Γεύσεις και αρώματα… από σπίτι
Με την ανάπτυξη της Οικοτεχνίας
Γεύσεις και αρώματα της κρητικής γης που έτειναν να ξεχαστούν, έρχονται ξανά στο προσκήνιο μέσα από την οικοτεχνία. Ο νόμος που θεσπίστηκε πριν από 2 χρόνια άνοιξε τον δρόμο σε πολλούς αγρότες και αγρότισσες των Χανίων να βγάλουν στην αγορά παρασκευές που μέχρι χθες δημιουργούσαν μόνο για την οικογένεια και τους μουσαφίρηδες: γλυκά του κουταλιού, σπιτικές μαρμελάδες, μουσταλευριά, ελιές, λάδι, μέλι, αρωματικά βότανα, ανθόνερο και χειροποίητα σαπούνια είναι μερικά μόνο από τα προϊόντα που σιγά-σιγά βρίσκουν τη θέση τους σε τοπικά καταστήματα, στη λαϊκή αγορά και σε εκθέσεις αγροτικών προϊόντων. Μέσα από αυτά νέοι και μεγαλύτεροι, ντόπιοι και ξένοι, ανακαλύπτουν μακραίωνα μυστικά της κρητικής κουζίνας και ξεχωριστές γεύσεις ενώ έχουν την ευκαιρία να γευτούν αγνά προϊόντα χωρίς συντηρητικά και πρόσθετες χημικές ουσίες. Οι “διαδρομές” παρουσιάζουν σήμερα μερικούς από τους οικοτέχνες των Χανίων οι οποίοι μιλάνε για την εμπειρία και τις προσδοκίες τους από τη δραστηριότητα που έχουν αναπτύξει.
«Είναι μια ηθική ικανοποίηση να βλέπεις ότι αυτά που φτιάχνεις αρέσουν και τα θέλει ο κόσμος». Συναντήσαμε την κα Αγγελική Μιχάκη στο σπίτι της στον Φουρνέ του Δήμου Πλατανιά. Εκεί όπου παρασκευάζει μαρμελάδα πορτοκάλι, λεμόνι, εσπεριδοειδών αλλά και μουσταλευριά. Παλιά νοικοκυρά γνωρίζει καλά τα μυστικά της τέχνης της και γι’ αυτήν η οικοτεχνία αποτέλεσε μια πρόκληση: «Ολα αυτά που παρασκευάζω τα έφτιαχνα ούτως ή άλλως για την οικογένεια και τους ανθρώπους που έρχονται στο σπίτι. Τα παιδιά μου είναι αυτά που είχαν την ιδέα για την οικοτεχνία».
Η ιδέα βρήκε πρόσφορο έδαφος καθώς ο νόμος για την οικοτεχνία δίνει τη δυνατότητα στις γυναίκες να εκμεταλλευτούν την κουζίνα του σπιτιού τους, χωρίς να χρειάζεται ένας ξεχωριστός χώρος. Η αρχή για την κα Αγγελική έγινε με τη μουσταλευριά: «Εχουμε δικό μας αμπέλι και πάντα έφτιαχνα μουσταλευριά. Όσοι, δε, τη δοκίμαζαν μου έλεγαν ότι τους άρεσε. Ετσι ξεκινήσαμε και μετά προστέθηκαν οι μαρμελάδες των εσπεριδοειδών».
Στον Φουρνέ τα εσπεριδοειδή, όπως πορτοκάλια, λεμόνια, νεράντζια, περγαμόντο και μανταρίνια, είναι σε αφθονία και ως εκ τούτου για την κα Αγγελική το ζήτημα των πρώτων υλών είναι λυμένο. Τη ρωτάμε πώς ήταν η εμπειρία όταν έφυγαν για πρώτη φορά τα προϊόντα της για τα ράφια των καταστημάτων: «Είχα μεγάλη αγωνία. Είχα βγάλει ξερή μουσταλευριά και πήγαινα συνεχώς στα καταστήματα για να δω αν είναι εντάξει!», σχολιάζει.
