Δεν ήτανε γι’ αυτήν...

Θα μπορούσε να τη φώναζαν με όλα τα ονόματα όλων των δεκαεπτάχρονων κοριτσιών σε όλες τις γλώσσες του τότε κόσμου.

Κάπου μακριά, πέρα από τη μνήμη του χρόνου, δίπλα σε ένα κατασκότεινο δάσος ζούσε σαν από πάντα μια μικρή μα όχι ευτυχισμένη κοπέλα που κανείς δεν ήξερε πώς την έλεγαν.
Θα μπορούσε να τη φώναζαν με όλα τα ονόματα όλων των δεκαεπτάχρονων κοριτσιών σε όλες τις γλώσσες του τότε κόσμου. Δεν ξέρω αν έχει σημασία. Αυτό που έχει σημασία μοναχά είναι πως η μικρή μας δεκαεπτάχρονη δεν ήταν διόλου ευτυχισμένη.


Και πώς να είναι; Της είχαν μάθει από την πρώτη ανάσα πως την ευτυχία της θα έπρεπε να παλέψει να τη βρει. Πως ήταν κάπου εκεί έξω. Πως αν διάβαζε όλα τα βιβλία του κόσμου, αν μάθαινε απ’ έξω την ιστορία όλων των λαών, αν έπαιζε στα δάκτυλα την τριγωνομετρία, ήτανε άσσος στη λύση προβλημάτων, ανακάλυπτε τα μυστικά της φύσης, μάθαινε να παίζει όλα τα μουσικά όργανα και ξεπερνούσε κάθε άλλο κορίτσι της ηλικίας της ίσως και να έβρισκε την ευτυχία.
Ποια ευτυχία θα μου πείτε τώρα. Τι θεωρούσε ευτυχία; Μα τι άλλο; Την ευτυχία που της είχαν μάθει. Αυτή που θα έπρεπε να παλέψει να τη βρει. Γιατί της μάθανε πως είναι εκτός της. Την ευτυχία που μεταφράζεται σε ένα καλό σχολείο, σε μια ανώτατη σχολή που θα την έφερνε σε εκείνη την ελίτ ανθρώπων που από παιδάκι της έμαθαν να ζηλεύει. Την ελίτ του χρήματος. Την ελίτ των ελίτ. 


Τι να πιστέψει το κορίτσι μας; Μονάχα ετούτον τον κόσμο ήξερε. Μα κάπου στην πορεία της της έπεσε βαρύς. Μια μέρα σαν εξύπνησε και άνοιξε τα μάτια το αποφάσισε. Δεν ήτανε γι’ αυτήν αυτός ο κόσμος. Ανέβηκε το λοιπόν στο πιο ψηλό σκαλί του πιο ψηλού πύργου στην άκρη του κατασκότεινου δάσους και κοίταξε από ψηλά. 
Ανθρώπινα μυρμήγκια έτρεχαν προς όλες τις κατευθύνσεις. Κουτουλούσαν το ένα το άλλο. Άλλαζαν κατεύθυνση τρέχοντας και όλο κυνηγούσαν εκείνο το άπιαστο όνειρο της παντοτινής ευτυχίας. Γελοίος της εφάνηκε ο κόσμος από το πιο ψηλό σκαλί του πιο ψηλού πύργου στην άκρη του κατασκότεινου δάσους. 


Ήταν σίγουρη πια. Δεν ήτανε γι’ αυτήν αυτός ο κόσμος. Δεν ήτανε. Γι’ αυτό και κοίταξε κατά τον ήλιο. Ψηλά. Στον ουρανό. Κι είπε να αλλάξει κόσμο. Άνοιξε τα φτερά της. Πέταξε. Δεν ήτανε γι’ αυτήν αυτός ο κόσμος. Πέταξε. Για κόσμο άλλον.
Κάτω στα ριζά της σκάλας όλοι κοιτάξανε ψηλά. Την είδαν ν’ ανεβαίνει, ν’ ανεβαίνει ν’ ανεβαίνει... Κι έμειναν εκεί για μέρες ολάκερες να κοιτούν ψηλά και να αναρωτιούνται. Τι έπρεπε να αλλάξουνε στον κόσμο ετούτο να μην πετάν’ γι’ αλλού τα πιο έξυπνα κι ευαίσθητα παιδιά τους...
Ακόμα αναρωτιούνται το θαρρώ. 
Λύση; 
Καμιά.
Ακόμα...
 

Γίνε ο ρεπόρτερ του CRETALIVE

Στείλε την είδηση