Οι γυναίκες στη σύντομη ζωή του Αλέξανδρου

Οι γυναίκες στη σύντομη ζωή του Αλέξανδρου
Θανάσης Γιαπιτζάκης
Θανάσης Γιαπιτζάκης

 Η πρώτη γυναίκα στη ζωή του Αλέξανδρου ήταν φυσικά «η αυτού μήτηρ Ολυμπιάς», η μητέρα του Ολυμπιάδα.

Ποιός θα φανταζόταν στη διάρκεια των Περσικών Πολέμων (αφού στη μικρή σε έκταση Ελλάδα οι Πέρσες πάντα έρχονταν με πολυπληθείς στρατούς) ποιός θα φανταζόταν ότι ενάμισι αιώνα αργότερα ένας Έλληνας θα ήταν στον θρόνο της απέραντης Περσικής Αυτοκρατορίας; Γιατί αυτό έγινε με τον Αλέξανδρο. Δεν κατέλυσε το βασίλειο του Μεγάλου Βασιλιά, όπως λέγεται, μετά τον θάνατο του Δαρείου Κοδομανού, αλλά διατήρησε ο ίδιος πολλά από τα περσικά γνωρίσματα. Η δημιουργία της φήμης του να πάει πέρα από την Περσική επικράτεια για να φτάσει στη Άκρη του Κόσμου, που βρισκόταν ανατολικά στον Ωκεανό - που ήταν, χωρίς να το ξέρει, ο Ειρηνικός - σε αντιστοιχία με τον μυθικό προπάτορά του που είχε φτάσει στην άλλη Άκρη του Κόσμου που βρισκόταν δυτικά, εκεί στις Ηράκλειες Στήλες, που ήταν ο Ατλαντικός Ωκεανός, καθώς και το αήττητό του στις είκοσι δύο μάχες που έδωσε πάντα μπροστά ο ίδιος, έκαναν αυτόν τον φιλοσοφημένο ηγέτη - που πέθανε μάλιστα νέος σε ηλικία - να ονομαστεί μέγας. Μέγας Αλέξανδρος.

      Θυμάμαι ακόμα την «ελληνική» απάντηση του αρχαιολόγου «με όραμα» Μανώλη Ανδρόνικου (που βρήκε, μετά από επίμονη έρευνα μιας ολόκληρης ζωής, αυτά που τον δικαίωσαν στη Βεργίνα) όταν τον είχε ρωτήσει Αμερικανός δημοσιογράφος «Ο Μέγας Αλέξανδρος, εκτός από Μέγας, ήταν και μέγας πότης, έπινε πολύ κρασί. Εσείς τί έχετε να πείτε γι’ αυτό;»: «Ε, φυσικά έπινε πολύ κρασί. Δεν μπορείς να κάνεις και μεγάλα κατορθώματα, πίνοντας κόκα κόλα»! 

 

 

      Η πρώτη γυναίκα στη ζωή του Αλέξανδρου ήταν φυσικά «η αυτού μήτηρ Ολυμπιάς», η μητέρα του Ολυμπιάδα. Όχι μόνο γιατί ήταν αυτή που τον έφερε στη ζωή, αλλά γιατί ήταν η ίδια ανικανοποίητο πνεύμα, είχε μεταφυσικές ανησυχίες και τη δίψα να μάθει περισσότερα για τα μυστήρια της ζωής και του θανάτου. Έτσι κι ο γιος της δεν έμεινε μόνο σαν κορυφαίος στρατηλάτης στην Ιστορία, αλλά και σαν αιώνιος μαθητής του Αριστοτέλους, του Αριστοτέλη στη Μίεζα, καθώς και του συγγενή της μητέρας του, του Λεωνίδα, που τον σκληραγώγησε και τον έμαθε να κοιμάται στο πάτωμα. Θαύμασε έτσι έναν άλλον που κοιμόταν στο έδαφος, όταν συνάντησε στην Κόρινθο τον Διογένη. Η δίψα της μητέρας του να μάθει περισσότερα για τα μυστήρια της ζωής και του θανάτου ακολούθησε και τον ίδιο και τον έφερε από τους φιλοσόφους της Ελλάδας να ρωτάει, σχετικά γι’ αυτά, ακόμα και τους βραχμάνες της μακρινής Πενταποταμίας στην Ινδία. Δείτε δυό από τις ερωτήσεις του και τις απαντήσεις που του δώσανε: - Ποιοί είναι οι περισσότεροι άνθρωποι στη Γη, οι ζωντανοί ή οι πεθαμένοι; - Οι ζωντανοί, γιατί οι πεθαμένοι έχουνε πάψει πιά να είναι άνθρωποι. - Ποιά ήρθε πρώτη, η μέρα ή η νύχτα; - Η νύχτα ήρθε μια μέρα νωρίτερα. 

