Ο Δήμος Ηρακλείου και το φάντασμα του Νομπελίστα ποιητή

Στο Ηράκλειο, φαίνεται πως την τελευταία λέξη για τη μνήμη την έχει η λήθη. Και η λήθη, όταν αποκτά θεσμική θωράκιση και διάρκεια, δεν είναι αμέλεια. Είναι ταυτότητα πολιτισμικής επιλογής.

Του ΚΩΣΤΗ Ε. ΜΑΥΡΙΚΑΚΗ

«Αν το λίκνο αιωρείται πάνω από την άβυσσο», τότε όπως γράφει ο Μπρόντσκι στο Χρονικό μιας μετονομασμένης πόλης, θα λέγαμε παραλλάζοντάς το ελαφρώς, όταν σκέφτεσαι το σημερινό Ηράκλειο το πάλαι ποτέ Μεγάλο Κάστρο, «δεν μπορείς να ξεχωρίσεις το δήθεν από το πραγματικό». Και στην πρώτη και στη δεύτερη περίπτωση μιλά ο αυτοεξόριστος, όμως η χειρότερη μορφή εξορίας είναι εκείνη που έναν αιώνα νωρίτερα όρισε ο Γκόγκολ: «Εξορία σημαίνει να είσαι ξένος στον ίδιο τον τόπο που σε γέννησε». Το παλιό αρχοντικό στη γωνία των οδών Αριάδνης και Πασιφάης στη συνοικία των Εφτά Μπαλτάδων στην καρδιά της σημερινής και πάλαι ποτέ ένδοξης πολιτείας, δεν υπάρχει πια, όπως δεν υπάρχει και το σπίτι του Καζαντζάκη και τόσα άλλα που γκρεμίστηκαν μαζί με τη μνημοσύνη.

Υπάρχουν πόλεις που γεννούν ανθρώπους μεγαλύτερους από τις ίδιες. Και υπάρχουν πόλεις που αδυνατούν να αναγνωρίσουν το μέγεθος εκείνων που γέννησαν. Το σημερινό Ηράκλειο ανήκει, ατυχώς, στη δεύτερη κατηγορία.

Εκατό δεκαπέντε χρόνια μετά τη γέννηση του Οδυσσέα Ελύτη στην κρητική γη, η πόλη εξακολουθεί να περιφέρεται μέσα στην ιστορία της σαν να μην αντιλήφθηκε ποτέ ποιο βρέφος κράτησε κάποτε στην αγκαλιά της. Ο Νομπελίστας ποιητής της Ελλάδας, ο άνθρωπος που ύψωσε την ελληνική γλώσσα μέχρι το Νόμπελ και το Αιγαίο μέχρι την οικουμενικότητα, παραμένει για τη γενέτειρά του ένας σχεδόν αόρατος, άγνωστος συμπολίτης.

Δεν υπάρχει μια μεγάλη λεωφόρος που να θυμίζει το όνομά του. Δεν υπάρχει μια κεντρική πλατεία που να ανασαίνει με το φως του και να υποχρεώνει τους περαστικούς να αναρωτηθούν ποιος ήταν. Δεν υπάρχει ένας ανδριάντας, μια προτομή, ένα γλυπτό -όπως εσχάτως του Κ. Π. Καβάφη στην Αθήνα-, που να υπενθυμίζει στους περαστικούς ότι από αυτή την πόλη ξεκίνησε κάποτε ένας ποιητής που έκανε τον ήλιο φιλοσοφία και τη γλώσσα μας μεταφυσική.

Είναι όμως παρήγορο γιατί το Ηράκλειο κοιμάται ήσυχο. Ο Οδυσσέας Ελύτης δεν ενοχλεί τη δημοτική του καθημερινότητα. Η λήθη είναι, άλλωστε, η πιο οικονομική μορφή διαχείρισης της Ιστορίας και κυρίως των δημόσιων υποθέσεων. Δεν απαιτεί ούτε προϋπολογισμούς, ούτε αισθητική, ούτε παιδεία. Απαιτεί μόνο διάρκεια. Και αυτήν οι δημοτικές αρχές την υπηρέτησαν με αξιοθαύμαστη συνέπεια.

Και όμως, περισσεύουν οι τιμές για την εφήμερη επικαιρότητα. Περισσεύουν οι τελετές, οι κορδέλες, οι πανηγυρικοί λόγοι, οι φωτογραφίες της στιγμής, οι εβδομαδιαίες ανασκοπήσεις. Σαν να εκπορεύεται η δημόσια μνήμη από ανθρώπους που θεωρούν ότι ο πολιτισμός είναι απλά μια γραφή πάνω στο νερό, ένα στιγμιαίο αναλώσιμο στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και όχι συνείδηση.

