ΑΠΟΨΕΙΣ
Δίνει το χέρι στη Δικαιοσύνη, διάφανη κρήνη κορυφαία πηγή
Το ζητούμενο δεν είναι να ταυτίσουμε τη σύγχρονη ελληνική Δικαιοσύνη με έναν εφιάλτη ή με μια βιβλική σήψη. Είναι να χρησιμοποιήσουμε την εικόνα της ως καθρέφτη αυτογνωσίας.
Του ΚΩΣΤΗ Ε. ΜΑΥΡΙΚΑΚΗ (*)
Στον εφιαλτικό κόσμο της «Δίκης» του Φραντς Κάφκα, ο ήρωάς του ξυπνά ένα πρωί και βρίσκεται κατηγορούμενος χωρίς να γνωρίζει το έγκλημά του. Η διαδικασία είναι αόρατη, η εξουσία απρόσωπη, η ενοχή προϋπάρχουσα. Δεν χρειάζεται απόδειξη, αρκεί η ατμόσφαιρα. Το δικαστήριο δεν απονέμει δικαιοσύνη, παράγει ενοχή.
Η καφκική αυτή σύλληψη δεν αφορά μόνο ένα φανταστικό, γραφειοκρατικό Λεβιάθαν. Αγγίζει κάθε σύστημα όπου η μορφή υποκαθιστά την ουσία, όπου η τελετουργία υποδύεται την ηθική και όπου η σιωπή καλύπτει το κενό.
Όταν ένας δικαστικός λειτουργός, όπως ο πρόσφατα παραιτηθείς Εφέτης, γνωστός για το ήθος, την ευσυνειδησία και την αφοσίωσή του Γιάννης Ευαγγελάτος, κολάζει δημόσια και ηχηρά παθογένειες του «δομήματος», δεν περιγράφει απλά οργανωτικές αδυναμίες. Υπονοεί μια βαθύτερη ρωγμή: Την απόσταση ανάμεσα στο κύρος του θεσμού και στη βιωμένη εμπειρία της Δικαιοσύνης.
Η ελληνική Δικαιοσύνη, θεσμικά θωρακισμένη και συνταγματικά κατοχυρωμένη, προβάλλει προς τα έξω την εικόνα του ιδανικού Πλατωνικού προτύπου. Όμως το ερώτημα που θέτει η κριτική του, δεν είναι τυπικό αλλά υπαρξιακό: Λειτουργεί η Δικαιοσύνη ως ζώσα εγγύηση Δικαίου ή ως μηχανισμός διεκπεραίωσης; Υπηρετεί τον πολίτη ή συντηρεί το κύρος της; Απαντά στο αίτημα για αλήθεια ή εξαντλείται στη διαχείριση φακέλων; Βιώνεται εν τέλει ως λειτούργημα ή ως διοικητική άσκηση;
Όταν η ποσότητα συνθλίβει την ποιότητα, όταν ο χρόνος της ακρόασης συρρικνώνεται, όταν η πίεση των αριθμών υπερτερεί της ανάγκης κατανόησης, τότε η δικαστική πράξη κινδυνεύει να απονευρωθεί. Η απόφαση εκδίδεται. Έχει όμως έχει αποδοθεί το Δίκαιο; Η διάκριση είναι λεπτή, αλλά κρίσιμη.
Το παλαιό δόγμα ότι «οι δικαστές μιλούν μόνο με τις αποφάσεις τους» οικοδομήθηκε σε εποχές όπου η σιωπή θεωρούνταν εγγύηση αμεροληψίας. Όμως η σιωπή σε περιόδους θεσμικής φθοράς μπορεί να εκληφθεί και ως ανοχή.
Όταν οι συνθήκες εργασίας είναι οριακές, όταν οι καθυστερήσεις γίνονται κανονικότητα, όταν οι πολίτες αισθάνονται ότι το τελευταίο τους καταφύγιο είναι ένας λαβύρινθος, τότε η ευθύνη δεν είναι μόνο ατομική, είναι συλλογική. Η εμπιστοσύνη δεν διαβρώνεται από ένα σφάλμα· διαβρώνεται από την αίσθηση ότι το σύστημα λειτουργεί ως κουρδισμένος μηχανικός αλγόριθμος.