      Η μητέρα του λοιπόν. Η πρώτη και η πιο αποφασιστική από όλες τις άλλες γυναίκες της σύντομης ζωής του. Της είχε αδυναμία και λατρεία. Και  απόδειξη ήταν τα γράμματα που της έστελνε σ’ όλη τη διάρκεια της εκστρατείας του. Μάλιστα, όταν ο Αντίπατρος, αυτός που τον άφησε πίσω του, τοποτηρητής του όσο θα έλειπε, του έστειλε γράμμα με παράπονα για τη μητέρα του, ο Αλέξανδρος αντέδρασε ως εξής: «Δεν ξέρει ο Αντίπατρος ότι ένα της μόνο δάκρυ είναι αρκετό για να ξεπλύνει πολλά γράμματα σαν αυτό». Ήτανε γιος αυτού του Αντίπατρου ο Κάσσανδρος, που, μετά τον απροσδόκητο θάνατο του Αλέξανδρου στη Βαβυλώνα και για λόγους συμφερόντων και εξουσίας θανάτωσε την κυριότερη αντίπαλό του, την μητέρα, την Ολυμπιάδα. Μετά, ο Κάσσανδρος παντρεύτηκε την ετεροθαλή αδελφή του Αλέξανδρου (ο Φίλιππος είχε πολλές ερωμένες) την Θεσσαλονίκη, που το όνομά της το έκανε πόλη και πολύ αργότερα θα γινόταν και τραγούδι «Θεσσαλονίκη μου, μεγάλη φτωχομάνα» ή «Θεσσαλονίκη, είσαι μια, στον Κόσμο δεν ειν’ άλλη». Η τραγική ειρωνεία είναι ότι η Ολυμπιάς έτρεφε αγάπη και στοργή γι’ αυτήν, επειδή την ανάθρεψε σαν δικό της παιδί, αφού είχε μείνει ορφανή είκοσι μόλις μέρες μετά τη γέννησή της. Κι όμως η Θεσσαλονίκη ήταν γραφτό να παντρευτεί αυτόν που σκότωσε την προστάτιδά της. Μια άλλη ετεροθαλής αδελφή του Αλέξανδρου, η Κυνάνη, σύμφωνα με τις μεταγενέστερες λαϊκές παραδόσεις έγινε «η γοργόνα η αδελφή του Μεγαλέξανδρου»! 

