλος δεν μίλησε.
Δεν ήταν ώρα για λόγια.
Ήταν ώρα για πράξεις.
Εκείνες τις πράξεις που θα φέρουν εκείνο το Εγώ σε ένα Εμείς δίχως να χάσει μήτε το Έψιλον μήτε το Γάμα μα μήτε και το Ωμέγα του.

 

 

Γίνε ο ρεπόρτερ του CRETALIVE

Στείλε την είδηση