Η Άλωση της Κωνσταντινουπόλεως και η Μάχη της Κρήτης

Γιάννης Γ. Τσερεβελάκης
Γιάννης Γ. Τσερεβελάκης
Η Άλωση της Κωνσταντινουπόλεως και η Μάχη της Κρήτης

Άλωση της Πόλης- μάχη της Κρήτης: δυο ήττες του Ελληνισμού, αλλά και δυο μεγάλα ιστορικά μαθήματα αυτοθυσίας για την πατρίδα, την ελευθερία και τις μεγάλες αξίες της ζωής

 

Του Γιάννη Γ. Τσερεβελάκη

    Μέσα σε όλα όσα συμβαίνουν με την πανδημία του κορωνοϊού κινδυνεύουμε να μη δώσουμε τη δέουσα σημασία σε δυο μεγάλα ιστορικά γεγονότα που έλαβαν χώρα κατά μήνα Μάιο: την άλωση της Κωνσταντινουπόλεως και τη μάχη της Κρήτης. Δυο γεγονότα που χρονικά απέχουν πολύ μεταξύ τους, έχουν όμως κάποια κοινά σημεία και προπάντων τεράστια ιστορική σημασία όχι μόνο για την ιστορία της Ελλάδας αλλά και για την παγκόσμια ιστορία.  

    29 Μαΐου 1453:  Η πρωτεύουσα της υπερχιλιόχρονης αυτοκρατορίας του Βυζαντίου, η παραμυθένια Κωνσταντινούπολη, η «Βασιλεύουσα Πόλις», η «Θεοφρούρητος», «το  καύχημα των ζώντων υπό την του ηλίου ανατολήν» πέφτει, ύστερα από μια απελπισμένη αντίσταση επτά εβδομάδων, στα χέρια των Οθωμανών Τούρκων. Ας δούμε πώς περιγράφει την Κωνσταντινούπολη ο Φώτης Κόντογλου στο έργο του «Πονεμένη Ρωμιοσύνη»: «Τα πλούτη της Πόλης ήτανε παραμυθένια, το ραχάτι κ’  η καλοπέραση βρισκότανε πλάγι στα μοναστήρια και στα ασκηταριά. Ο κόσμος περνούσε καλά τη ζωή του, φτήνεια μεγάλη σ’ όλα τα πράγματα. Δεν ήτανε σαν άλλες μεγάλες πολιτείες, σαν τη Ρώμη, να πούμε, που κατοικούσανε άρχοντες πλούσιοι τριγυρισμένοι από φωτολογιά που ζούσε σαν τα ζώα, αλλά οι περισσότεροι Κωνσταντινουπολίτες ήτανε μαστόροι, τεχνίτες που κάνανε κάθε λογής πράγμα. Ό, τι ζητούσες το ‘βρισκες και το ‘βρισκες κανωμένο τέλεια(…). Στα καλά τα χρόνια το παλάτι είχε μέσα ως εικοσιπέντε χιλιάδες παλατιανούς. Οι αγορές και τα λιμάνια μερμηγκιάζανε από κόσμο αξέγνοιαστο και καλοπερασμένο (…) Όσοι ξένοι πηγαίνανε στην Πόλη, φαινότανε πως ήτανε βάρβαροι, αγροίκοι κι ανοίγανε το στόμα τους και χαζεύανε. Ένας Άραβας που πήγε να σεργιανίσει στην Πόλη πριν από το 1200, ο Χασάν Αλή ελ Χερεβί, σάστισε από το μεγαλείο της, και δεν γνώριζε πώς να ιστορίσει όσα είδε, κι αφού γράφει πως είναι παράδεισος η Κωνσταντινούπολη, λέγει: «Αλλάχ, κάνε, με τη χάρη σου και με τη δόξα σου, να γίνει αυτή η πολιτεία μητρόπολη του Ισλάμ!» Ύστερ’  από διακόσια πενήντα χρόνια βγήκε αληθινή η ευχή του» (σ. 14-15).