Η προσπάθεια, ωστόσο, στέφθηκε με επιτυχία, ειδικά όταν άρχισε να παρασκευάζει νωπή μουσταλευριά. «Ηταν κάτι που δεν το φανταζόμουν ούτε στα όνειρά μου! Βρήκε πολύ μεγάλη ανταπόκριση. Και για τις μαρμελάδες υπήρξε μεγάλο ενδιαφέρον», αναφέρει.
Σημαντικό ρόλο στην επιτυχία του όλου εγχειρήματος έπαιξε το ότι οι παρασκευές της βρήκαν αμέσως θέση στα ράφια καταστημάτων του σούπερ – μάρκετ SYNKA, ενώ το μεγάλο “ατού” των προϊόντων της οικοτεχνίας είναι η υψηλή ποιότητά τους και η έλλειψη συντηρητικών. Λίγο πριν ολοκληρώσουμε τη συζήτησή μας τη ρωτάμε πώς είναι να βλέπει παρασκευές που έφτιχανε όλα αυτά τα χρόνια για το σπίτι να βρίσκουν θέση στα ράφια καταστημάτων: «Είναι μια ηθική ικανοποίηση. Νιώθεις ότι αυτό που πρόσφερες όλα αυτά τα χρόνια πράγματι άξιζε! Ταυτόχρονα, είναι μια πηγή ενός πρόσθετου εισοδήματος, σαν ένα χαρτζιλίκι», αναφέρει και υπογραμμίζει την πολύτιμη βοήθεια της Διεύθυνσης Αγροτικής Ανάπτυξης σε όλη αυτή την προσπάθεια.
Ο Γιάννης Μπουλέρος μένει τα τελευταία χρόνια στη Λιτσάρδα Αποκορώνου. Η δική του περιπέτεια στον χώρο της οικοτεχνίας ξεκίνησε πριν από 1 χρόνο. «Ο νόμος που βγήκε μου έλυσε τα χέρια γιατί το προϊόν που μοίραζα παλαιότερα σε ανθρώπους που το εκτιμούσαν, μπορούσε πλέον να το βρει κάποιος και σε κάποια καταστήματα», εξηγεί. Τα πρώτα προϊόντα που διέθεσε ήταν ελαιόλαδο και αρωματικά βότανα. Στην πορεία προστέθηκαν και άλλα: λιαστή ντομάτα, σάλτσα ντομάτας, τουρσί, σαπούνια από ελαιόλαδο, αρωματικά και θεραπευτικά λάδια. Οπως σημειώνει ο Γιάννης το μεγάλο πλεονέκτημα των προϊόντων της οικοτεχνίας είναι η ποιότητά τους: «Το προϊόν που έχουν οι οικοτέχνες δύσκολα θα το βρεις, γιατί είναι χειροποίητο που σημαίνει ότι είναι κατά 99% αυτούσιο, όπως το παίρνουμε από τη φύση».
Ενας βασικός “σκόπελος” που καλείται να ξεπεράσει ο κάθε οικοτέχνης είναι να βρει το εμπορικό “μονοπάτι” που θα οδηγήσει το προϊόν του στα ράφια κάποιου καταστήματος: «Οι μεγάλοι άνθρωποι ίσως δεν έχουν την τεχνογνωσία μέσα από το ίντερνετ και το μάρκετινγκ να προωθήσουν το προϊόν τους. Βρίσκουν όμως τρόπους κι αυτοί σιγά – σιγά. Από εκεί και πέρα, νομίζω ότι ο νόμος για την οικοτεχνία απευθύνεται κυρίως σε νέους ανθρώπους που έχουν την τεχνογνωσία για να προωθήσουν τα προϊόντα τους στην αγορά. Θέλει πάντως αρκετή δουλειά. Θέλει πολύ προϊόν ώστε να καλύψεις τις ανάγκες και βέβαια θέλει σημεία πώλησης».