Εδώ η καφκική αλληγορία συναντά μιαν άλλη βιβλική εικόνα: τους «ασβεστωμένους τάφους» του Ευαγγελίου. Ο Χριστός, στο Κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο, καταγγέλλει τους Φαρισαίους «ως τάφους λευκούς και καλλωπισμένους εξωτερικά, αλλά γεμάτους σήψη στο εσωτερικό». Η μεταφορά δεν αφορά μόνο την υποκρισία· αφορά την αντίθεση ανάμεσα στην επίφαση καθαρότητας και στην εσωτερική φθορά.
Αν η καφκική «Δίκη» είναι ο κόσμος της αόρατης ενοχής, οι ασβεστωμένοι τάφοι είναι ο κόσμος της ορατής ευπρέπειας. Στην πρώτη περίπτωση, το πρόβλημα είναι η αυθαίρετη εξουσία. Στη δεύτερη, η ηθική αποσύνθεση πίσω από το προσωπείο της νομιμότητας. Όταν οι δύο εικόνες συνδυαστούν, γεννιέται ένα ζοφερό σχήμα: Ένας θεσμός που εμφανίζεται άμεμπτος, αλλά στο εσωτερικό του αναπαράγει σιωπές, καθυστερήσεις, αδιαφάνειες και, ενίοτε εσφαλμένες ή αίολες κρίσεις.
Η παραίτηση ενός δικαστή, όταν συνοδεύεται από δημόσιες αιχμές, λειτουργεί ως ρήγμα σε αυτή τη γυαλισμένη επιφάνεια. Είναι η στιγμή που ο τοίχος του θεσμικού ασβέστη ραγίζει και αποκαλύπτει το εσωτερικό του. Δεν σημαίνει κατ’ ανάγκη ότι όλο το οικοδόμημα είναι σάπιο· σημαίνει όμως ότι η επίφαση δεν αρκεί.
Γι’ αυτό υπάρχουν παραιτήσεις που είναι διοικητικές πράξεις και υπάρχουν παραιτήσεις που σηματοδοτούν πολιτικές ανεπάρκειες και υστερήσεις στο πιο καθοριστικό κρηπίδωμα της Πολιτείας. Όταν ένας έντιμος δικαστής με μακρά διαδρομή, επιλέγει να αποχωρήσει πρόωρα, δεν κλείνει απλώς ένας υπηρεσιακός κύκλος· ψηλαφεί μιαν ανοιχτή πληγή για τη Δικαιοσύνη ως θεσμό και ως Πολιτειακό ήθος.
Η δημόσια κατάθεσή του δεν αναγνώστηκε ως μια πράξη πικρίας· ήταν μια πράξη αυτογνωσίας. Δεν μίλησε για πρόσωπα. Μίλησε για ρόλους και διαδικασίες. Δεν κατήγγειλε ονομαστικά· υπαινίχθηκε δομικά. Και ακριβώς γι’ αυτό ο λόγος του ακούστηκε στιβαρότερος.
Ίσως το πιο ουσιώδες σημείο των σκέψεών του ήταν η αντίληψη του Δικαίου ως ζώσας δύναμης. Όχι ως κειμένου, αλλά ως εσωτερικής πυξίδας. Το Δίκαιο, όταν αποσυνδεθεί από τη συνείδηση, γίνεται τεχνική ακολουθία. Όταν παραμείνει μόνο τεχνική ακολουθία, χάνει το ηθικό του βάθος. Και όταν απολεσθεί το ηθικό βάθος, η κοινωνία αρχίζει να βλέπει τη δικαστική αίθουσα όχι ως Θέμιδος Μέλαθρον, αλλά ως πεδίο τύχης.
Η απόφαση να αποχωρήσει κάποιος υπό αυτές τις συνθήκες μπορεί να ιδωθεί ως ήττα. Μπορεί όμως να ιδωθεί και ως γενναία πράξη Αποστολικής συνέπειας στη συνείδησή του. Να μη συμβιβαστεί με το ελάχιστο, όταν πιστεύει ότι οφείλει τα μέγιστα.
