Η Μακάρια Οδός μιας Απάτης
Mπορεί, τελικά, ο σκοπός της απάτης να ελαφρύνει το βάρος του ψέματος;
Του Γιώργη Α. Καλομοίρη
Ένα από τα βιβλία που άφησαν το ίχνος τους την προηγούμενη δεκαετία, ως αφήγηση που κινείται περίτεχνα ανάμεσα στο γεγονός και τη μυθοπλασία, είναι Ο Απατεώνας του Χαβιέ Θέρκασ (Javier Cercas).
Η υπόθεση του βιβλίου αφιερώνεται στη διαδρομή ενός αντιήρωα, του Enric Marco, ο οποίος υποδυόμενος τον επιζώντα των ναζιστικών στρατοπέδων και πολέμιο του φρανκικού καθεστώτος, έγινε σύμβολο των αγώνων για δημοκρατία και πρόεδρος της ισπανικής ένωσης επιζώντων πολέμου.
Έδινε διαλέξεις, τιμήθηκε, συγκίνησε πλήθη, εμπνέοντας ακόμη και σχολικές εορτές ως πρότυπο αγωνιστή και δημοκράτη μέχρι τη μέρα των ενενηκοστών γενεθλίων του. Το δώρο για το ενενηκοστό του κερί, ήταν η αποκάλυψη πως όλη η ζωή που υποδήθηκε ήταν μια απάτη.
Ο Μάρκος αποτέλεσε ευφυή και πιστό στην απάτη του ανθρωπότυπο, ο οποίος φτάνει σε βαθιά γεράματα αμετανόητος για όσα υποκρίθηκε, πεπεισμένος πως το ψέμα, ενίοτε, υπηρετεί το κοινό καλό , την ακόμα και κατασκευασμένη αλήθεια που μπορεί όμως να εμπνέυσει ιδανικά.
Η κατασκευή του παρελθόντος ενός τέτοιου αντιήρωα, μέσα από τη μαεστρική πένα του Θέρκας, οδηγεί τον αναγνώστη σε ένα βαθύ εσωτερικό δίλημμα: μπορεί, τελικά, ο σκοπός της απάτης να ελαφρύνει το βάρος του ψέματος;
Αυτό που αναδεικνύεται, πέρα από την πλοκή, είναι μια σταθερή γραμμή σκέψης πως η επινόηση του παρελθόντος γίνεται μηχανισμός στήριξης του παρόντος. Ο άνθρωπος ανακατασκευάζει τη διαδρομή του, όχι μόνο για να εξηγήσει όσα υπήρξε, αλλά κυρίως για να νομιμοποιήσει όσα είναι. Πολλές φορές μάλιστα επιλέγει όχι απλά να διηγηθεί το μύθο του αλλα και να ζήσει μέσα σ’ αυτόν.
Στη σημερινή ελληνική επικαιρότητα, αυτή η συνθήκη αποκτά μια ωμότερη και πιο τετριμμένη εκδοχή, όπου η εξαπάτηση μετατρέπεται τελικά στην «τυραννίας της αξίας» όπως την ονομάζει ο Sandel .
Μέσα απ το παραπάνω δόγμα, ένα σύστημα επιβραβέυει τελικά ακόμα και το πιο ανήθικο κυνήγι πιστοποίησης, εφαρμόζοντας στην πράξη το αξίωμα πως όσο περισσότερα δείχνεις ή δηλώνει, τόσα περισσότερα είσαι ή γίνεσαι, ακόμα και αν δεν μοχθείς για κάτι τα κατακτάς όσο το υποδύεσαι.
Άνθρωποι συχνά κοινωνικά απαίδευτοι, βυθισμένοι στο απωθημένο του «γιατί αυτός και όχι εγώ», βρίσκουν στην απάτη την ακαταμάχητή έλξη ενός πλαστού εαυτού. Ενός εαυτού που, στον παραμορφωτικό καθρέφτη των εμμονών του, αντιλαμβάνεται τον πλούτο της εργασίας ως εικονική δήλωση, την παιδεία ως εκκδούλευση και τα γράμματα ως φωτοαντίγραφα με ακαδημαϊκό λογότυπο.
Αν αυτό το τρίπτυχο δημιουργεί τη συνταγή της ανοδικής εκτόξευσης εαυτού, είναι σίγουρο πως φέρει μαζί του την προίκα της κατάπτωσης. Γιατί όταν πατάμε το σκαλί της συντριβής, συνήθως κατεβάινουμε ολόκληρη τη σκάλα που ανεβήκαμε , αντικρίζοντας γκρεμοτσακισμένο πια τον εαυτό που επιχειρήσαμε να αλλάξουμε.