Οι δρόμοι μιας πόλης είναι η αυτοβιογραφία της. Οι πλατείες της είναι οι εξομολογήσεις της. Τα μνημεία της είναι οι αξίες που επέλεξε να μην προδώσει. Και όταν από αυτή την αυτοβιογραφία απουσιάζει ο Ελύτης, δεν λείπει ο ποιητής. Λείπει το πνευματικό ανάστημα εκείνων που κρατούν το πηδάλιο της συλλογικής μνήμης.

Δεν είναι ο Ελύτης που έμεινε χωρίς πόλη. Είναι η πόλη που έμεινε χωρίς Ελύτη.

Η Ιστορία όμως έχει μια παράξενη ειρωνεία. Δεν θυμάται διόλου εκείνους που παρέλειψαν να αποδώσουν μια τιμή. Θυμάται, την παράλειψή τους. Και αυτή η παράλειψη γίνεται κάποτε πιο ηχηρή από κάθε μνημείο που δεν κατασκευάστηκε.

Αναρωτιέται κανείς αν οι δημοτικοί άρχοντες όλων αυτών των δεκαετιών στάθηκαν έστω μία φορά μπροστά σε αυτό το απλό ερώτημα: Πώς είναι δυνατόν η γενέτειρα του Οδυσσέα Ελύτη να μη διαθέτει έναν δημόσιο χώρο αντάξιο του ονόματός του; Ή μήπως λοιπόν το ερώτημα αυτό δεν γεννήθηκε ποτέ;

Η πνευματική ένδεια δεν εκδηλώνεται πάντοτε με θορυβώδη άγνοια. Συχνότερα εκδηλώνεται ως αυτάρεσκη αδιαφορία. Ως η βεβαιότητα ότι δεν λείπει τίποτε, ενώ λείπουν τα μέγιστα.

Ο Ελύτης έγραψε πως «η ποίηση αρχίζει εκεί όπου την τελευταία λέξη δεν την έχει ο θάνατος». Στο Ηράκλειο, φαίνεται πως την τελευταία λέξη για τη μνήμη την έχει η λήθη. Και η λήθη, όταν αποκτά θεσμική θωράκιση και διάρκεια, δεν είναι αμέλεια. Είναι ταυτότητα πολιτισμικής επιλογής.

Και τότε οι πόλεις αρχίζουν να μοιάζουν με τα κτίριά τους. Μεγεθύνονται σε όγκο και μικραίνουν σε ύψος. Διαθέτουν προϋπολογισμούς αλλά όχι προσανατολισμό. Έργα αλλά όχι σύμβολα. Διαχείριση αλλά όχι παιδεία.

Ο Ελύτης δεν ζητά τίποτε. Οι νεκροί ποιητές δεν διεκδικούν λεωφόρους ούτε ανδριάντες. Διεκδικούν μόνο τη συνείδηση των ζωντανών, ένα τόπο στη μνήμη.

Εκεί βρίσκεται και η μεγάλη αποτυχία των κατά καιρούς ταγών του Ηρακλείου. Όχι ότι λησμόνησαν έναν ποιητή. Αλλά ότι δεν αντιλήφθηκαν πως, λησμονώντας εκείνον, αποκάλυψαν ιδίους.

Οι κοινωνίες σίγουρα δεν κρίνονται από τα αγάλματα που στήνουν. Κρίνονται όμως από εκείνα που δεν τόλμησαν ποτέ να στήσουν.

Image
φιγουρες λοτζια

Κάποτε, στην Έφεσο, ένας ασήμαντος άνθρωπος έβαλε φωτιά στον περίλαμπρο ναό της Αρτέμιδος. Δεν τον κινούσε το μίσος ούτε ο φανατισμός. Τον κινούσε η ασημαντότητά του. Ήθελε να καταγραφεί στην Ιστορία. Και πράγματι καταγράφηκε. Όχι ως δημιουργός, αλλά ως εμπρηστής της μνήμης. Σήμερα κανένας δεν θυμάται εκείνον που κατασκεύασε το ναό, αλλά όλοι γνωρίζουν τον πυρπολητή του. Το όνομά του ήταν Ηρόστρατος.

Από τότε ο «Ηροστρατισμός» έγινε σύμβολο μιας διαχρονικής ανθρώπινης παθολογίας. Εκείνης της επιδίωξης προσωπικής προβολής μέσα από την απαξίωση όσων είναι ασύγκριτα μεγαλύτερα από εμάς.

Αναρωτιέται κανείς αν υπάρχει σήμερα και μια σύγχρονη, πιο εκλεπτυσμένη μορφή Ηροστρατισμού. Όχι με πυρσούς και φλόγες, αλλά με τη σιωπή. Όχι με εμπρησμό λίθων, αλλά με την πυρπόληση της μνήμης. Όχι με την καταστροφή ενός ναού, αλλά με την άρνηση να αναγνωρισθεί το πνευματικό μεγαλείο εκείνων που δόξασαν έναν τόπο. Διότι και η λήθη μπορεί να γίνει απείρως χειρότερη από μια πυρκαγιά.