Στο μυθιστόρημα του Κάφκα, ο ήρωάς του περιπλανάται σε σοφίτες-δικαστήρια και σε σκοτεινούς διαδρόμους, αναζητώντας μια λογική που διαρκώς του διαφεύγει. Η διαδικασία γίνεται αυτοσκοπός. Κανείς δεν του εξηγεί· όλοι του υπαινίσσονται. Η γλώσσα της εξουσίας είναι ασαφής, αλλά η ισχύς της απόλυτη. Σε κάθε κοινωνία όπου ο πολίτης αισθάνεται ότι οι διαδικασίες τον υπερβαίνουν, ότι η καθυστέρηση ισοδυναμεί με άρνηση και ότι η διαφάνεια είναι επιλεκτική, η καφκική ατμόσφαιρα επιστρέφει.
Η ελληνική περίπτωση έχει τις ιδιαιτερότητές της: Βραδύτητα απονομής, πολυνομία, διοικητική σύγχυση, εσωτερικές ιεραρχικές πιέσεις. Όμως το βαθύτερο ζήτημα δεν είναι τεχνικό· είναι συντριπτικά ηθικό. Όταν ο πολίτης παύει να πιστεύει ότι η Δικαιοσύνη θα τον προστατεύσει χωρίς διακρίσεις, τότε η κρίση είναι ήδη συντελεσμένη. Διότι η Δικαιοσύνη δεν είναι μόνο απόφαση, είναι και εμπιστοσύνη.
Και εδώ έρχονται οι «ασβεστωμένοι τάφοι» για να υποδηλώσουν την τραγική ειρωνεία ενός θεσμού που υπερασπίζεται την εικόνα του περισσότερο από την ουσία του. Η καφκική «Δίκη» αποκαλύπτει την παράνοια ενός μηχανισμού που λειτουργεί χωρίς λογοδοσία. Αν οι δύο μεταφορές συναντηθούν, η προειδοποίηση είναι σαφής: Η μορφή αποκόπτεται από το περιεχόμενο και ο θεσμός απολιθώνεται.
Και όμως, η σύγκριση δεν πρέπει να οδηγεί στο μηδενισμό. Ο Κάφκα έγραψε ένα μυθιστόρημα, αλληγορία υπαρξιακής αγωνίας, όχι μια κοινωνιολογική μελέτη. Το Ευαγγέλιο διατυπώνει μια ηθική καταγγελία, όχι ένα θεσμικό πρόγραμμα. Το ζητούμενο δεν είναι να ταυτίσουμε τη σύγχρονη ελληνική Δικαιοσύνη με έναν εφιάλτη ή με μια βιβλική σήψη. Είναι να χρησιμοποιήσουμε την εικόνα της ως καθρέφτη αυτογνωσίας. Αυτή είναι ίσως και η βαθύτερη ανάγνωση της ηχηρής παραίτησης του πρώην Εφέτη Γ. Ευαγγελάτου.
Αν υπάρχει κίνδυνος, δεν είναι η ύπαρξη ατελειών, αυτές είναι ανθρώπινες και διορθώσιμες. Είναι η αδυναμία αυτοκριτικής. Είναι η σιωπή μπροστά στις παθογένειες. Είναι η μετατροπή της θεσμικής ευπρέπειας σε άμυνα απέναντι στην αλήθεια. Εκεί ακριβώς ελλοχεύει ο «ασβέστης»: Στον κίνδυνο να καλυφθεί το πρόβλημα αντί να θεραπευθεί.
Η Δικαιοσύνη, για να μην καταντήσει καφκική ή φαρισαϊκή, οφείλει να είναι διαρκώς ανοιχτή στον έλεγχο, διαφανής στη λειτουργία της και ταπεινή απέναντι στο λάθος. Οφείλει να θυμάται ότι η εξουσία της πηγάζει από την εμπιστοσύνη των πολιτών και όχι από το τελετουργικό της ισχύος της.
Διότι στο τέλος, η αληθινή Δίκη δεν είναι εκείνη που διεξάγεται στις αίθουσες των δικαστηρίων. Είναι εκείνη που διεξάγεται στη συνείδηση της κοινωνίας. Και εκεί δεν αρκεί ο ασβέστης. Απαιτείται φως, τόλμη και ρήξεις από την Πολιτεία.
(*) Πολιτικός Μηχανικός ΕΜΠ. Ο τίτλος της επιφυλλίδας είναι δάνειος από τον Ο. Ελύτη, «Ήλιος ο πρώτος»