Είναι η διαδρομή που παραπέμπει στη λαϊκή παράδοση του γυμνοσάλιαγκα, που όταν τον ρωτούν με δέος τα άλλα ζώα πώς έφτασε τόσο γρήγορα, τόσο ψηλά, απαντά, μέσα στην έπαρση των σάλιων του: σέρνοντας, γλείφοντας και με τα κέρατά μου.
Αλήθεια όμως, σε τι βαθμό έχουμε τελικά αποδεχτεί πως ο μόχθος της προκοπής έχει αντικατασταθεί από μηχανισμούς που σε προτρέπουν να έρπεις μέσα στην απάτη, για να συρθείς προς τις δομές εξουσίας, καταλήγοντας υπάκουα και βολικά, ακόμη και σε θέσεις εκπροσώπησης του δημοσίου συμφέροντος;
Το σίγουρο είναι πως η πορεία των πραγμάτων δεν είναι ποτέ πλήρως προδιαγεγραμμένη. Ίσως να υπάρχουν και οι «σιωπηλοί», που, όπως είχε γράψει ο αείμνηστος πρύτανης Γραμματικάκης, είναι εκείνοι που μετατρέπουν την αγανάκτησή τους σε εξέλιξη και την εξέλιξη αυτή σε πολιτική ωριμότητα. Συσσωρεύουν την απάθειά τους μέχρι να ’ρθει η στιγμή της έκλαμψης ,εκείνο το οριακό σημείο που ο πολίτης δεν προσπαθεί πια να βάλει λογική στα πάθη του, αλλά πάθος στη λογική του, μην επιτρέποντας άλλο την υπέρβαση των ορίων του.
Αυτοί οι σιωπηλοί του χθες είναι οι «αόρατοι» του σήμερα, καταδικασμένοι από τις μετρήσεις και τους αριθμούς πρώτα στη ματαίωση και έπειτα στην αδιαφορία μιας ζωής που μοιάζει να ακυρώνεται . Για πολλούς αυτοί οι αόραροι μοιάζουν βυθισμένοι στο λήθαργο της παραίτησης, υπνωτισμένοι στις νήσους των Μακάρων της ατομικότητας τους.
Μήπως αυτός ο λήθαργος δεν είναι ούτε αθώος ούτε ακίνδυνος, αλλά η τελευταία πίστα πριν η συσσωρευμένη αγανάκτηση των αόρατων, των σιωπηλών και των βολικά ανέκφραστων ανάψει τα φωτα της Μακάριας Οδού;
Φώτα που σαν εκκρεμές ανάβοσβηνουν στους φανοστάτες απ την τυφλότητα μέχρι τη φώτιση, όπως στα έργα του του José Saramago, φώτα που τελικά αποκαλύπτούν τους διαβάτες της απάτης στη Μακάρια Οδό απ το σημερινό τίποτα στο αυριανό πουθενά.
Βιβλιογραφία Εμπνέυσεις .
1. Θέρκας, Χ. (2016). Ο Απατεώνας (Γ. Ζακοπούλου, Μεταφρ.), Πατάκης.
2. Σαντέλ, Μ. (2022). Η τυραννία της αξίας (Μ. Μήτσος, Μεταφρ.), Πόλις.
3. Σαραμάγκου Ζ,(2010) Περί Τυφλότητος, ( Α. Ψύλια, Μεταφρ), Καστανίωτης.
4. Σαραμαγκού, Ζ (2010) Περί Φωτίσεως, ( Α. Ψύλια, Μεταφρ), Καστανίωτης.
5. Γραμματικάκης, Γ. (2014). Η επανάσταση των σιωπηλών. Ανακτήθηκε από
https://www.protagon.gr/epikairotita/ellada/i-epanastasi-twn-siwpilwn-53390
00000
- ΟΦΗ: Πώς ο οργανισμός της ομάδας μεταλλάχθηκε από τον ένα τελικό στον άλλο!
- Ήρθε και τούτη η Λαμπρή και πέρασε και πάει…
- Επιμενίδης ο Κρής: Η Μυθολογική Προσέγγιση της Σχετικότητας του Χρόνου το «Παράδοξο των Διδύμων Αδελφών»