    Αυτοκράτορας του Βυζαντίου στα 1453 ήταν ο τραγικός Κωνσταντίνος ο ΙΑ΄, ο Παλαιολόγος. Ως άνθρωπο βασανισμένο και πικραμένο, τον περιγράφει ο Κόντογλου. Και συνεχίζει: «Ήρθε στον κόσμο σε καιρό φουρτουνιασμένον, για να γίνει βασιλέας απάνω σ’  ένα έθνος που βρισκότανε σε αγώνα από τότε που στάθηκε η οικουμένη, κι ήτανε πια κατακουρασμένο, φτωχό, χτυπημένο από Ανατολή και Δύση. Κι ήτανε αυτός ο τελευταίος από το γένος του, αληθινός Παλαιολόγος, και σήκωσε απάνω του τα κρίματα του λαού του, κι αντίς κορόνα, φόρεσε το αγκάθινο στεφάνι.» (ό.π. σ.59). Αυτός ο Κωνσταντίνος έμελλε να ηγηθεί της προσπάθειας και του άνισου αγώνα να μην πέσει η Πόλη σε τούρκικα χέρια. Κοντά του  ο στρατός, αποτελούμενος από 4.937 βυζαντινούς και περίπου 2000 ξένους, μεταξύ των οποίων και Κρητικοί. Απέναντί του ο Μωάμεθ ο Β΄, είκοσι και ενός μόλις ετών, με ένα τακτικό στρατό 35.00-45.000 ανδρών, με ένα επίλεκτο σώμα 11.00 γενιτσάρων, με ελαφρά σώματα από τοξότες, σφενδονιστές και ακοντιστές και με ιππικό. Όλοι αυτοί ήταν πολύ καλά εκπαιδευμένοι και εξοπλισμένοι, τους ακολουθούσε δε και πλήθος Τούρκων ατάκτων που στόχευαν στο πλιάτσικο και τη λεηλασία. 

    Είναι ολοφάνερο από τους αριθμούς αλλά και από τη δεινή θέση στην οποία βρίσκονταν οι πολιορκημένοι ότι ο αγώνας ήταν άνισος. Ο Κωνσταντίνος το ήξερε, αλλά, όταν στις 6 Απριλίου, ο Μωάμεθ του έκανε την πρόταση να παραδώσει τη Πόλη και να φύγει αλώβητος με τους άρχοντες και όλα τα υπάρχοντά τους, απέρριψε την πρότασή του, λέγοντας μεταξύ άλλων: «Τὸ τὴν πόλιν σοι δοῦναι, οὔτ’ ἐμόν ἐστιν οὔτ’ ἄλλου τῶν κατοικούντων ἐν ταύτῃ· κοινῇ γὰρ γνώμῃ πάντες αὐτοπροαιρέτως ἀποθανοῦμεν καὶ οὐ φεισόμεθα τῆς ζωῆς ἡμῶν». Δηλαδή: «Το να σου παραδώσω την Πόλη ούτε δικό μου δικαίωμα είναι ούτε κανενός άλλου από τους κατοίκους της· γιατί όλοι με μια ψυχή προτιμούμε να πεθάνουμε με τη θέλησή μας και δε λυπόμαστε για τη ζωή μας». Μετά την ηρωική αυτή απάντηση, που θυμίζει τους 300 του Λεωνίδα, ξεκίνησε η πολιορκία που κατέληξε στο θλιβερό για τον Ελληνισμό γεγονός της άλωσης της Πόλης, ένα γεγονός-ορόσημο για την ελληνική αλλά και για την ευρωπαϊκή ιστορία, αφού έκτοτε οι Τούρκοι θα ξεκινήσουν και θα επεκτείνουν τις κατακτήσεις τους στον ευρωπαϊκό χώρο, κάτι που θα επηρεάσει όλη την ευρωπαϊκή ιστορία. Ωστόσο, η πτώση της Κωνσταντινούπολης, που σηματοδότησε την έναρξη της Τουρκοκρατίας στην Ελλάδα, οδήγησε και σε κάτι πολύ σημαντικό: στην αναγέννηση των αρχαίων ελληνικών σπουδών που μεταλαμπαδεύτηκαν στην Ιταλία αρχικά, καθώς και στην υπόλοιπη Ευρώπη στη συνέχεια, από τους πρόσφυγες βυζαντινούς λόγιους που εγκαταστάθηκαν  στις διάφορες ευρωπαϊκές πόλεις.

