Ράσα του ζώντος Θεού και της δρώσης Εκκλησίας

Κωστής Μαυρικάκης
Κωστής Μαυρικάκης
Ράσα του ζώντος Θεού και της δρώσης Εκκλησίας

Ένας Δεσπότης σπεύδει να μνημονεύσει χορταριασμένους και ανώνυμους τάφους σ’ ένα ξεχασμένο θαλασσινό κοιμητήριο του Αιγαίου, σ’ ένα νησάκι σύμβολο και κηρυγμένο μνημείο. Η είδηση πέρασε στα ψιλά...

 

Του ΚΩΣΤΗ Ε. ΜΑΥΡΙΚΑΚΗ

 

Οι πελαγίσιοι αέρηδες στα μπουγάζια του ελληνικού αρχιπελάγους δε σταματάνε σχεδόν ποτέ. Το ίδιο συμβαίνει συνήθως και στο στενό πέρασμα - μόλις λιγότερο από οκτώ ναυτικά μίλια πλάτους - ανάμεσα στη Σύρο και τη Γυάρο κατά τη ρότα του μαΐστρου. Αυτό το στενό διέπλευσε πριν λίγες μέρες, προχωρώντας σε μια κίνηση υπέρτατου συμβολισμού, ενότητας και σπονδής στη μνημοσύνη, ο Σεβασμιότατος Επίσκοπος Σύρου. Ο κ. Δωρόθεος επισκέφτηκε τη Γυάρο αποτίοντας φόρο τιμής σε ανώνυμους τάφους του κοιμητηρίου των πολιτικών εξόριστων στα μέσα του περασμένου αιώνα. Τότε που τα μισά παιδιά της Ελλάδας, έτρωγαν τα άλλα μισά. Εκεί που «αναπαύονται συνάνθρωποί μας, που στερήθηκαν το δικαίωμα της ελευθερίας του λόγου και απομονώθηκαν από τους οικογένειές τους και την κοινωνία» δήλωσε ο Σεβασμιότατος. Εκεί που «κάθε ίσκιος έχει το σχήμα του θυμήσου/ κι ο ήχος απ’ το άφαντο χέρι της μητέρας παίρνει το σχήμα κάθε φωνής που δε σου αντιστέκεται»  όπως έγραψε στα «Ημερολόγια Εξορίας» του, στην ίδια αιγαιοπελαγίτικη μοναξιά που ήταν κι εκείνος κρατούμενος, ο ποιητής της Ρωμιοσύνης Γιάννης Ρίτσος. Στο αφιλόξενο και βραχώδη αυτό ιστορικό νησάκι όπου μαζί με άλλα ακατοίκητα ξερονήσια του Αιγαίου, γράφτηκαν οι πιο μελανές σελίδες της νεότερης Ιστορίας της χώρας μας.

Ένας Δεσπότης σπεύδει να μνημονεύσει χορταριασμένους και ανώνυμους τάφους σ’ ένα ξεχασμένο θαλασσινό κοιμητήριο του Αιγαίου, σ’ ένα νησάκι σύμβολο και κηρυγμένο μνημείο. Η είδηση πέρασε στα ψιλά. Βλέπετε δεν ήταν γαργαλιστική ούτε για τον αμφιβληστροειδή, ούτε για την ακοή.  «Δεν πούλαγε», όπως λέγεται στη γλώσσα του συρμού και του θεάματος. Διαβάζουμε στην είδηση ότι ύστερα «από πεζοπορία μιας ώρας, υπό τον καυτό ήλιο, έφθασε από το μικρό προβλήτα στο κοιμητήριο του νησιού, για να τελέσει τρισάγιο στους χορταριασμένους τάφους, τους οποίους  έρανε με άνθη και ανέγνωσε όσα ονόματα κεκοιμημένων διακρίνονταν ακόμη πάνω στους σιδερένιους σταυρούς». Η καταγραφή και η δημοσιοποίηση αυτής της ενέργειας του Δεσπότη των Κυκλάδων είναι από μόνης της συγκλονιστική. Αλλά δεν είναι μόνον συγκλονιστική. Είναι και αντιστασιακή. Αντιστασιακή στην νοσηρή τρέχουσα κοινωνική πραγματικότητα και στην  καθεστηκυία τάξη της ελλαδικής Εκκλησίας, που όπως έχει μετεξελιχτεί σήμερα, αν δεν έχει «βατικανοποιήσει», τουλάχιστον έχει θρησκειοποιήσει το εκκλησιαστικό γεγονός, το βασιζόμενο στην ορθόδοξη Πατερική μας παράδοση.

Εκείνο το μαγιάτικο πρωινό, ο Αίολος κράτησε σφιχτά δεμένους τους αέρηδες στα ασκιά του. Στο μπουγάζι αναμεσίς στα δυο αιγαιοπελαγίτικα νησιά, ατάραχο από τους αέρηδες μπορούσες να χαράξεις στην κυριολεξία τη μνήμη πάνω στη μπονάτσα και τα μπλάβα νερά. Ήταν η μέρα που ο «μνησιπήμων πόνος» της νεότερης Ελλάδας, κατά πως λέει ο ποιητής, θυμιάστηκε και εράνην με άνθη. Διαβάστηκε με λόγια εκκλησιαστικά.