Ρωτάμε τον Γιάννη πως αποτιμά τη μέχρι σήμερα εμπειρία του από την οικοτεχνία: «Είμαι πολύ ικανοποιημένος. Αυτή τη στιγμή έχω μια επιλογή που όσο δουλεύω, τόσο πιο πολύ αναπτύσσεται. Βέβαια θέλει σταδιακά και σταθερά βήματα. Πάει καλά, λοιπόν, αλλά θέλει και αρκετή δουλειά για να σταθεί». Ολοκληρώνοντας την κουβέντα μας ρωτάμε τον Γιάννη αν πιστεύει ότι η οικοτεχνία έχει μέλλον σε μια κοινωνία που κινείται στη λογική του διεθνούς ανταγωνισμού, των μεγάλων βιομηχανικών μονάδων κ.λπ.: «Αν η οικοτεχνία στηριχθεί από την Πολιτεία είναι μια εναλλακτική πρόταση στην Ελλάδα που λείπει. Ελπίζω μόνο να μην γίνει μόδα, όπως έγινε κάποτε με τα βιολογικά. Πάντως είναι μια διέξοδος για ανθρώπους που έχουν αναξιοποίητα χωράφια και πιστεύω ότι ο πρωτογενής τομέας θα έπρεπε να λειτουργεί σε αυτά τα πρότυπα. Με καθαρά δηλαδή προϊόντα. Υπάρχει κόσμος για να στηρίξει αυτό το μοντέλο».
Εδώ και δύο χρόνια ο Σαράντος Δρικάκης έχει δημιουργήσει στο σπίτι του το δικό του εργαστήρι οικοτεχνίας στον Φουρνέ του Δήμου Πλατανιά. Η βοήθεια των στελεχών της Διεύθυνσης Αγροτικής Ανάπτυξης ήταν καταλυτική όπως λέει. «Το είχα μεράκι από μικρός και περίμενα την ευκαιρία», εξομολογείται και προσθέτει πως τα πρώτα προϊόντα που έβγαλε ως οικοτέχνης ήταν γλυκά και μαρμελάδες από καρπούς που του έδιναν τα δέντρα του: γλυκό του κουταλιού πορτοκάλι, δαμάσκηνο, καρυδάκι, σύκο, κυδώνι, σταφύλι, περγαμόντο, λεμόνι και μανταρίνι και μαρμελάδες από πορτοκάλι, δαμάσκηνο, κυδώνι, λεμόνι, περγαμόντο και μανταρίνι. Στη συνέχεια προστέθηκαν κι άλλα προϊόντα όπως αμπελόφυλλα, ελιές, πετιμέζι, μουσταλευριά και ανθόνερο. Επειτα από δύο χρόνια δουλειάς ο απολογισμός είναι θετικός τονίζει ο κ. Σαράντος: «Δεδομένης της κρίσης και των προβλημάτων που αυτή δημιουργεί, βλέπω ότι υπάρχει ενδιαφέρον από τον κόσμο, τόσο από τους ντόπιους όσο και από τους ξένους. Ειδικά οι ξένοι θέλουν πολύ να δοκιμάσουν παραδοσιακές γεύσεις και προϊόντα, όπως οι τσακιστές ελιές ή η μουσταλευριά που δεν τα γνωρίζουν».
Το μέλλον της οικοτεχνίας είναι ευοίωνο σημειώνει ο συνομιλητής μας καθώς όλο και περισσότερος κόσμος αναζητά προϊόντα ανόθευτα, αγνά, χωρίς συντηρητικά και φάρμακα: «Η ποιότητα και ο παραδοσιακός τρόπος παρασκευής είναι τα πλεονεκτήματα της οικοτεχνίας καθώς ως οικοτέχνης δεν μπορείς να φτιάξεις μεγάλες ποσότητες. Πάντως υπάρχει κόσμος που το ψάχνει και πιστεύω ότι υπάρχουν ακόμα καλύτερες προοπτικές αν τα προϊόντα αυτά προωθηθούν στο εξωτερικό».
