ΑΠΟΨΕΙΣ
Ευλογία να φεύγεις όρθιος! Ένας δύσκολος αποχαιρετισμός στον Μανόλη Παντινάκη
Υποθέτω, τώρα, θα παίρνει συνέντευξη από τον Καπετάν Σφακιανό, θα σφίγγει το χέρι του Ζακ Νταρκ και θα εξηγεί στον Τάκη Νινιδάκη το project για την Κοξαρέ...
Γράφει η Ελίνα Φαρσάρη
«Λοιπόν, κομάντο, πιστεύω θα είμαστε στους χρόνους»! Αυτά ήταν τα τελευταία λόγια που άκουσα από τον Μανόλη Παντινάκη, το βράδυ της Πρωτοχρονιάς. Ευδιάθετος, ενθουσιώδης, αισιόδοξος, και περήφανος όπως πάντα. Ανταλλάξαμε ευχές, είπαμε τα νέα μας, σχολιάσαμε αρκετά τον τρόπο με τον οποίο χειριστήκαμε ο Αντώνης κι εγώ ένα συλλογικό άρθρο στο Cretalive με επετειακό χαρακτήρα, μου έδωσε τις συμβουλές της “παλιάς φρουράς” για το πολιτιστικό ρεπορτάζ, γελάσαμε με τα αιώνια καλαμπούρια του και μοιράσαμε τις εκκρεμότητες της εβδομάδας για το μεγάλο και απαιτητικό project που δουλεύαμε από το φθινόπωρο.
Αυτός ήταν ο Μανόλης. Αεικίνητος, ακάματος, ολότελα αφοσιωμένος στην έρευνα την οποία “έτρεχε” σε πολλαπλά επίπεδα ταυτόχρονα, και μονίμως με έναν εφηβικό ενθουσιασμό, γεννώντας συνεχώς νέες ιδέες, σε βαθμό τέτοιο που έπρεπε κάποτε - κάποτε να χαλιναγωγώ αυτήν την δημιουργική ορμή που τον διακατείχε στα δύο χρόνια της συνεργασίας μας.
Ο Μανόλης Παντινάκης δεν ήταν πια ένας συνεργάτης, ένας εμπνευσμένος επικεφαλής που ήξερε πως να σε ενδυναμώνει όταν λύγιζες. Ήταν ένας από τους πρώτους - πρώτους αναγνώστες κάθε νέου μου κειμένου, ακροατής κάθε καινούργιου μου podcast. Σχολίαζε το περιεχόμενο, ασκούσε κριτική, επαινούσε ή συμβούλευε και επικροτούσε την απόφασή μου να ασχοληθώ με το πολιτιστικό ρεπορτάζ. «Ο πολιτισμός είναι το παν, κομάντο. Θα έπρεπε, κανονικά, να είναι στα ρεπορτάζ της πρώτης γραμμής», έλεγε συχνά. Σε κάθε τηλεφώνημα, σε κάθε τηλεδιάσκεψη ή συνάντηση, όλο και κάτι νέο είχε να παρουσιάσει στην ομάδα του, με ένα πολύπλευρο όραμα που περιλάμβανε από απλές εκδηλώσεις μέχρι θεατρικά έργα, κινηματογραφικές ταινίες ή τη διοργάνωση πολυήμερων φεστιβάλ.
Οι δυσκολίες και οι ανατροπές δεν τον πτοούσαν με τίποτα. Για τον Μανόλη η φράση “δεν γίνεται” δεν υπήρχε. Έπρεπε να παρουσιάσεις ακλόνητα επιχειρήματα, όχι για να πειστεί (κάτι τέτοιο ήταν σχεδόν αδύνατο), αλλά για να επανέλθει λίγο αργότερα στο ίδιο θέμα με εναλλακτικές λύσεις.
Αυτό το δημιουργικό πείσμα, η πίστη και η εμπιστοσύνη του στις ικανότητες της ομάδας του, αλλά κυρίως ο αστείρευτος ενθουσιασμός του ήταν στοιχεία μεταδοτικά. Από την πρώτη στιγμή που εντάχθηκα στην “ομάδα Παντινάκη” την άνοιξη του 2024 για τις συνεντεύξεις στο ντοκιμαντέρ του ολοκαυτώματος των Βοριζίων (1943), μου μετέδωσε τον δικό του τρόπο, τον τρόπο με τον οποίο “έβλεπε” την ιστορική έρευνα. Έναν τρόπο ιδιαίτερο, με προσωπικό στίγμα, ένα τρόπο “παντινακικό” με τη στόφα της παραδοσιακής σχολής δημοσιογραφίας, της επαφής με τον απλό κόσμο και της επιτόπιας έρευνας.