      Μπορεί αυτές οι δυο αδελφές του να έμειναν αθάνατες με τα θρυλικά ονόματά τους, ο ίδιος όμως και η μητέρα του έγινε γραφτό να μείνουν άταφοι! Ο Αλέξανδρος για δυο ολόκληρα χρόνια μετά τον θάνατό του, ταριχευμένος μόνο, γιατί μαίνονταν γύρω του οι συγκρούσεις των διαδόχων στρατηγών του και η Ολυμπιάς λόγω της διαταγής του Κάσσανδρου να τη λιθοβολήσουν «αφήνοντας άταφο το πτώμα της να σαπίσει». Ελεεινές πραγματικότητες - που δεν ταιριάζουν με μια θαυμαστή ιστορία που κατέγραψε ο Χρόνος. Η αλήθεια πάντως για την Ολυμπιάδα είναι ότι είχε βάλει να σκοτώσουν πολύ κόσμο, πριν σκοτώσουνε την ίδια. Αρχίζοντας από τη δεύτερη σύζυγο του Φιλίππου την Κλεοπάτρα και τα παιδιά της όταν ο Αλέξανδρος ανέβηκε στον θρόνο, μέχρι τον ετεροθαλή αδελφό του γιου της τον Φίλιππο Αρριδαίο και την Ανταία Ευρυδίκη, την κόρη της Κυνάνης, επειδή συμμάχησαν με τον Κάσσανδρο και τον είχαν ανακηρύξει επιμελητή του Μακεδονικού θρόνου. Η Ολυμπιάς, βλέποντας να κινδυνεύουν τα συμφέροντα του εγγονού της, του μοναδικού γιου του Αλεξάνδρου και της Ρωξάνης, τους είχε αιχμαλωτίσει και τους είχε θανατώσει με άγριο τρόπο. 

      Και για να τελειώσουμε με την αρχή της, το όνομα Ολυμπιάς δεν ήτανε το όνομά της. Ήταν παρατσούκλι, που της το είχε δώσει ο Φίλιππος στην επόμενη χρονιά του γάμου τους, το 356 πριν τη βίαιη αναχρονολόγησή μας, όταν αγγελιοφόρος τού ανήγγειλε ότι τα άλογά του νίκησαν στην Ολυμπιάδα - όπως τους έλεγαν οι Έλληνες τότε τους Ολυμπιακούς Αγώνες. Και δεν ήταν μόνο αυτός ο αγγελιοφόρος. Ο Φίλιππος επέστρεφε από μια εκστρατεία και ήρθαν και τον βρήκαν και άλλοι δύο. Ο ένας του ανέφερε «Νίκη, βασιλιά μου! Ο στρατηγός σου ο Παρμενίων νίκησε τους Ιλλυριούς» και ο άλλος τον είχε προφτάσει πριν φτάσει στην Πέλλα «Χαρά, βασιλιά μου! Η βασίλισσα γέννησε γιό!» Η αντίδραση του Φιλίππου στο συνδυασμό αυτών των τριών χαρούμενων ειδήσεων ήταν να στραφεί προς τον ουρανό και να πει «Ω Μοίρα! Στείλε και λίγο κακό, για να αποφύγω τον φθόνο των θεών!» Τόσο ευτυχισμένος ήταν εκείνη τη μέρα. Η μητέρα του Αλέξανδρου, λοιπόν, ήταν η δεύτερη κόρη του Νεοπτόλεμου, του βασιλιά των Μολοσσών της Ηπείρου. Το όνομά της, ήτανε Πολυξένη όταν ήταν μικρή και Μυρτάλη όταν παντρεύτηκε. Και, όπως είπαμε, μετονομάστηκε σε Ολυμπιάδα.      

    

 

       Αυτή η γυναίκα, λοιπόν, η πρώτη και η τελευταία - όπως αποδείχτηκε - στη ζωή του γιού της, δεν έζησε (όπως κάνουν άλλες) στη μεγάλη σκιά των δύο ιστορικών προσωπικοτήτων, του Φιλίππου και του Αλέξανδρου . Δεν υστερούσε καθόλου σε δύναμη προσωπικότητας και η συμμετοχή ή η παρέμβασή της συνετέλεσαν σημαντικά στη διαμόρφωση πολλών γεγονότων της εποχής της. Ήταν η πιο μορφωμένη απ’ όλες με όσες σχετίστηκε ο Φίλιππος και απ’ όλες γενικά τις Μακεδονίτισσες αρχόντισσες – αυτή, η Ηπειρώτισσα. Εξασκούσε μια απαράμιλλη γοητεία με την ομορφιά της και με τη σοβαρότητά της. Θυσίαζε πολλά για την ακόρεστη φιλαρχία της, εκτός από τη ζωή και την φήμη του γιου της, που τον αγαπούσε παθολογικά.

