ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Πόλεμος στη Μέση Ανατολή: Πόσο κοντά σε ένα οικονομικό σοκ είναι ο πλανήτης;

Η διάρκεια του πολέμου και ο αποκλεισμός στα στενά του Ορμούζ θα καθορίζουν το εύρος των επιπτώσεων - Τι λένε ειδικοί αναλυτές

stena_ormouz
Photo Credits: @ΑΠΕ ΜΠΕ

Η κλιμάκωση της σύγκρουσης στη Μέση Ανατολή έχει επαναφέρει τους φόβους για ένα νέο ισχυρό σοκ στην παγκόσμια οικονομία, με τους απανταχού αναλυτές να προσπαθούν να διαγνώσουν τις προεκτάσεις των όσων συμβαίνουν σε αυτήν την δύσκολη περιοχή του πλανήτη.

Οι περισσότεροι αναλυτές συμφωνούν ότι η μεγάλη μεταβλητή που καθορίσει το εύρος των επιπτώσεων είναι η διάρκεια της σύγκρουσης και του αποκλεισμού της ναυσιπλοΐας στο στενό του Ορμούζ. Οι πιο επιφυλακτικοί, μάλιστα, έχουν αρχίσει να κάνουν λόγο για πιέσεις σε ένα ήδη εύθραυστο οικονομικό περιβάλλον.

Από την άλλη, υπάρχουν και οι αναλυτές, όπως αυτοί του οίκου Fitch, που θεωρούν ότι η διακοπή της ναυσιπλοΐας στο Στενό του Ορμούζ, που αποτέλεσε βασικό παράγοντα ανόδου των τιμών του πετρελαίου μετά την έναρξη της σύγκρουσης με το Ιράν στις 28 Φεβρουαρίου, θα είναι προσωρινή και ότι ο κρίσιμος οικονομικός ρόλος του περάσματος καθιστά απίθανη μια παρατεταμένη διακοπή της λειτουργίας του.

Το βασικό ερώτημα που τίθεται είναι εάν οι επενδυτές εμφανίζουν επικίνδυνη αδιαφορία απέναντι στον κίνδυνο στασιμοπληθωρισμού που διαφαίνεται στον ορίζοντα.

Σε κάθε περίπτωση όμως, όπως διαπιστώνει και ο αρθρογράφος των Financial Times, John Plender, η αντίδραση των αγορών μέχρι στιγμής παραμένει αξιοσημείωτα συγκρατημένη. Παρά τις ανησυχίες για πιθανές διαταραχές στην παγκόσμια προσφορά ενέργειας, οι τιμές του πετρελαίου δεν έχουν εκτοξευθεί, ενώ και οι φόβοι για ανεξέλεγκτη άνοδο του πληθωρισμού δεν έχουν ακόμη οδηγήσει σε πανικό στις διεθνείς αγορές.

Ο κίνδυνος ενός σοκ

Ειδικότερα, ο αρθρογράφος των Financial Times, John Plender, εκτιμά ότι ο πόλεμος με το Ιράν δημιουργεί ένα νέο σοβαρό οικονομικό σοκ για την παγκόσμια οικονομία, σε μια περίοδο που αυτή έχει ήδη δεχθεί αλλεπάλληλα πλήγματα από την πανδημία, τους εμπορικούς πολέμους και τις γεωπολιτικές συγκρούσεις των τελευταίων ετών.

Ωστόσο, παρά τις ανησυχίες για πιθανές σοβαρές διαταραχές στην παγκόσμια προσφορά ενέργειας, η αντίδραση των αγορών πετρελαίου μέχρι στιγμής παραμένει συγκρατημένη. Ακόμη και μετά την αρχική άνοδο, η τιμή του πετρελαίου στα μέσα της εβδομάδας βρισκόταν περίπου στα δύο τρίτα του υψηλού των 128 δολαρίων ανά βαρέλι που είχε καταγραφεί το 2022. Ταυτόχρονα, ο φόβος για εκτίναξη του πληθωρισμού στις διεθνείς αγορές δεν έχει φτάσει σε επίπεδα πανικού.

Σε τι διαφέρει η σημερινή αναταραχή

Το βασικό ερώτημα που τίθεται είναι εάν οι επενδυτές εμφανίζουν επικίνδυνη αδιαφορία απέναντι στον κίνδυνο στασιμοπληθωρισμού που διαφαίνεται στον ορίζοντα.

Οι αβεβαιότητες είναι πολλές. Ωστόσο, σύμφωνα με τον John Plender, η απάντηση παραμένει θετική. Οι αγορές δείχνουν υπερβολική αυτοπεποίθηση. Και αυτό επειδή το νέο σοκ στην παγκόσμια οικονομία διαφέρει σε δύο κρίσιμα σημεία από αντίστοιχες κρίσεις που έχουν σημειωθεί μετά το 1945.