Ερευνούσε, συγκέντρωνε μαρτυρίες και ντοκουμέντα, ταξίδευε εκτός Κρήτης ακόμη και για μια μέρα αν χρειαζόταν, ανακάλυπτε τις πιο απίθανες πηγές, οργάνωνε και έγραφε… Ασταμάτητα και ανήσυχα. Έχοντας αφοσιωθεί στους ανώνυμους αφανείς ήρωες του, τους απλούς ανθρώπους του λαού, τον κόσμο της κρητικής υπαίθρου που μαρτύρησε ή δεινοπάθησε στα χρόνια της κατοχής ή του εμφυλίου. «Θα τους βγάλω από την αφάνεια και τη λήθη» μας έλεγε συχνά και το εννοούσε.
Φυσικά, τον γνώριζα από παλιά, μολονότι όχι προσωπικά εξαρχής. Εκπροσωπούσε την παλιά φρουρά της παραδοσιακής δημοσιογραφίας στην Κρήτη και είχε τη φήμη του αυστηρού αρχισυντάκτη στο Ηράκλειο. Τελειομανής με τελειωμένη επίγνωση του λειτουργήματος, υπήρξε γεννημένος ρεπόρτερ και ερευνητής. Κάποτε, παραπονέθηκα σε έναν δικό μου αρχισυντάκτη για την αυστηρότητά του, “αυτό δεν είναι αυστηρότητα” μου είχε πει ,“που να είχες και τον Παντινάκη αρχισυντάκτη”! Δεν ευτύχησα να συνεργαστώ μαζί του στο παρελθόν. Ευτύχησα, όμως, να συνεργαστώ και κυρίως να συνδεθώ με τα παιδιά του που ακολούθησαν την ίδια δημοσιογραφική πορεία και με τιμούν με τη φιλία τους. Πρώτα την Κατερίνα με τον δυναμισμό και το τσαγανό της, και μετέπειτα τον Αντώνη με το πηγαίο χιούμορ και το άρτιο, πολύ συχνά φιλοσοφημένο κείμενο, τον απεναντινό μου, σήμερα, στην αίθουσα σύνταξης του Cretalive. Από τύχη, στα όψιμα πανεπιστημιακά έδρανα, γνώρισα κι ένα ακόμα μέλος της οικογένειας Παντινάκη. Τον φιλομαθή πρωτανιψιό του Μανόλη, τον Αντώνη Παντινάκη από το Σπήλι ασφαλώς, που έχει ταχθεί κι εκείνος στην έρευνα αλλά από άλλο μετερίζι. Κι έτσι, ένιωθα κατά κάποιο τρόπο μέλος της "Παντινάκης family" όπως έλεγα στα παιδιά του αστειευόμενη σε μια από τις τελευταίες συνελεύσεις της ΕΣΗΕΠΗΝ, με τα αλεπάλληλα "Παντινάκης" που ακούγονταν στον κατάλογο της απαρτίας...
Πως τα φέρνει τα πράγματα η ζωή καμιά φορά…
Από το 2019 που εντάχθηκα στο δυναμικό του Cretalive, έβλεπα τον Μανόλη συχνά - πυκνά. Ερχόταν να αφήσει καλούδια για τα εγγόνια του που λάτρευε, να μας χαρίσει τα βιβλία του, να σχολιάσει την επικαιρότητα, να "πάρει μυρωδιά" αίθουσας σύνταξης ή να μάθει τα νέα μας. Είχε συνταξιοδοτηθεί, είχε επιλέξει να ζει μόνιμα στο Ρέθυμνο και εξακολουθούσε να δουλεύει με ασίγαστο πάθος την ιστορική έρευνα, τα βιβλία του και τα ντοκιμαντέρ που σκάρωνε, το ένα μετά το άλλο, μαζί με τον Γιάννη τον Κανελλάκη τους οποίους συνέδεε βαθιά, πολύχρονη και στενή φιλία.
Κάθε φορά που έβγαινε στον αέρα ένα από τα ντοκιμαντέρ των Παντινάκη - Κανελλάκη σκεφτόμουν πόσο συναρπαστική ήταν αυτή η διάσταση της δημοσιογραφικής έρευνας. Κι ευχόμουν κάποια στιγμή να μπορέσω να κάνω κάτι ανάλογο κι εγώ. Τότε, φυσικά, δεν μπορούσα να φανταστώ πως θα ερχόταν το πλήρωμα του χρόνου και θα γινόμουν οργανικό μέρος της ομάδας αυτής.
