Και το ταξίδι συνεχίζεται!

Μαρία Λιονάκη
Μαρία Λιονάκη
Και το ταξίδι συνεχίζεται!

Πόσα και πόσα δε φέρνει στο μυαλό η σαΐτα του χρόνου , μια μέρα σαν κι αυτή… Που σε κάνει να νιώθεις ευγνώμων για όσα όμορφα έζησες, μα και για όσα άσχημα κάτι σε δίδαξαν.

 

της Μαρίας Λιονάκη

 

Να σκάσω είμαι…όχι, όχι για τον καιρό. Σιγά μην είμαι έτσι για τον καιρό. Που τη μία είναι κατακαλόκαιρο, την άλλη φθινόπωρο, λίγο από χειμώνας μετά και μετά πάλι Άνοιξη. Που πας τα ρούχα, τις κουβέρτες πάνω κάτω, σαν την παραζαλισμένη, τα βάζεις τα βγάζεις από τις ντουλάπες   και δεν ξέρεις  που θα κατασταλάξει η μπίλια στη ρουλέτα του, τι θα βγάλει η τράπουλα.  Καιρός είναι ο,τι θέλει κάνει. Το έγραψε εξάλλου κι ο Σεφέρης που ήταν και ποιητής, μα και διπλωμάτης γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο. «Η ζωή του ανθρώπου είναι καμωμένη από καιρούς. Καιρός να σπείρεις, καιρός να θερίσεις, καιρός της θλίψης, καιρός της χαράς, καιρός της αγάπης, καιρός της μοναξιάς. Αν το σκεφτείς έτσι, θα μπορέσεις και στη χαμηλότερη στιγμή να στηριχτείς, γιατί κι αυτή θα ανήκει σ’ έναν από τους καιρούς της ζωής σου».

Ούτε με την Ιερά Σύνοδο τα έχω, ενώ θα έπρεπε.  Που διατηρεί επιφυλάξεις  να ενταχθεί το μάθημα της σεξουαλικής διαπαιδαγώγησης στα σχολεία. Δεν είναι ο καιρός του μάλλον.  Στον εικοστό πρώτο αιώνα  δεν προβλέπεται. Τον εικοστό δεύτερο μπορεί. Ως τότε τα παιδιά θα πηγαίνουν με ελλιπείς γνώσεις εις γάμου κοινωνίαν. Και θα τα μαθαίνουν όλα μετά. Ασε που και να μην τα μάθουν καθόλου δεν πειράζει. Τις μισές μέρες είναι γιορτές μεγάλες και δεν κάνει,  τις άλλες είναι Σάββατα και ξημερώνει Κυριακή, Τετάρτη Παρασκευή  νηστεύουν, γιατί λοιπόν να φορτωθούν τα παιδιά με γνώσεις που δεν τους χρειάζονται;

Ούτε με τον Τραμπ τα έχω, τον Κυβερνήτη, που τα χάλασε με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας και δε μιλιέται. Θεώρησε πως οι Κινέζοι δεν είπαν κουβέντα, πως κρατούσαν μυστικά και ντοκουμέντα για τον καιρό του ιού. Πως  δεν ενημέρωσαν σωστά για το μπόι του και βρέθηκε μετά αυτός εκτεθειμένος, κοτζάμ πρόεδρος της Αμερικής. Δεν είμαι θυμωμένη με τον Τραμπ,  γιατί δεν είχα επενδύσει στη σχέση μας. Εξάλλου  όταν έμαθα πως παίρνει υδροξυχλωροκίνη, του τα συγχώρησα όλα. Ίσως έχει παρενέργειες το φάρμακο.

Ούτε για τον Αμβρόσιο και τον αφορισμό είμαι έτσι. Εδώ κοτζάμ Καζαντζάκης αντιμετώπισε διώξεις από την Εκκλησία, ειδικά τον Τελευταίο Πειρασμό ο Πάπας τον έγραψε στα μαύρα τα κατάστιχα, οι πολιτικοί μας θα γλίτωναν; Το  έχουν οι προσωπικότητες να βάλλονται. Θα είχε πάρει Νόμπελ αλλιώς. Όχι ο Πάπας, ο Καζαντζάκης.

Για άλλο λόγο είμαι να σκάσω, που λέτε.  Πιο προσωπικό.  Εσείς βέβαια δεν ξέρετε. Εσείς τιμάτε την Ηρωική Μάχη της Κρήτης σήμερα, αυτές τις μέρες.  Εγώ τώρα γιορτάζω κάτι ακόμα. Αλλά ας τα πάρουμε τα πράγματα από την αρχή.  Αρχή της εβδομάδας  λοιπόν τηλεφωνώ στη μαμά μου . Την ηρωική.  Που  λόγω ηλικίας ξεχνάει,  μα ήλπιζα όχι και τώρα.  -Την Πέμπτη μαμά γιορτάζει ο Κώστας μας , να τον χαιρόμαστε.  Αρτοκλασία θα έκανες σίγουρα. Την Παρασκευή τώρα γιορτάζει κανείς; -Όχι! – Τι όχι βρε μάνα και το λες με σιγουριά,  για θυμήσου καλύτερα… Κανείς δε γιορτάζει την Παρασκευή; -Κανείς! Οποία απογοήτευσις… Αμα η μάνα σου δε θυμάται τα γενέθλια σου κλαφ’ τα  Χαράλαμπε.