      Η δεύτερη γυναίκα στο…μεγάλωμα του Μεγάλου Αλεξάνδρου ήταν μια συνομήλική του εταίρα. Στην Πέλλα ζούσαν πάρα πολλές Θεσσαλές εταίρες, χορεύτριες και παλλακίδες. Γνωστότερες ήταν η Καλλίξεινα η Θεσσαλή και η άλλη, η ομορφότερη Ελληνίδα της εποχής εκείνης, η Παγκάστη η Λαρισαία, που και τις δυό τις έστειλε η Ολυμπιάς να πλαγιάσουν με το γιο της. Ο Αλέξανδρος φαίνεται πως διάλεξε την Παγκάστη, που τελικά τον μύησε στην τέχνη του έρωτα, κατά τον Κλαύδιο Αιλιανό (Ποικίλη Ιστορία). 

      Ένας άλλος Ρωμαίος, ο Πλίνιος, στην «Φυσική Ιστορία» του, τη λέει λανθασμένα Παγκάσπη - περιγράφοντας ένα περιστατικό, σχετικό μ’ αυτήν  που δεν είναι όμως παραδεκτό στην συνολική αναφορά του. Λέει, λοιπόν, ότι ο Αλέξανδρος θέλοντας ν’ απαθανατίσει την ασύγκριτη ομορφιά της ερωμένης του, ανέθεσε στον προσωπικό του ζωγράφο από την Κω, τον Απελλή, να της φιλοτεχνήσει το πορτραίτο. Ο Απελλής είναι γνωστό πως είχε το αποκλειστικό δικαίωμα να ζωγραφίζει τον κατοπινό στρατηλάτη. Φαίνεται όμως ότι μεταξύ του Απελλή και της Παγκάστης αναπτύχτηκε σφοδρό αίσθημα. Όταν ο Αλέξανδρος το κατάλαβε - σε μια εκδήλωση μεγαλοψυχίας τού τη δώρισε. Τελικά, ο Απελλής έκανε γυναίκα του την Παγκάστη. Ωστόσο, μετά τον γάμο, χάνονται τα ίχνη της Λαρισαίας εταίρας. Κι ενώ ο Απελλής πήρε μέρος στην εκστρατεία κατά των Περσών, η Παγκάστη θα απουσιάζει, ενώ θα ακούγεται μια άλλη εταίρα, η Θαΐς, αυτή που θα παρασύρει τους άλλους να κάψουν την Περσέπολη, που λεγόταν Πάρσα στα περσικά. Τι απέγινε η καλλονή που προτίμησε να γίνει γυναίκα ενός ζωγράφου κι όχι πιθανή βασίλισσα των Μακεδόνων; Λέγεται ότι η Παγκάστη πόζαρε για το έργο του Απελλή «Αναδυόμενη Αφροδίτη» που όμως δεν σώθηκε. Την ίδια τύχη είχε και το πορτραίτο της.

      Μια άλλη γυναίκα, εφτά χρόνια μεγαλύτερή του, μύησε κι αυτή από πολύ νωρίς τον Αλέξανδρο. Τον μύησε στα περσικά ήθη κι έθιμα πριν πάει στην Περσία μεγαλύτερος πιά, κι αρχίσει εκεί να υιοθετεί όλο και περισσότερο τις περσικές συνήθειες. Γνωρίζουμε ότι φόρεσε περσικά ενδύματα και σύμβολα εξουσίας κι ότι εκτός από την επίσημη σύζυγό του, την Αφγανή πριγκίπισσα Ρωξάνη, έλαβε ως δεύτερη και τρίτη σύζυγο την κόρη και την ανιψιά του νεκρού πλέον Δαρείου.  