Στις αρχές του Μάρτη 2024 ήρθε κατενθουσιασμένος στο γραφείο! Ήταν μια εξαιρετικά δημιουργική περίοδος εκείνη για τον Μανόλη. Ο “Πολέμαρχος της Βίγλας”, το βιβλίο του για τον Καπετάν Σφακιανό είχε κυκλοφορήσει την προηγούμενη χρονιά, δούλευε πυρετωδώς για το δεύτερο και πιο απαιτητικό πόνημα με τα ημερολόγια του Γιώργη Αρετάκη, διοργάνωνε τις παρουσιάσεις του Σφακιανού αλλά και την πρώτη προβολή του ντοκιμαντέρ των Σκουρβούλων με τίτλο «Τα ουρλιαχτά λύγισαν τον Ψηλορείτη». Η πηγή του ενθουσιασμού του, αυτή τη φορά όμως, ήταν άλλη. Τότε ήταν που είχε “βγει στον αέρα” το τραγούδι “Αν δεν ορίζεις εσένα” των Magic De Spell, σε στίχους του Ζακ Νταρκ που περιλαμβάνονταν σε ένα παλαιότερο βιβλίο του, το «Άνθρωποι, σαπούνι και λίπασμα» με την ασύλληπτη ιστορία του Ζακ από τη Γαλλία και του Τάκη Νινιδάκη από την Κοξαρέ, δύο νέων παιδιών που συναντήθηκαν και συνδέθηκαν με ιερούς δεσμούς φιλίας σε ένα ναζιστικό στρατόπεδο συγκέντρωσης.
Δεν μπορούσε να κρύψει τη χαρά του! «Έχει χιλιάδες προβολές στο YouTube» μου έλεγε «και δεν είναι ούτε 10 μέρες που ανέβηκε!» Η ιστορία του τραγουδιού ήταν μια ιδανική αφορμή για να γίνει ένα επεισόδιο στην «Ιστορία της Κυριακής».
Το πρότεινα με συστολή, είναι η αλήθεια, αλλά ο Μανόλης αποδέχθηκε την πρόσκληση αμέσως. Έτσι, εκείνο το επεισόδιο έγινε, και μάλιστα θυμάμαι να αγωνιώ. Είπαμε, ο Μανόλης είχε τη φήμη του αυστηρού κριτή. Ευχόμουν και ήλπιζα να τον ικανοποιεί το αποτέλεσμα. Και τότε, αντί για το οποιοδήποτε άλλο σχόλιο, ήρθε η πρόταση της συνεργασίας για το ντοκιμαντέρ των Βοριζίων, το ρεπεράζ για το οποίο είχε μόλις ξεκινήσει. Εννοείται, δέχθηκα με ενθουσιασμό. Η συνδρομή η δική μου θα αφορούσε σε κάποιες συνεντεύξεις για τη συγκέντρωση μαρτυριών.
Τα γυρίσματα, οι εξορμήσεις στα Βορίζια και όχι μόνο, μαζί με τον Κωστή τον Δημάκη, το σκύψιμο πάνω από το ιστορικό γεγονός, αλλά κυρίως η καθοδήγηση του Μανόλη αποδείχθηκαν για μένα σχολείο πολύτιμο. Μια καθοδήγηση πατερναλιστική. Έκανε εκείνος ένα βήμα πίσω και μας έσπρωχνε να κάνουμε εμείς δύο βήματα μπροστά… Είχα τη διάθεση εξαρχής, αλλά πότε μου δεν μπορούσα να φανταστώ ότι θα μου μετέδιδε τόσο αβίαστα αυτόν τον εφηβικό ενθουσιασμό του.
Το ένα έφερε το άλλο. Δουλεύοντας το ντοκιμαντέρ των Βοριζίων άρχισα να συμμετέχω και στις άλλες δραστηριότητες του Μανόλη. Κάλυψα δημοσιογραφικά τις εκδηλώσεις σε Σπήλι και Ηράκλειο για την παρουσίαση του «Πολέμαρχου της Βίγλας» και το φθινόπωρο της ίδιας χρονιάς του ήρθε η ιδέα, αυθόρμητα και παρορμητικά θα έλεγε κανείς, για το ντοκιμαντέρ του Σφακιανού, με τίτλο «Ο καπετάν Σφακιανός γύρισε στο χωριό του». Αλλά έτσι ήταν ο Μανόλης, απρόβλεπτος και κάποιες φορές σαρωτικός.