Η τάση αυτή γίνεται ακόμη πιο επικίνδυνη σε έναν κόσμο χαμηλής ανάπτυξης, όπου η γεωπολιτική αβεβαιότητα αυξάνεται και οι στρατιωτικές δαπάνες ενισχύονται.

Το πρώτο αφορά τα επίπεδα του δημόσιου χρέους, τα οποία βρίσκονται πλέον σε πρωτοφανή επίπεδα για περίοδο ειρήνης. Το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο εκτιμά ότι το παγκόσμιο κρατικό χρέος θα ξεπεράσει το εντυπωσιακό όριο του 100% του παγκόσμιου ΑΕΠ μέχρι το τέλος της δεκαετίας. Σε αυτό το περιβάλλον, η αντιμετώπιση του πληθωρισμού που προκαλείται από αυξημένα κόστη γίνεται ακόμη πιο δύσκολη, καθώς η άνοδος των επιτοκίων αυξάνει δραματικά το κόστος εξυπηρέτησης του χρέους για τις κυβερνήσεις.

Ο οικονομολόγος του Harvard University, Jeffrey Frankel, έχει αναδείξει πολλές φορές ότι η ομοσπονδιακή κυβέρνηση των Ηνωμένων Πολιτειών δαπανά πλέον περισσότερα χρήματα για τόκους από όσα δαπανά για την άμυνα ή για άλλες κρατικές δαπάνες εκτός άμυνας. Το κόστος αυτό εκτιμάται ότι θα φτάσει το 3,2% του ΑΕΠ το 2026. Πολλές άλλες ανεπτυγμένες οικονομίες βρίσκονται σε παρόμοια θέση ή κινούνται προς αυτήν.

Ένα δεύτερο ανησυχητικό στοιχείο της σημερινής κρίσης είναι η ενίσχυση της λεγόμενης «τάσης προς τα ελλείμματα», δηλαδή της πολιτικής πρακτικής κατά την οποία οι κυβερνήσεις τείνουν να αυξάνουν τις δαπάνες και να μειώνουν τη φορολογία, ανεξάρτητα από τη φάση του οικονομικού κύκλου.

Η τάση αυτή γίνεται ακόμη πιο επικίνδυνη σε έναν κόσμο χαμηλής ανάπτυξης, όπου η γεωπολιτική αβεβαιότητα αυξάνεται και οι στρατιωτικές δαπάνες ενισχύονται.

Ανάπτυξη με δανεικά

Σε πρόσφατη μελέτη που εξέτασε τα δημόσια οικονομικά 20 χωρών από το 1870 έως το 2022, οι οικονομολόγοι Johannes Marzian και Christoph Trebesch κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι μεγάλα γεωπολιτικά σοκ, είτε σε περίοδο πολέμου είτε ειρήνης, οδηγούν σχεδόν πάντα σε μακροχρόνια δημοσιονομική επέκταση. Παράλληλα, οι δημογραφικές εξελίξεις επιτείνουν τις πιέσεις, καθώς η γήρανση του πληθυσμού αυξάνει τις δαπάνες για συντάξεις και υγεία, ενώ το κόστος αυτό καλείται να καλυφθεί από ένα ολοένα μικρότερο εργατικό δυναμικό.

Την ίδια στιγμή, παρατηρείται και η σταδιακή υποχώρηση της δημοσιονομικής πειθαρχίας. Δύσκολες αλλά αναγκαίες οικονομικές αποφάσεις μπορούν πλέον να ληφθούν μόνο μέσα από ευρείες πολιτικές συναινέσεις. Διαφορετικά, τα κόμματα παγιδεύονται στο κλασικό πολιτικό δίλημμα που είχε περιγράψει ο πρώην πρόεδρος της European Commission, Jean-Claude Juncker… «Όλοι ξέρουμε τι πρέπει να κάνουμε. Απλώς δεν ξέρουμε πώς θα επανεκλεγούμε αφού το κάνουμε».

Ορατός ο κίνδυνος πληθωρισμού

Παρότι η διάρκεια του πολέμου με το Ιράν και οι επιπτώσεις του στην ενέργεια παραμένουν αβέβαιες, τα ιστορικά υψηλά επίπεδα δημόσιου χρέους και η αυξανόμενη δημοσιονομική χαλαρότητα αποτελούν πραγματικές απειλές. Και οι δύο παράγοντες ενισχύουν τον κίνδυνο νέου κύματος πληθωρισμού.

