ΑΠΟΨΕΙΣ

Που πας Καπετάνιε ωραίος σαν μύθος;

Κάποιοι άνθρωποι δεν πεθαίνουν, γίνονται σκοπιά και στοχασμός σε καιρούς παρακμιακούς πάνω στη μοίρα της ιστορικής μνήμης. Ο Καπετάν Μιχάλης Κόρακας δεν είναι μόνο παρελθόν· είναι ένας καθρέφτης.

Καπετάν Μιχαήλ Κόρακας

Του ΚΩΣΤΗ Ε. ΜΑΥΡΙΚΑΚΗ (*)

Στον απλωμένο κάμπο της Μεσαράς, εκεί που το πράσινο σκεπάζει τις παλιές πληγές και η γη δείχνει να λησμονεί, υπάρχουν μνήμες που δε σβήνουν. Είναι βαριές σαν βράχοι, ζωντανές σαν άνεμος, και έχουν όνομα: Καπετάν Μιχάλης Κόρακας.

Ο θρυλικός πρωτοκαπετάνιος δεν ήταν άνθρωπος μονάχα· ήταν τρόπος να στέκεσαι απέναντι στον κόσμο. Από παιδί πήρε τα βουνά, όχι για να κρυφτεί, μα για να γίνει ένα με αυτά. Κορυφή αδάμαστη, χαράκι ριζιμιό, γκρεμός, αετός. Και όταν ήρθε η ώρα, δεν ρώτησε αν η Κρήτη μπορούσε να νικήσει. Ρώτησε μόνο αν μπορούσε να σταθεί όρθια.

Τον φαντάζομαι στην εποχή του κάτι σαν τους Ακρίτες των παλιών βυζαντινών συνόρων, να σπιρουνίζει το άτι του και να χάνεται σαν αστραπή. Έζησε 85 χρόνια, τα περισσότερα ζωσμένος στ΄ άρματα και στη φωτιά του πολέμου για τη λευτεριά της πατρίδας του.  Κι αν οι Ακρίτες ήταν υπεράνθρωποι που πατούσαν στη γη κι έπιαναν τον ουρανό, ο Καπετάν Μιχάλης Κόρακας από τη Μεσαρά ήταν ο γήινος άνθρωπος που πέρασε σα θρύλος στο πάνθεο των ηρώων της Κρήτης με κατορθώματα επικών διαστάσεων.

Σήμερα ο αδριάντας του, (έργο του διακεκριμένου γλύπτη Ευάγγελου Μουστάκα που έφυγε μόλις πρόσφατα για το μεγάλο άγνωστο), πλαντά κάτω από τα κρημνοπρεπή μπεντένια του προμαχώνα και της πύλης του Παντοκράτορα, της γνωστής Χανιώπορτας του Μεγάλου Κάστρου. Μια στάση αστικού λεωφορείου εκ δεξιών του και οι υψηλόφρακτες σιδεριές του σταδίου Ελευθερίας στα νώτα του, επιχειρούν (…ω τι ανεκλάλητο όνειδος!) να φυλακίσουν ένα σύμβολο των κρητικών αγώνων και της Ιστορίας τους. Ο αδριάντας, του αμίλητου μυστακοφόρου πρωτοκαπετάνιου με το μαρμαρωμένο διερευνητικό βλέμμα, το σπαστό φέσι, το μεϊτανογέλεκο, το σαλβάρι με τις πιστόλες και το μαχαίρι θηκαρωμένα στη ζώνη της πτυχωτής κρητικής βράκας με τα σκληρόπετσα στιβάνια, ίσως να αναρωτιέται για τα σημεία των καιρών και των σημερινών…

Εδώ, ο αδάμαστος πολέμαρχος της Κρήτης φαίνεται να έχει φυλακιστεί μέσα στην ίδια την τιμή που του αποδόθηκε. Τα μπεντένια, σύμβολα άλλοτε άμυνας και αντίστασης, τώρα -τι ειρωνεία- είναι ο περιορισμός των οριζόντων του· η στάση του λεωφορείου, καθημερινή και πεζή, σταλικωμένη δίπλα του αδιάφορη· οι σιδεριές στα νώτα του μοιάζουν να τον φυλακίζουν πισόπλατα με αναίδεια.

Η πικρή ειρωνεία και οι αντιφάσεις είναι παρούσες χωρίς προσχήματα. Η ιστορία που κάποτε ήταν ζωντανή, αιματηρή και ασυμβίβαστη, γίνεται διακοσμητικό στοιχείο της παρακμιακής πόλης. Ο ήρωας γίνεται άψυχος αδριάντας και ο αδριάντας αδύναμος να υπερβεί την κοκογουστιά και την ασχήμια.

Στη φωτιά της Ελληνικής Επανάστασης του 1821, η Κρήτη δεν είχε στόλους ούτε τακτικούς στρατούς και συμμάχους. Είχε μονάχα άντρες σαν τον Κόρακα. Με λίγο μπαρούτι και πολύ πείσμα, με λιανοπίστολα και μαχαίρια που γυάλιζαν στο φως της ανάγκης, κι έναν ουρανό που έμοιαζε να σκύβει χαμηλά για να δει και να αφουγκραστεί την ανάγκη του νησιού.