Από εκείνο το σημείο και μετά ήμουν και επίσημα πλέον μέλος της “ομάδας Παντινάκη”, μαζί με τον Θοδωρή τον Βλαχάκη που ξέρει τον τρόπο να χαλιναγωγεί τον υπέρμετρο ενθουσιασμό ως η “διπλωματική φωνή της λογικής”, τον Κωστή τον Δημάκη με την καλλιτεχνική ματιά στη σκηνοθεσία, την εικονοληψία και το μοντάζ, τον ιστορικό Ιάσονα Χανδρινό για την πολύτιμη επιστημονική τεκμηρίωση, τη συνάδελφο Νέλλη Κατσαμά και φυσικά την Κατερίνα και τον Αντώνη, πάντα εκεί φίλοι και συνοδοιπόροι.
Ο Καπετάν Σφακιανός, ο άγνωστος για τους πολλούς «Πολέμαρχος της Βίγλας» Γιώργης Αρετάκης υπήρξε για τον Μανόλη Παντινάκη το μεγάλο του προσωπικό έργο. Στις ατέρμονες συζητήσεις μας ονειρευόταν τη στιγμή - αν αυτό ήταν εφικτό - που θα γινόταν μουσείο το χάλασμα της Βίγλας στο Πανωχώρι του Σπηλίου εκεί όπου είδε το φως ο ήρωας του. Μέχρι και την αξιοποίηση της επιστήμης είχε σκεφτεί, για την ταυτοποίηση των οστών σ΄εκείνη τη σπηλιά στο Βαγιολάγκαδο της Μάνης όπου κόπηκε το νήμα της ζωής του Αρετάκη και των συντρόφων του το 1949.
Ο Σφακιανός είχε γίνει ο σκοπός της ζωής του και σήμερα, είμαι σίγουρη, πως δεν θα περιοριζόταν στην έκδοση του δεύτερου βιβλίου. Οπωσδήποτε θα είχε συνέχεια, αν δεν…
Άλλωστε, ο Ιάσονας, στην παρουσίαση του βιβλίου που είχε γίνει στο Ηράκλειο το φθινόπωρο του 2024, τα είχε πει όλα σε δυο προτάσεις: «Tην τιμή που έκανε ο Μανόλης Παντινάκης σε αυτόν τον “μικροβελουχιώτη” της Πελοποννήσου, δεν του την έχει κάνει κανείς άλλος. Κουβάλησε στους ώμους του το κεφάλι του Αρετάκη και το πήγε στο χωριό του, το Σπήλι».
Τον περασμένο Αύγουστο επιστρέψαμε στο Σπήλι και παρουσιάσαμε σε μια εκπληκτική εκδήλωση (ένα βίωμα που θα μείνει ανεξίτηλο στη μνήμη μου), μαζί με την ΕΣΗΕΠΗΝ και τον Δήμο Αγίου Βασιλείου εκείνο το αυθόρμητο ντοκιμαντέρ για τον Καπετάν Σφακιανό. Από τη θέση της συντονίστριας έβλεπα τον Μανόλη, όρθιο, πίσω από τους θεατές στην αυλή του ιστορικού Δημοτικού Σχολείου Σπηλίου, να παρακολουθεί την εκδήλωση που ονειρεύτηκε και διοργάνωσε με τόσο πάθος. Διαισθανόμουν την ικανοποίησή του, σχεδόν τον “άκουγα” να λέει «τα καταφέραμε, καπετάνισσα». Οικεία προσφώνηση, βλέπετε, όλοι για τον Μανόλη ήμασταν “καπετάνιοι”, “καπετάνισσες” και ενίοτε "κομάντο".
Σε λιγότερο από μια εβδομάδα μετά την εκδήλωση, απολάμβανα χωρίς καμία εκκρεμότητα τις τελευταίες μέρες της καλοκαιρινής μου άδειας. Χτύπησε το τηλέφωνο. Υπέθεσα πως ήθελε να μου μεταφέρει κάποια από τα επαινετικά σχόλια που άκουγε όλο εκείνο το διάστημα που είχε μεσολαβήσει... Η απήχηση που είχε στον κόσμο η εκδήλωση του Σπηλίου και του ντοκιμαντέρ του για τον Καπετάν Σφακιανό τον είχε συνεπάρει.