Ένας πιθανός μηχανισμός είναι η λεγόμενη «νομισματοποίηση του χρέους», κατά την οποία οι κεντρικές τράπεζες χρηματοδοτούν άμεσα τις κυβερνητικές δαπάνες δημιουργώντας νέο χρήμα. Ένας άλλος είναι η λεγόμενη «δημοσιονομική κυριαρχία», όπου οι κεντρικές τράπεζες δίνουν προτεραιότητα στη χρηματοδότηση του δημόσιου χρέους αντί στον έλεγχο του πληθωρισμού.

Σε αυτό το σενάριο, οι κεντρικές τράπεζες μπορεί να αποφεύγουν την αύξηση των επιτοκίων είτε επειδή φοβούνται ότι οι αγορές θα αμφισβητήσουν τη βιωσιμότητα του δημόσιου χρέους είτε επειδή οι κυβερνήσεις περιορίζουν την ανεξαρτησία τους.

Ένας ακόμη κίνδυνος είναι η «χρηματοπιστωτική καταστολή», μια πρακτική που εφαρμόστηκε μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο για τη μείωση του δημόσιου χρέους. Πρόκειται για πολιτικές που αναγκάζουν τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα και τους αποταμιευτές να δέχονται επιτόκια χαμηλότερα από αυτά της αγοράς στα κρατικά ομόλογα.

Ο ρόλος του πετρελαίου

Από την εξίσωση του πληθωρισμού δεν μπορεί να εξαιρεθούν οι τιμές του πετρελαίου. Με τα Στενά του Ορμούζ, από τα οποία συνήθως διέρχεται περίπου το ένα πέμπτο του παγκόσμιου εμπορίου πετρελαίου και υγροποιημένου φυσικού αερίου, να παραμένουν κλειστά, οι διεθνείς αγορές προσπαθούν να εκτιμήσουν τις πιθανές επιπτώσεις στις τιμές της ενέργειας.

Ωστόσο, τέτοιες προβλέψεις εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από το πόσο θα διαρκέσει η διακοπή της ναυσιπλοΐας και από το πόσο έντονα θα αντιδράσουν οι επενδυτές, γεγονός που μετατρέπει τις εκτιμήσεις σε μια ιδιαίτερα αβέβαιη άσκηση.

Στο χειρότερο σενάριο, εάν τα Στενά παραμείνουν κλειστά για μεγάλο χρονικό διάστημα, περίπου 20 εκατομμύρια βαρέλια πετρελαίου και πετρελαϊκών προϊόντων ημερησίως θα μπορούσαν να αφαιρεθούν από την παγκόσμια προσφορά. Μέρος αυτής της ποσότητας θα μπορούσε να διοχετευθεί μέσω αγωγών στην περιοχή, ενώ ορισμένη πρόσθετη παραγωγή ενδέχεται να προέλθει από άλλους παραγωγούς, όπως τα σχιστολιθικά αποθέματα των ΗΠΑ ή νέες αναδυόμενες πετρελαιοπαραγωγές περιοχές, όπως η Γουιάνα. Παρ’ όλα αυτά, μια καθαρή απώλεια ακόμη και 12 εκατομμυρίων βαρελιών ημερησίως θα ήταν μεγαλύτερη από τη μείωση της ζήτησης που καταγράφηκε κατά την περίοδο της πανδημίας.

Οι πιθανότητες του ακραίου σεναρίου

Ένα τόσο ακραίο σενάριο θεωρείται μάλλον απίθανο, τουλάχιστον προς ώρας και σύμφωνα με τους περισσότερους ξένους αναλυτές. Τα Στενά του Ορμούζ δύσκολα θα παραμείνουν κλειστά για μεγάλο χρονικό διάστημα, είτε λόγω αποκλιμάκωσης της σύγκρουσης είτε επειδή το αμερικανικό ναυτικό θα συνοδεύει, δηλαδή θα προστατεύει, τα δεξαμενόπλοια.

Επιπλέον, ο κόσμος έχει συσσωρεύσει μεγάλα στρατηγικά αποθέματα ενέργειας, περίπου 8 δισεκατομμύρια βαρέλια πετρελαίου και προϊόντων διύλισης, σύμφωνα με τη Goldman Sachs. Αν και, ακόμη και αυτά τα αποθέματα δεν μπορούν να αντισταθμίσουν πλήρως μια σημαντική διακοπή της προσφοράς.

Ακόμη και μια πιο περιορισμένη έλλειψη, της τάξης των 2 εκατομμυρίων βαρελιών ημερησίως, περίπου το 2% της παγκόσμιας κατανάλωσης, θα μπορούσε να οδηγήσει σε σημαντική άνοδο των τιμών, καθώς η ζήτηση πετρελαίου είναι σχετικά ανελαστική.

 

Πηγή:www.ot.gr

Γίνε ο ρεπόρτερ του CRETALIVE

Στείλε την είδηση