Στην ερώτησή μας αν μπορεί η οικοτεχνία να σταθεί σε μια παγκοσμιοποιημένη, αγορά που ζητάει βιομηχανοποιημένη παραγωγή ο κ. Σαράντος δηλώνει αισιόδοξος: «Σε εκθέσεις που συμμετείχαμε υπήρξε ενδιαφέρον από Αθήνα και άλλες περιοχές, καταστήματα ντελικατέσεν κ.ά. Επίσης, οι “Μινωικές” έχουν εκφράσει ενδιαφέρον για συνεργασία με οικοτέχνες των Χανίων, ενώ θετικά μηνύματα έχουμε και από τους καταναλωτές που ψωνίζουν από τα SYNKA με τα οποία συνεργαζόμαστε. Συνεπώς θεωρώ ότι υπάρχει θέση και για τους οικοτέχνες, αρκεί να έχεις υψηλή ποιότητα».
Επαγγελματίας αγρότης ο Γιάννης Γιαννενάκης, από το 2011 παράγει και βιολογικά προϊόντα (TUV Austria), ενώ φέτος προχώρησε την πιστοποίηση για βιολογική κτηνοτροφία.
«Εχω δικά μου αιγοπρόβατα, μελίσσια και ελαιώνες που παράγω το δικό μου ελαιόλαδο. Στο πρόγραμμα για τις οικοτεχνίες έχω μπει με τσακιστές λεμονάτες ελιές, αλατσολιές, άρτυμα ελαιολάδου και αρωματικά φυτά» μας λέει ο παραγωγός τον οποίο επισκεφθήκαμε στο χώρο που διατηρεί μετά το λιμάνι της Κισάμου.
Μας δείχνει τον μελισσόκηπο, τα αιγοπρόβατα αλλά και την εγκατάσταση που διατηρεί.
«Το πρόγραμμα είναι πολύ καλό γιατί στηρίζει τον μικρό παραγωγό και αγρότη και του δίνει τη δυνατότητα για ένα επιπλέον εισόδημα τις δύσκολες εποχές που ζούμε. Επειδή πουλάω και βιολογικά προϊόντα, ο κόσμος ζητάει τις πιστοποιήσεις και έχω όλα τα απαραίτητα έγγραφα. Θέλω να προχωρήσω παντού στα βιολογικά και να ξεκινήσω και στο βιολογικό μέλι (όχι συμβατικά φάρμακα για την καταπολέμηση των ασθενειών, χρησιμοποίηση κηρυθρών που τις κτίζουν οι ίδιες οι μέλισσες κ.ά.) » λέει ο παραγωγός που βλέπει και ενδιαφέρον από το εξωτερικό για τα προϊόντα και αυτό είναι ένα θέμα που θα τον απασχολήσει στο μέλλον.
«Για την ώρα, το προϊόν μου το δίνω όλο στη λιανική. Από τον παραγωγό χρειάζεται τιμιότητα και να δουλέψει πάνω στην ποιότητα» λέει ο Γ. Γιαννενάκης.
Γλυκό πορτοκάλι, λεμόνι, μανταρίνι, νερατζάκι, φράπα, τσακιστές ελιές, αλατσολιές, ελαιόλαδο με αρωματικά φυτά, μέλι με καρύδια, χούμελη, σαπούνι είναι τα προϊόντα που κατασκευάζει στο Ελος Κισάμου η οικογένεια του Στέλιου Κατράκη.
Όπως μας εξηγεί ο κ. Κατράκης όλα τα προϊόντα «παράγονται από εμάς, από δικά μας προϊόντα και αυτό πρέπει να το ξέρει ο κόσμος.