Πόνος και καημός. Γιατί ο χρόνος είναι αδυσώπητος.  Άλογο που τρέχει στον ιππόδρομο,  ποτάμι που δε γυρίζει πίσω. Καλπάζει μπροστά, τρέχει τρέχει το νερό στο μύλο, έπιασες καινούργιο φύλλο, κι όλα γίνονται βαριά στου καιρού τη ζυγαριά. Μόλις έδειξε λοιπόν  η ζυγαριά του χρόνου η δική μου  τα πενήντα τρία. Και παραφράζοντας τη Δημουλά, είμαι λυπημένη. Περπάτησα στα αισθήματα τα δικά μου, όχι των άλλων  και το ανακάλυψα. Είμαι λυπημένη γιατί δεν μου αρέσει το νούμερο αυτό, ο αριθμός.  Δεν μου αρέσουν γενικά τα μονά νούμερα, προτιμώ τα ζυγά. Γι’ αυτό το λόγο σκέφτομαι να γιορτάσω δεύτερη χρονιά τα πενήντα δύο κι ας βρεθώ στα πενήντα τέσσερα  απότομα μετά.  Με το πέντε δεν έχω πρόβλημα, ίσα ίσα μου θυμίζει την αρίθμηση όταν κρυβόμασταν στα παιδικά μας παιχνίδια. Το πρόβλημα το έχω με το τρία. Το νούμερο αυτό δε συμπαθώ. Το συνδέω με προλήψεις και δεισιδαιμονίες. Καθώς σε όλη τη δημοτική μας ποίηση συνδέεται με κακά παρατηρήματα. Στο Γεφύρι της Αρτας για παράδειγμα. «Τρεις αδερφάδες είμαστε, κι οι τρεις κακογραμμένες, η μια 'χτισε το Δούναβη, κι η άλλη τον Αφράτη κι εγώ η πλιό  στερνότερη  της Άρτας το γιοφύρι.» Έτσι λοιπόν δυσκολεύομαι σε αυτή την ηλικία  να ενταχθώ. Κατά τα άλλα,  μέρα που είναι με έχουν κατακλύσει οι αναμνήσεις, όσα θυμάμαι η ίδια, όσα μου έχει διηγηθεί η μητέρα μου στο παρελθόν. Ήμουν μικρή, ούτε καν δημοτικό κι είχαμε επισκέψεις. Ξέφυγα λοιπόν της προσοχής όλων κι άρχισα να τρώω κολοκυθόσπορους, ώσπου μου στάθηκαν στο λαιμό. Εναγωνίως με πήγαν στην πλησιέστερη κλινική να με ξεπνίξουν. Άλλη φορά πάλι λίγο μεγαλύτερη, ίσα ίσα  που γλίτωσα από τις ρόδες ενός αυτοκινήτου. Είχαμε επισκέψεις πάλι. (Γενικά μάλλον, κάθε που είχαμε επισκέψεις, εγώ κινδύνευα) . Με είχαν στείλει να πάρω κρέας από το χασάπη της γειτονιάς τότε. Μα μου λείφτηκε ένα κέρμα κι ο χασάπης έκρινε καλό να με διαπαιδαγωγήσει κατάλληλα. Απειλώντας με πως θα έλυνε την κατσίκα να με κυνηγήσει αν δεν το έφερνα. Τον πίστεψα λοιπόν, μικρή, ευκολόπιστη εγώ λόγω ηλικίας  κι έβαλα φτερά στα πόδια. Ώσπου στρίγκλισαν τα φρένα. Ευτυχώς. Το τσαγκαράδικο του πατέρα μου που δε ζει πια, δίπλα στο Λιμάνι θυμάμαι. Όπου βοηθούσα τα καλοκαίρια με τους τουρίστες, με τα αγγλικά μου. Τη μπουγάτσα τη χανιώτικη που με έστελνε  να πάρω και την παραγγελία του που μετέφερα στον καφετζή της γειτονιάς ακριβώς. « Μου είπε ο μπαμπάς μου να μου γεμίσετε το παγούρι με παγωμένο νερό» Πόσο χουβαρντάς ήταν ο μπαμπάς μου!  Όταν του ζητούσα χρήματα  για βιβλία,  καθώς το είχε περί πολλού που διάβαζα, έβγαζε αμέσως και μου έδινε. Όσα κι αν ζητούσα.  Μια φορά μόνο μου είχε διηγηθεί πως πήγε να μου στερήσει κάτι, μα εγώ…Ένα ακόμη ζευγάρι παπούτσια, απ’ αυτά τα σχολιανά, που ο ίδιος τότε κατασκεύαζε. Μικρή ήμουν.  Ώσπου παμπόνηρη εγώ τα φόρεσα, έτρεξα έξω και βρήκα μια κολύμπα με νερά, τα βούτηξα κι έτσι μου κατοχυρώθηκαν.