      Ποιά ήταν όμως αυτή που στα νεανικά του χρόνια τού έμαθε την Περσία, όταν η Περσία ήταν ακόμα ένα όνειρο; Και όχι μόνο αυτό. Στάθηκε, όπως φαίνεται, μετά τη μητέρα του την Ολυμπιάδα, η γυναίκα που τον επηρέασε σ’ όλες εκείνες τις αποφάσεις που ανέδειξαν τον Αλέξανδρο διαφορετικό στην Παγκόσμια Ιστορία. Κι όμως, το όνομά της δεν αναφέρεται ποτέ στα σημερινά ιστορικά εγχειρίδια. Ήτανε μια Περσίδα. Και λεγόταν Βαρσίνη. Την αναφέρει στα αρχαία χρόνια ο Πλούταρχος, στο κυριότερο έργο του «Βίοι Παράλληλοι». Ήτανε κόρη του σατράπη της Φρυγίας Αρτάβαζου. Χάρη στον ισχυρό πατέρα της έλαβε εξαιρετική μόρφωση, τόσο από Πέρσες όσο κι από Έλληνες δασκάλους. Δυο χρόνια πριν γεννηθεί στην Πέλλα ο Αλέξανδρος, ο Αρτάβαζος τα έβαλε με τον Πέρση βασιλιά προσπαθώντας να ανεξαρτητοποιηθεί. Στον στρατό του υπηρετούσαν μισθοφορικά και δυο Έλληνες, δυο αδέλφια από την Ρόδο, ο Μέντωρ και ο Μέμνων. Ο σατράπης τους ξεχώρισε και ενθουσιασμένος από τις υπηρεσίες τους πάντρεψε την πεντάχρονη Βαρσίνη με τον μεγαλύτερο αδελφό, τον Μέντορα. Αυτό ήταν στα πλαίσια ενός εθιμικού περσικού γάμου: Η νύφη παρέμενε μέχρι την ενηλικίωσή της στην κατοικία του πατέρα της. Ο άντρας της την επισκεπτόταν κατά καιρούς εθιμοτυπικά, προσφέροντας στην οικογένειά της δώρα. Όμως τέσσερα χρόνια αργότερα, ήρθε η ήττα του Αρτάβαζου από τον Πέρση βασιλιά. Τώρα, αντίθετα με την παλιά εποχή που Έλληνες όπως ο Ιππίας, ο Δημάρατος ή ο Θεμιστοκλής κατέφευγαν στην Περσική Αυτοκρατορία, ο πρώην σατράπης μαζί με όλη την οικογένειά του κατέφυγαν στην Ελλάδα και βρέθηκαν στην Πέλλα. Ο Φίλιππος τους πρόσφερε άσυλο στην αυλή του. Έτσι η Βαρσίνη βρέθηκε στη μακεδονική πρωτεύουσα από τα εννέα της όταν ο Αλέξανδρος ήταν δύο χρονών μέχρι τα είκοσι της όταν ο Αλέξανδρος είχε γίνει δεκατριών. Η νεαρή Περσίδα γνωρίστηκε μαζί του και συχνά, στη διάρκεια της εφηβείας της, έπαιζε με το κατά πολύ μικρότερό της χαριτωμένο βασιλόπαιδο. Στο μεταξύ, ο εθιμικός άντρας της, ο Μέντωρ,  που δεν είχε έρθει τότε μαζί τους αλλά είχε καταφύγει στην Αίγυπτο, κατάφερε να κερδίσει την εμπιστοσύνη του Πέρση βασιλιά, που συγχώρησε και τον πεθερό του, τον πρώην στασιαστή σατράπη, επιτρέποντάς του να επιστρέψει με την οικογένειά του στα κτήματα που είχε στην Τρωάδα. Έτσι, αναπάντεχα, ο δεκατριάχρονος Αλέξανδρος, που δεν αποκλείεται η Βαρσίνη να ήταν ο πρώτος του έρωτας, είδε με απελπισία να φεύγει από την Πέλλα η όμορφη εικοσάχρονη φίλη του.    