Ο Κόρακας δεν έμεινε δεμένος στη στεριά. Όταν τα βουνά τον πλαντούσαν, κατέβηκε στη θάλασσα και την έκανε και αυτή δική του. Ένας στεριανός που όριζε τα κύματα, παράδοξο και θαύμα μαζί. Το μπαϊράκι του ανέμιζε ελεύθερο, και το πέλαγο μάθαινε πως η λευτεριά δεν κατοικεί σε τόπους, αλλά σε ψυχές. Κούρσευε όχι για πλούτη, αλλά για την ανάσα των ομαίματων συμπατριωτών του· για να μείνει ζωντανή η σπίθα σ’ ένα νησί που το πνίγε η σκλαβιά.

Τρία καΐκια αρμάτωσε για χιμήξει από τα βουνά στη θάλασσα. Πολεμιστής στις μαδάρες χτες, στα κύματα σήμερα. Κουρσάρος που τον έτρεμε η Τουρκιά και οι Αιγύπτιοι που δεν ξεμυτίζανε πια στο πέλαγος. Βούλιαζε και τ' αυστριακά πλεούμενα που βοηθούσαν τους Τούρκους, κυνηγούσε και τους Αλγερίνους που ζούσαν από το πλιάτσικο στην Άσπρη Θάλασσα. Ένας στεριανός όριζε τα κύματα, το μπαϊράκι του Καπετάν Κόρακα ανέμιζε λεύτερο και ο αγώνας έπαιρνε πάλι τα πάνω του. Λυσσάξανε και οι Άγγλοι, ράτσα πονηρή, και στείλανε δίκροτο να βουλιάξει τα κρητικά καράβια. Ο Κόρακας θυμήθηκε πάλι τη στεριά, τις απάτητες βουνοκορφές και ρίχνει στην ξέρα τα τρία καράβια του. Βγαίνουν οι Άγγλοι να τον πολεμήσουν εκεί, αλλά αφήνουν πίσω τους εβδομήντα κουφάρια. Ο Καπετάνιος δρασκελάει τη Μεσαρά, κάνει τις σπίθες πυρκαγιές και ξεκληρίζει αράδες τους Τούρκους. Καβάλα στ' άλογο βρίσκεται σαν φαντομάς παντού. Πολέμησε ως πέρα στο Λασίθι, όρθωσε βράχο το λόγο και τα στήθη του στους μιαρούς, όταν αρχίσανε οι αλαφρόμυαλοι να μιλούνε για αυτονομία. Η Ένωση ήταν ο μόνος σκοπός του, ο σωστός, ο δίκαιος. Πήγε στο Μοριά και πολέμησε, γύρισε στην Κρήτη και δεν έλειψε από μάχη. Οι Τούρκοι κάψανε το πατρικό του και αυτός γελούσε. Καίει εβδομήντα τουρκοχώρια να τους εκδικηθεί, χωρίς να λογιάζει πως μπορεί να νικηθεί. Κι όμως νικήθηκε! Ο Κόρακας πήγε στη στεριανή Ελλάδα, μα ξαναγύρισε για να πεθάνει στην πάτρια γη.

Ήταν εκείνος που δεν έσκυβε όταν οι μεγάλες δυνάμεις αποφάσιζαν για την τύχη των λαών σαν να ‘ταν πιόνια. Δεν καταλάβαινε από διπλωματίες· μονάχα από χώμα και αίμα. Μονάχα από εκείνη τη σκληρή δικαιοσύνη του κατακτημένου που ξυπνά όταν του αρνούνται το δικαίωμα να υπάρχει.

Ο Καπετάν Κόρακας δεν γνώρισε την ήττα που λυγίζει τον άνθρωπο, μα εκείνη που τον σμιλεύει. Γιατί δεν πολεμούσε για να νικήσει μόνο· πολεμούσε για να μην παραδοθεί ποτέ.

Λένε πως ο τόπος τον κράτησε μέσα του, πως η Κρήτη τον πήρε πίσω όπως παίρνει η μάνα το παιδί της. Και ίσως, τις νύχτες που ο άνεμος κατεβαίνει από τον Ψηλορείτη και περνά πάνω από τη Μεσαρά, κάτι κινείται σαν δρασκελιές παλιού πρωτοκαπετάνιου, σαν ανάσα που δεν έσβησε ποτέ.

Ίσως και να σηκώνεται ακόμη. Ίσως και να φυλάει. Γιατί κάποιοι άνθρωποι δεν πεθαίνουν, γίνονται σκοπιά και στοχασμός σε καιρούς παρακμιακούς πάνω στη μοίρα της ιστορικής μνήμης. Ο Κόρακας δεν είναι μόνο παρελθόν· είναι ένας καθρέφτης. Και το ερώτημα που αφήνει αιωρούμενο είναι αν εμείς, οι σημερινοί, στεκόμαστε άξιοι να αντικρίζουμε καθημερινά κατάματα χωρίς ενοχές το μαρμαρωμένο βλέμμα του εκεί στη Χανιώπορτα του Μεγάλου Κάστρου που πλαντά.

Διαβάστε σχετικά:

Φαρμακωμένος ο καιρός παραμονεύει

(*) Ο κ. Κωστής Ε. Μαυρικάκης είναι Πολιτικός Μηχανικός ΕΜΠ. Ο τίτλος της επιφυλλίδας είναι (παραλλαγμένος) από το τραγούδι «Ωδή στον Γεώργιο Καραϊσκάκη» του Διονύση Σαββόπουλου.

Γίνε ο ρεπόρτερ του CRETALIVE

Στείλε την είδηση