Θυμάμαι που μετρούσα από τώρα  κι έπειτα,  κάθε χρόνο παγωτά και μπάνια.  Κάναμε τα παιδιά της γειτονιάς συναγωνισμό. Τα μετρούσαμε με  τα δάχτυλα.  Τότε τα παιδιά έπαιζαν στις αλάνες,  στις γειτονιές.  Κυνηγητό, κρυφτό, κουτσό, αμπάριζα, μήλα. Λίγα χρόνια μετά  θυμάμαι  που με γύρισε η μεγάλη μου αδερφή  πίσω, ντυμένη- στολισμένη, να μην πάω σε πάρτι γιατί ήμουνα ακόμη μικρή. Οποία απογοήτευσις. Την κοπάνα μας  τέτοια εποχή, λίγο μεγαλύτερη    για το πρώτο μπάνιο θυμάμαι. Τα σχέδια, τα γέλια μας, τα όνειρα μου . Όταν χτυπούσε η βροχή τις κρύες νύχτες του χειμώνα  στο ελενίτ του διπλανού σπιτιού και με νανούριζε. Τότε που πείσμωνα   με τους βαθμούς του πρώτου τριμήνου, που δεν ήταν τόσο καλοί στο Γυμνάσιο,  όσο περίμενα. Μα εγώ θα αποδείκνυα στο δεύτερο τρίμηνο  σε όλους την αξία μου. Τότε που βρήκα το πρώτο  ανώνυμο ραβασάκι στην τσέπη του μπουφάν μου θυμάμαι. Με στίχους της Γλυκερίας. « Να `χα εκατό καρδιές να σ’ αγαπώ εκατό φορές γιατί μια καρδιά που έχω το σεβντά σου δεν αντέχω.»

 Εφηβη   αργότερα μου έρχονται στη μνήμη, την άκλιτη μνήμη, ενικού αριθμού,   οι βόλτες με την παρέα μου  από το σχολείο, από το πρώτο Λύκειο δίπλα στην Αγορά, στο Λιμάνι των Χανίων. Τότε που ξεχυνόμασταν στους δρόμους, όπως τα πουλιά στα κλαριά την Άνοιξη.  Δίπλα στο Φάρο που εναρμόνιζε το αναβόσβημά του με τις ανθρώπινες ανάσες της πόλης.  Το διαγωνισμό της πιο έξυπνης ατάκας θυμάμαι, την αίσθηση  πως είμαστε εμείς τα νιάτα  κυρίαρχοι του κόσμου, διαφεντευτές, πως ο κόσμος όλος είναι στα πόδια μας κι η ζωή μπροστά μας, πως ο χρόνος της ζήσης μας  είναι  ατελείωτος, άπειρος ,  πως δε θα μεγαλώσουμε ποτέ, πως δε θα χωρίσουμε ποτέ, πως η φιλία μας είναι για πάντα. Πόσο μας διέψευσε η ζωή μετά. Πόσο εύκολα λένε τα νιάτα το «για πάντα» και το  «ποτέ».   Τους χορούς μας στις ντίσκο της εποχής θυμάμαι.  Την αρωγή και την ευδοκίμηση επίσης. Την έκθεσή μου  δηλαδή, την πρώτη σε βαθμολογία εκείνη τη χρονιά στο σχολείο μου,  που με έβαλε τότε, με το σύστημα με τις Δέσμες  στο Πανεπιστήμιο . Τότε που δε μου φτούρισε ο Οιδίποδας στα Αρχαία. Πόσα και  πόσα δε φέρνει στο μυαλό η σαΐτα του χρόνου ,  μια μέρα σαν κι αυτή…  Που σε  κάνει να νιώθεις ευγνώμων για όσα όμορφα έζησες, μα και για όσα άσχημα κάτι σε δίδαξαν.  Για όλους αυτούς που σε συντρόφευσαν στα μεγάλα ταξίδια του μυαλού και του χάρτη σου.  Για όλους αυτούς που κάτι καλό σου έμαθαν. Και το ταξίδι για την Ιθάκη συνεχίζεται…

Γίνε ο ρεπόρτερ του CRETALIVE

ΣΤΕΙΛΕ ΤΗΝ ΕΙΔΗΣΗ