      Τα λίγα επόμενα χρόνια πέρασαν. Και μέσα σ’ αυτά, ο νέος στην ηλικία Μακεδόνας, μετά την απρόσμενη δολοφονία του πατέρα του, ανέβηκε στον θρόνο όχι για να καθίσει, αλλά για να υποτάξει την υπόλοιπη Ελλάδα - πλην Λακεδαιμονίων - και να την πάρει μαζί του στην εκστρατεία που προετοίμαζε ο πατέρας του ενάντια στους Πέρσες. Η Βαρσίνη, στη δικιά της παράλληλη ζωή στη Μικρά Ασία, πρόλαβε να χαρίσει μια θυγατέρα στον άντρα της τον Μέντορα, μα και να χάσει τον ίδιο στα τρία πρώτα χρόνια. Μετά, στους επόμενους μόνο μήνες, παντρεύτηκε τον αδελφό του τον Μέμνονα, που είχε την φιλοδοξία να γίνει στρατιωτικός διοικητής των δυτικών περιοχών της Περσικής Αυτοκρατορίας. Ο νέος Πέρσης βασιλιάς Δαρείος ο Κοδομανός του ικανοποίησε αυτή την φιλοδοξία, θέτοντάς του όμως τον όρο να του στείλει, για εγγύηση, τη γυναίκα του Βαρσίνη - που, έτσι εκείνη βρέθηκε, σαν εκλεκτή όμηρος, στο χώρο της Περσικής Αυλής. Εκεί μέσα έμαθε ότι έγινε για δεύτερη φορά χήρα, αφού ο Μέμνων - που είχε ξεφύγει τον θάνατο στη Μάχη του Γρανικού εναντίον των Μακεδόνων - έμελλε ν’ αφήσει την τελευταία του πνοή στην πολιορκία της Μυτιλήνης. Στην ίδια χρονιά, στη Μάχη της Ισσού, ο Δαρείος με την άτακτη φυγή του άφησε στα χέρια του Αλέξανδρου την μητέρα του, την εξαιρετικού κάλλους γυναίκα του, την αδελφή του, τον γιο του και τις δυο κόρες του, μαζί με τη συνοδεία τους. Κι ανάμεσά τους τη Βαρσίνη. Ο Αλέξανδρος ενθουσιάστηκε που ξαναείδε την φίλη των παιδικών του χρόνων. Τώρα όμως ήταν και οι δυο μεγάλοι και προέκυψε ερωτική σχέση. Αυτή ήταν όμορφη και ώριμη γυναίκα τριανταενός ετών κι αυτός ένας πανέμορφος εικοσιτετράχρονος άνδρας, με όλη τη λάμψη του αήττητου. Πέντε χρόνια αργότερα, η ωραία Περσίδα που μιλούσε ελληνικά γέννησε τον πρωτότοκο γιο του Αλεξάνδρου, που τον είπαν Ηρακλή - με το όνομα του μυθικού προγόνου του. 