«Λοιπόν, κομάντο, άκου να δεις τι θα κάνουμε το καλοκαίρι του 2026!» ανακοίνωσε τελεσίδικα, αιφνιδιάζοντας με, και άρχισε μαζί με τον Θοδωρή, παρόντα - όπως πάντα - και σ’ αυτή την κοινή τους “σκανταλιά”, όπως άλλωστε και στις αντίστοιχες παιδικές και εφηβικές τους στο Σπήλι, να μου περιγράφουν την ιδέα τους που γεννήθηκε εκεί που έπιναν τον πρωινό καφέ τους.
Το νέο project θα ήταν αφιερωμένο στην Κοξαρέ, μια σύμπραξη πανεπιστημιακών, καλλιτεχνών και δημοσιογράφων με στόχο ένα μεγάλο πολιτιστικό γεγονός που θα αναδείκνυε την ιστορία του επίσης μαρτυρικού χωριού, αλλά με αφετηρία το story (θα μπορούσε κανείς να το πει και κινηματογραφικό) μιας φιλίας αγνής…
Το πάθος της δημιουργίας είχε φουντώσει ξανά, χωρίς να έχει ακόμη κατασιγάσει το προηγούμενο! Έτσι, όμως, γινόταν οι δουλειές στην “ομάδα Παντινάκη”. Οι συζητήσεις προχώρησαν άμεσα, ο σχεδιασμός είχε ολοκληρωθεί από τον Νοέμβρη και είχαμε μπει για τα καλά στο παραγωγικό στάδιο. Μοιράζαμε εκκρεμότητες και καθήκοντα, κάναμε σχέδια και προχωρούσαμε βήμα - βήμα αλλά σταθερά και μέσα στους προβλεπόμενους χρόνους. Έτσι κι εκείνο το βράδυ της Πρωτοχρονιάς. Κλείνοντας το τηλέφωνο, έφτιαξα το πλάνο της πρώτης εβδομάδας μετά τις γιορτές και με βάση τις οδηγίες του.
Και ξάφνου, νωρίς το πρωί της Κυριακής έφτασε το αναπάντεχο μαντάτο. Το τηλεφώνημα ήρθε από πρόσωπο οικείο και πολύ αγαπητό. Απάντησα ανυποψίαστα χαρούμενη, αλλά φευ... Η φωνή του σπασμένη, ίσα που ακουγόταν. Κακόβαλα αναπόφευκτα. «Πες μου, ότι είναι ψέματα...» μου είπε. Νόμιζε πως το γνώριζα ήδη...
Κι ύστερα, ένα κενό ψυχικό, ένα σφίξιμο.
Ένα περίεργο απορφάνεμα, δύσκολα διαχειρίσιμο…
Ο Μανόλης Παντινάκης είχε όραμα και πάθος. Λάτρευε αυτή τη δουλειά την οποία υπηρέτησε ακμαία, με ήθος, αξιοπρέπεια, πείσμα, γνήσιο ανόθευτο πατριωτισμό και με πίστη μέχρι την τελευταία του στιγμή. Έφυγε όρθιος... Λάτρευε τα παιδιά του, την Κατερίνα, τον Αντώνη, τον Γιώργο, τη Νεκταρία και φυσικά τα δύο υπέροχα εγγόνια του. Και μας άφησε παρακαταθήκη ένα σπουδαιότατο έργο ως ιστορικός ερευνητής, που πρέπει να φτάσει σε κάθε σχολειό, σε κάθε βιβλιοθήκη, σε κάθε αίθουσα προβολής.
Με παρηγορεί ότι πρόλαβα, σε ανύποπτο χρόνο, να τον ευχαριστήσω για την τιμή που μου έκανε και την εμπιστοσύνη που μου έδειξε. Νιώθω ευγνώμων και τυχερή που υπήρξα μέλος της "ομάδας Παντινάκη".
Αυτή τη βδομάδα δεν θα διαγραφεί, ως ολοκληρωμένη, καμία εκκρεμότητα στο ημερολόγιο για το μεγάλο project της Κοξαρέ.
Αντίθετα προστέθηκε ένα οδυνηρό “ραντεβού” για αποχαιρετισμό το μεσημέρι της Τετάρτης στο Σπήλι.
Αντίο, Μανόλη, καλή αντάμωση!
Υποθέτω, τώρα, θα παίρνεις συνέντευξη από τον Σφακιανό, θα σφίγγεις το χέρι του Ζακ και θα εξηγείς στον Τάκη το σχέδιο σου για την Κοξαρέ… Και μην έχεις έννοια, πάρε την εσύ τη συνέντευξη του Αρετάκη κι εμείς "θα τη μοιράσουμε στα μέσα"…