Όλα τα πράγματα και οι αξίες που έχει ξεχάσει μια κοινωνία, κραυγάζουν για βοήθεια στα όνειρά της. Και οι ανώνυμοι χορταριασμένοι τάφοι της Γυάρου και των άλλων ξερονησιών, καλούσαν το Δεσπότη να εκπληρώσει ένα υπέρτατο χρέος. Εκείνο που η ελληνική κοινωνία έχει ξεχάσει. Έχει απεκδυθεί επιδεικτικά. Όμως η μνήμη δεν πνίγεται από καμιά ενοχή, όσο η συνείδηση επιστρέφει σ’ αυτή. Και η επιστροφή καθίσταται πολύ πιο εύκολη στη μεταφυσική της αυθεντικής Ορθοδοξίας, παρά στη φυσική της πολιτικής. Είπε ο Σεβασμιότατος ότι «πριν 18 χρόνια, είχε ζητήσει από το Υπουργείο Πολιτισμού την άδεια να επισκευάσει το Κοιμητήριο, να περισυλλέξει τα οστά των ενταφιασθέντων και να εγείρει κενοτάφιο με μαρμάρινο σταυρό, αλλά δεν του εδόθη, με την αιτιολογία ότι αποτελούσε στοιχείο εθνικής κληρονομιάς και το έργο αυτό είχε ενταχθεί σε γενικότερο σχεδιασμό συντήρησης όλων των οικοδομημάτων της Γυάρου. Σήμερα, 18 χρόνια μετά, δεν έχει γίνει, δυστυχώς, τίποτα!». Η συγκλονιστική αυτή αποκάλυψη του Δεσπότη της Σύρου, εκθέτει ανεπανόρθωτα την Ελληνική Πολιτεία και δη το ελληνικό Υπουργείο Πολιτισμού. Και προφανώς γι΄ αυτή την παράλειψη, δεν χρειάζεται ιδιαίτερη τεκμηρίωση…

Σε πείσμα της ανθρώπινης λήθης, οι θαλασσινοί άνεμοι, εδώ δεν ξέχασαν ποτέ τους ανώνυμους απόντες στα άγνωστα μνήματα. Παρόλο που ο χορταριασμένος τάφος με το σπασμένο και σκουριασμένο σταυρό του, μπορεί να είναι το ανάκρουσμα της λήθης.

Εκείνη τη μαγιάτικη μέρα, πάνω από το πελαγίσιο κοιμητήριο με τους ανώνυμους νεκρούς, ανθρώπινοι ίσκιοι σκέπαζαν τη λήθη για να ανασύρουν τη μνήμη. Οσμή λιβανιού πλανιόταν για ώρες πάνω απ’ τα κύματα κι από σπασμένους σταυρούς. Ανάμεσα από την ηχώ του χρόνου, ο Δεσπότης ανακαλεί τη μνήμη από τη μαύρη ηχηρή και πικρή δεξαμενή της απουσίας.

Μου αρέσει εκείνη η πελαγίσια μοναξιά, που μόνο γλάροι κι άλλα θαλασσοπούλια ταράσσουν δίπλα σ’ ένα πελαγίσιο κοιμητήριο. Κι ο βρούχος των κυμάτων. Που η θάλασσα λικνίζεται ήρεμα ή μανιασμένα κάποτε κάποτε, σαν φύλακας πιστός κάτω από τους ανώνυμους τάφους του ξερονησιού, στους ρυθμούς της αιωνιότητας. Είναι καλά κρυμμένοι πια οι πεθαμένοι μέσα στα φτενοχώματα της Γυάρου. Το μυστικό τους το στεγνώνει και το ξαναθερμαίνει ο μεσημεριανός καυτός ήλιος του Αιγαίου. Και το ραντίζουν οι θαλασσινές ψεκάδες από τις τραμουντάνες των χειμώνων.  Το ανασταίνει ένας Γενναίος Ρωμιός Δεσπότης βγαλμένος από το φέγγος λες μιας νοσταλγικής Παπαδιαμαντικής αφήγησης. Δεν τον γνωρίζω το Γέροντα της Σύρου. Όμως με τούτη τη σημαδιακή πράξη Του,  δείχνει «λόγω και έργω» την εύκλεια της Ποιμαντορίας Του.  Εκείνης που μας επιστρέφει στα αυθεντικά μηνύματα της Ορθοδοξίας και της Ρωμαίικης Παράδοσης.

Έχω την ακλόνητη πεποίθηση, ότι ο Δεσπότης Σύρου, δεν αντιλαμβάνεται ως προτεραιότητα αποστολής του, το μανιώδη πληθωρισμό του από άμβωνος κηρύγματος και της φλυαρίας. Τη δογματική πειθαρχία στους εκκλησιαστικούς τύπους της ελλαδικής Εκκλησίας. Πιστεύω ότι απεχθάνεται τον καταιγισμό μιας στείρας ωφελιμολογίας μέσα από υπεροπτικά κηρύγματα. Αμφισβητεί την ιδεολογική πειθαρχία και τις κλισέ ντιρεχτίβες της Ιεραρχίας που διολισθαίνει στη θρησκειοποίηση και αλλοτρίωση του αυθεντικού ορθόδοξου εκκλησιαστικού γεγονότος.

Ο Δεσπότης της Ερμούπολης ανήκει στην φωτεινή εξαίρεση που δείχνει το δύσκολο δρόμο επιστροφής του Ελληνικού ράσου. Είναι ονόματι Δωρό-θεος με το απολεσθέν σήμερα χάρισμα της Πατρότητας του Κλήρου, εκείνης που κέλευσε ο Ναζωραίος.

Γίνε ο ρεπόρτερ του CRETALIVE

ΣΤΕΙΛΕ ΤΗΝ ΕΙΔΗΣΗ