      Από τη Μάχη της Ισσού μέχρι το γάμο του Μακεδόνα στρατηλάτη                       με την Αφγανή Ρωξάνη, μεσολαβούν τα χρόνια που η Βαρσίνη έκανε το παιδί τους και είναι παραπάνω από πιθανό να συνδέονταν όλο εκείνο το χρονικό διάστημα τόσο φιλικά όσο και ερωτικά. Στη λέξη «φιλικά» βάζω και την διακριτική επιρροή της πάνω στις ενέργειες του Αλέξανδρου. Η παλιά του φίλη είχε τώρα κάθε λόγο να  τον ωθήσει να πραγματοποιήσει το όνειρο του πατέρα της, του πρώην  σατράπη της Φρυγίας Αρτάβαζου για ανεξαρτησία, ανατρέποντας τη δυναστεία των Αχαιμενιδών. Είχε ζήσει στην αυλή του Δαρείου και γνώριζε τις αδυναμίες του. Οι συμβουλές της είναι πολύ πιθανό να αποδείχθηκαν πολύτιμες στην τελική Μάχη των Γαυγαμήλων. Από κει κι ύστερα, η επίδραση της Βαρσίνης μπορεί να εξηγήσει πολλά για τη συμπεριφορά του Αλέξανδρου, όπως η στρατολόγηση αξιόμαχων Περσών στο στράτευμά του, η υιοθέτηση περσικών βασιλικών εθίμων - με αποκορύφωμα να τον προσκυνούν οι πάντες, η επιδίωξή του να εισπράττει μόνο κολακείες και γενικά η μεταβολή του χαρακτήρα του προς το αυταρχικότερο. Ακόμη και ο γάμος του με την όμορφη κι όμως άσημη Ρωξάνη θα μπορούσε να ερμηνευτεί σαν αποτέλεσμα της επιρροής της Βαρσίνης - αφού μόνο με μια «κουμπαριά» όπως θα λέγαμε εμείς σήμερα, θα μπορούσε να καθυποτάξει τελικά τους πάντοτε ανυπότακτους και τότε και στις μέρες μας Αφγανούς. Βέβαια, ο γάμος του Αλέξανδρου με την Ρωξάνη σήμαινε σίγουρα την απομάκρυνση της Βαρσίνης από το άμεσο περιβάλλον του Μακεδόνα της ζωής της. Αλλά η τριανταεξάχρονη πλέον Περσίδα έσφιγγε στην αγκαλιά της ό,τι πολυτιμότερο μπορούσε να της προσφέρει ο Έλληνάς της: Τον γιο του, που τον γέννησε το 327. Τρία χρόνια αργότερα πάντρεψε την δεκαοκτάχρονη κόρη της, που την είχε αποκτήσει νωρίτερα από τον Μέντορα τον Ρόδιο, με τον παιδικό φίλο και κατοπινό ναύαρχο του Αλέξανδρου, τον Νέαρχο. Στη συνέχεια, αποσύρθηκε διακριτικά με τον Ηρακλή της στην Πέργαμο, αφού προηγουμένως συμβούλεψε κατά πάσα πιθανότητα τον Αλέξανδρο να παντρευτεί, για λόγους παγίωσης του καθεστώτος του, την θυγατέρα αλλά και την ανιψιά του Δαρείου.  

      Η Ρωξάνη (όπως την είπαν στα ελληνικά, ενώ στη βακτριανή γλώσσα της λεγόταν Ροσάνακ και σήμαινε αστέρι) είχε γεννηθεί το 347, εννιά χρόνια μετά τον Αλέξανδρο και τον παντρεύτηκε στα είκοσί της χρόνια, ύστερα από την κατάκτηση του βράχου της Σογδιανής, του φρουρίου του πατέρα της από τους Μακεδόνες. Η πατρίδα της η Βακτρία, ήταν κάπου στο σημερινό βόρειο Αφγανιστάν και ο ξένος σύζυγός της την γνώρισε σαν κόρη του πολέμαρχου Οξυάρτη. Ο γάμος τους είχε πολιτική σκοπιμότητα για το εξευμενισμό των Βακτρικών Σατραπειών, αλλά ο Αλέξανδρος δήλωνε ερωτευμένος. Η Ρωξάνη τον συνόδευσε στην εκστρατεία του στην Ινδία το 327 και γέννησε τον γιο τους Αλέξανδρο Δ', τέσσερα χρόνια μετά, στη Βαβυλώνα. Και μπορεί το αστέρι της Σογδιανής να είχε μέσα της ακόμα τον επίσημο γιο από τον Μακεδόνα στρατηλάτη οκτώ μήνες πριν αυτός σβήσει αναπάντεχα, όμως ο Αλέξανδρος είχε παντρευτεί στο μεταξύ συμβολικά στα Σούσα - σε μια δεύτερη και σε μια τρίτη φορά του - την κόρη του Δαρείου την Στάτειρα και την ανιψιά του Δαρείου την Παρυσάτιδα. Η Στάτειρα έμεινε έγκυος κι αυτή από τον Αλέξανδρο. Γι’ αυτό η Ρωξάνη, για να μην υπάρχουν άλλοι διάδοχοι στον θρόνο, με τη βοήθεια του Περδίκκα έβαλε και σκότωσαν την Στάτειρα και την Παρυσάτιδα. Αν και μια άλλη εκδοχή αναφέρει πως δεν έχασε τη ζωή της η Παρυσάτις, αλλά η αδελφή της Στάτειρας, η Δρυπέτη, η χήρα του Ηφαιστίωνα.     