    20 Μαΐου 1941:  ξεκινά η μάχη της Κρήτης, το πιο παράδοξο γεγονός του Β΄ παγκοσμίου Πολέμου. Παράδοξο, επειδή ο κρητικός λαός, ένας λαός άοπλος ή οπλισμένος με τα πιο πρωτόγονα όπλα, υπείκοντας στη φωνή του χρέους προς την πατρίδα και την ελευθερία, αντιστέκεται και πολεμά εναντίον ενός πάνοπλου εισβολέα, που επιτίθεται απρόκλητα, για να καταλάβει το νησί.  Σχέδια για την υπεράσπιση του νησιού, που θα έπρεπε να έχουν εκπονηθεί από τους Βρετανούς, λόγω του αποτελεσματικού ελέγχου που ασκούσε το Βρετανικό Ναυτικό στην Ανατολική Μεσόγειο, δεν υπήρχαν.  22.750 άνδρες, 1.370 αεροσκάφη και 70 πλοία ήταν οι γερμανικές δυνάμεις που πήραν μέρος στην κατάληψη του νησιού, που το υπεράσπιζαν περίπου 11.551 Έλληνες και στρατεύματα της Βρετανικής Κοινοπολιτείας που αποτελούνταν από την αρχική βρετανική φρουρά και 25.000 ακόμα στρατιώτες που είχαν διαφύγει από την ηπειρωτική χώρα. Οι Γερμανοί, ύστερα από σκληρές μάχες, καταλαμβάνουν την Κρήτη, έχοντας όμως τεράστιες απώλειες, κυρίως στο σώμα των αλεξιπτωτιστών. Το τίμημα της γερμανικής νίκης ήταν τόσο βαρύ, ώστε δεν τόλμησαν να χρησιμοποιήσουν ξανά τις δυνάμεις των αλεξιπτωτιστών. Ταυτόχρονα οι σύμμαχοι κέρδισαν πολύτιμο χρόνο να οργανωθούν, ενώ έγινε συνείδηση ότι οι δυνάμεις του Άξονα δεν είναι ανίκητες.

    Όμως, το σημείο στο οποίο πρέπει να δώσουμε το βάρος είναι το πνεύμα της αυτοθυσίας και του πατριωτισμού των απλών κατοίκων του νησιού. Πρόκειται για κλασική περίπτωση παλλαϊκής άμυνας, όπου ο γενναίος κρητικός λαός, αψηφώντας την τρομερή ισχύ των αντιπάλων, την έλλειψη οπλισμού και πυρομαχκών και την ατελή οργάνωση, πολέμησε ηρωικά για τα ιδανικά της πατρίδος, της ελευθερίας και της δημοκρατίας (https://www.in.gr/2020/05/20/). Η στάση των Κρητικών είναι ίδια με τη στάση του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου των πολεμιστών που υπεράσπιζαν τα τείχη της πρωτεύουσας του Βυζαντίου:  αγώνας δίχως λύπη για τη ζωή που τυχόν θα χαθεί, γιατί προέχει το κοινό καλό:  η υπεράσπιση της πατρίδας, του τρόπου ζωής των ανθρώπων και του μεγίστου αγαθού της ελευθερίας.

    Άλωση της Πόλης- μάχη της Κρήτης:  δυο ήττες του Ελληνισμού, αλλά και δυο μεγάλα ιστορικά μαθήματα αυτοθυσίας για την πατρίδα, την ελευθερία και τις μεγάλες αξίες της ζωής. Αν δίπλα σε αυτά τα δυο γεγονότα  βάλουμε τις Θερμοπύλες, το Μεσολόγγι, το Αρκάδι και το αλβανικό έπος, τότε μπορούμε ως λαός να έχουμε λαμπρά παραδείγματα ανθρώπων που «ποτέ από το χρέος μη κινούντες», υπερασπίστηκαν όλα όσα κάνουν τη ζωή άξια να τη ζει κανείς. 

 

 

*φωτογραφία από Μηχανή του Χρόνου

 

 

Γίνε ο ρεπόρτερ του CRETALIVE

ΣΤΕΙΛΕ ΤΗΝ ΕΙΔΗΣΗ