Και τότε γεννάται ένα αναπόφευκτο ερώτημα: Μήπως το κατά καιρούς αρχοντολόι του Ηρακλείου, εγκλωβισμένο στη βραχύβια λάμψη της επικαιρότητας, αφήνει να «καίγεται» συμβολικά το σημαντικότερο πνευματικό τέκνο της πόλης του; Μήπως η αδυναμία τους να αποδώσουν στον Οδυσσέα Ελύτη την ελάχιστη οφειλόμενη δημόσια τιμή δεν αποτελεί απλώς παράλειψη, αλλά μια πράξη συλλογικής αυτοακύρωσης;

Ο Ηρόστρατος πίστεψε ότι η φωτιά θα του χάριζε αθανασία. Οι δημοτικές θητείες, αντίθετα, είναι από τη φύση τους εφήμερες. Εκείνο που μένει δεν είναι οι φωτογραφίες των εγκαινίων, ούτε οι κορδέλες των έργων, ούτε οι εβδομαδιαίες ανασκοπήσεις. Είναι οι αποφάσεις που αποκάλυψαν αν μια πόλη διέθετε ιστορική συνείδηση ή μόνο διοικητική διαχείριση.

Η Ιστορία κρίνει πάντοτε ότι οι πραγματικοί ηγέτες δεν χρειάζονται να μικρύνουν τους μεγάλους για να φανούν οι ίδιοι μεγαλύτεροι. Τους αναδεικνύουν. Και μέσα από εκείνους αναδεικνύονται και οι ίδιοι.

Ο Ηρόστρατος χρειάστηκε μια νύχτα για να κάψει έναν περίλαμπρο ναό. Η πνευματική αδιαφορία χρειάζεται μόνο το χρόνο. Και συχνά αποδεικνύεται αποτελεσματικότερη από τις φλόγες, γιατί δεν καταστρέφει τα μάρμαρα· διαβρώνει τη μνήμη.

Κάποιες πόλεις θεωρούν τιμή να γεννήσουν έναν Νομπελίστα. Το Ηράκλειο φαίνεται να αντιμετωπίζει το γεγονός περισσότερο ως μια αμήχανη υποσημείωση, που οι διαδοχικές δημοτικές διοικήσεις φρόντισαν να κρατήσουν διακριτικά εκτός οπτικού πεδίου. Πρόκειται ίσως για μια μορφή διοικητικής σεμνότητας: Όταν δεν μπορείς να φτάσεις το ύψος ενός ανθρώπου, χαμηλώνεις τον ορίζοντα.

Η πόλη έχει αποδείξει ότι διαθέτει αξιοσημείωτη συνέχεια. Δήμαρχοι αλλάζουν. Αντιδήμαρχοι αλλάζουν. Παρατάξεις αλλάζουν. Τα λογότυπα εκσυγχρονίζονται. Τα δελτία τύπου ανανεώνονται. Ένα μόνο παραμένει απαράλλακτο: Η επιμελής αποφυγή κάθε πράξης που θα υπενθύμιζε ότι εδώ γεννήθηκε ο Οδυσσέας Ελύτης. Τέτοια συνέπεια αξίζει πράγματι να καταγράφεται στα πρακτικά μιας παρακμής.

Ο Ηρόστρατος χρειάστηκε μία μόνο νύχτα για να πυρπολήσει το ναό της Αρτέμιδος στην Έφεσο. Οι σύγχρονοι διαχειριστές της μνημοσύνης ανακάλυψαν αποτελεσματικότερη μέθοδο. Δεν καίνε τίποτε. Απλά έχουν αλλεργία με τη μνήμη. Η λήθη δεν αφήνει στάχτες· αφήνει μόνο κενά. Και ίσως είναι η πιο επιτυχημένη μορφή εμπρησμού. Γιατί εκείνη δεν μυρίζει καπνό.

 

Κύρια Φωτογραφία επιφυλλίδας: «Καταπρόσωπό μου εχλεύασαν οι νέοι Αλεξανδρείς», Ο. Ελύτης, Άξιον Εστί, Η Μεγάλη Έξοδος. 

Δεύτερη φωτογραφία:  Γιάννης Γαΐτης (1923-1984) «Ανθρώπινες φιγούρες». Μια φανταστική εικαστική παρέμβαση στην αίθουσα του Δημοτικού Συμβουλίου Ηρακλείου.

Γίνε ο ρεπόρτερ του CRETALIVE

Στείλε την είδηση