      Ο ξαφνικός απροσδόκητος θάνατος του Αλέξανδρου άφησε εκτεθειμένους και την ωραία  γυναίκα του και το γεννημένο πλέον παιδί του. Και πράγματι, οι δυό τους έπεσαν θύματα θανάσιμης δηλητηρίασης αργότερα, το 310, μετά από παρέμβαση του Κάσσανδρου - αφού ο 13χρονος Αλέξανδρος Δ' ήταν ο μόνος νόμιμος διάδοχος της τεράστιας αυτοκρατορίας. Η δηλητηρίαση τελέστηκε από τον Γλαυκία, αξιωματικό των Εταίρων

      Αλλά ούτε και ο πρωτότοκος γιος του Αλέξανδρου ο Ηρακλής γλύτωσε απ’ αυτή τη μοίρα. Στην ίδια εποχή που όλοι οι στρατηγοί του μεγάλου στρατηλάτη μάχονταν να φτιάξουν δικιές τους επικράτειες με κομμάτια της ελληνοασιατικής αυτοκρατορίας, ο στρατηγός Πολυπέρχων είχε προσπαθήσει αυτός να ιδρύσει το δικό του βασίλειο με βασιλέα τον δεκαεπτάχρονο τότε Ηρακλή. Ο Κάσσανδρος, ναί ο Κάσσανδρος και πάλι, θορυβήθηκε εφόσον ένας γνήσιος γιος του Αλέξανδρου θα ματαίωνε τα πολιτικά σχέδιά του κι έτσι ήρθε σε συνεννόηση με τον αντίπαλό του Πολυπέρχοντα. Με κρυφά ανταλλάγματα, που δεν τα μάθαμε ποτέ, συμφώνησαν από κοινού την επόμενη χρονιά το 309 να σκοτώσουν τόσο τον Ηρακλή όσο και τη μητέρα του τη Βαρσίνη. Έτσι η όμορφη και μορφωμένη Περσίδα, που είχε πρωτοέρθει εννιά χρονών στην Ελλάδα και που τόσο πολύ αγαπήθηκε από τον αξέχαστο Μακεδόνα, έκλεισε βάναυσα τα μάτια της στα πενήντα τρία της χρόνια.

      Αλλά και οι άλλες γυναίκες από το άμεσο οικογενειακό του περιβάλλον έγιναν ένα με το σκοτάδι. Η αδερφή του Αλέξανδρου, η Κλεοπάτρα, δολοφονήθηκε το 308, καθώς πήγαινε στην Αίγυπτο για να προσφέρει το χέρι της στον στρατηγό του, τον Πτολεμαίο. Η ετεροθαλής αδερφή του Θεσσαλονίκη της Μακεδονίας, που είχε παντρευτεί τον Κάσσανδρο, σκοτώθηκε από τον πεθερό της τον Αντίπατρο, κατά τη διάρκεια της δυναστικής έριδας με τον αδερφό του. Η επίσης ετεροθαλής αδερφή του Αλέξανδρου, η Κυνάνη, είχε εκτελεστεί αρκετά χρόνια νωρίτερα, το 323, στη ίδια χρονιά που έσβησε ο αδελφός της, με παρέμβαση του Περδίκκα, ενώ βρισκόταν καθ’ οδόν για να παντρευτεί τον Φίλιππο Γ΄ τον Αρριδαίο.

      Αυτές ήταν κυρίως οι γυναίκες που σημαδεύτηκαν από τη σύντομη ζωή του Αλέξανδρου. Οι γυναίκες, τα παιδιά του, και η μοίρα τους. Για να δούμε την αποτρόπαιη και άγρια ζωή που τον περιέβαλε - και που είναι η ίδια με αυτή που ζούμε μέχρι σήμερα.

 

 

 

Γίνε ο ρεπόρτερ του CRETALIVE

ΣΤΕΙΛΕ ΤΗΝ ΕΙΔΗΣΗ