Τα προσφέρουμε στον καταναλωτή από το κιόσκι μας στον δρόμο προς το Λαφονήσι. Δεν έχουμε μπλέξει ούτε με εμπόρους, ούτε με άλλους μεσάζοντες. Βλέπουμε ότι είναι το καλύτερο να εκμεταλλεύεσαι ο ίδιος το προϊόν του κόπου σου. Όποιος δοκιμάσει τα γλυκά μας, το λάδι μας, το μέλι μας σίγουρα θα ξαναπάρει» τονίζει.
Ο κ. Κατράκης εκτιμά πως παρά τις δυσκολίες υπάρχουν προοπτικές σε αυτήν την προσπάθεια. «Φέτος είχαμε πάρα πολύ κόσμο, στους ξένους αρέσει να δοκιμάζουν τα τοπικά προϊόντα και να τα αγοράσουν, ειδικά το ελαιόλαδο φεύγει πάρα πολύ και το μέλι επίσης. Βέβαια και οι ξένοι είναι “κουμπωμένοι” και δεν αγοράζουν εύκολα».
Σε μια έκταση δέκα στρεμμάτων στο Φραγκοκάστελο ο οικοτέχνης Μανώλης Φασουλάκης από τη Χώρα Σφακίων καλλιεργεί ρίγανη, δίκταμο, δενδρολίβανο, θυμάρι, λεβάντα, μαντζουράνα, μελισσόχορτο και μέντα.
Στη συνέχεια χρησιμοποιεί τα αρωματικά φυτά και βότανα της Κρήτης μέσα σε εξαιρετικό παρθένο ελαιόλαδο με αποτέλεσμα το ξεχωριστό τους άρωμα να κλέβει τις εντυπώσεις ξένων και Ελλήνων επισκεπτών.
«Επειδή έχω ελιές και παράγω ελαιόλαδο, σκέφτηκα να του προσθέσω βότανα για να το εμπλουτίσω» μας λέει ο κ. Φασουλάκης. Με την οικοτεχνία ασχολείται τα τελευταία δύο χρόνια. Ο ίδιος χαρακτηρίζει την δράση, ως ένα “εργαλείο” ανάπτυξης για μικρούς παραγωγούς καθώς τους βοήθησε στην εκπαίδευση, στην οργάνωση και στην προώθηση των προϊόντων τους. Το βασικότερο όμως είναι ότι με διασφαλισμένες συνθήκες υγιεινής, μπορούν να πωλούν νόμιμα τα προϊόντα τους, μέσα από τον χώρο ιδιο-παραγωγής, αλλά και σε λαϊκές αγορές παραγωγών ή σε καταστήματα λιανικής. «Μάθαμε πράγματα που δεν γνωρίζαμε μέσα από σεμινάρια που κάναμε για καλές πρακτικές καλλιέργειας ενώ η οικοτεχνία μας βοήθησε πολύ και στην προώθηση των προϊόντων» σημείωσε.
Αναγνωρίζοντας την ποιότητά και την αυθεντικότητά των προϊόντων, ξένοι και ντόπιοι αναζητούν το λάδι με τα βότανα από καταστήματα που ο Σφακιανός οικοτέχνης συνεργάζεται στο ενετικό λιμάνι και στο κέντρο της πόλης.
«Ειδικά οι ξένοι προτιμούν τα βότανα και όταν έρχονται στα Χανιά ψάχνουν για βιολογικά προϊόντα. Ετσι παίρνουν μικρές συσκευασίες και τα μεταφέρουν στη χώρα τους. Τους αρέσουν γιατί είναι αγνά, έχουν αρώματα. Ενα προσόν της περιοχής μας, εδώ στα Σφακιά είναι η μεγάλη ηλιοφάνεια. Και το κλίμα βοηθάει τα βότανα να δίνουν τα καλύτερα τους αρώματα» μας εξηγεί.
«Ενας οικοτέχνης, παραγωγός καταλαβαίνει ότι κάνει καλή δουλειά, όταν “φεύγουν” τα προϊόντα του. Και τα δικά μου φεύγουν “συνεχώς”…» μας αναφέρει με ικανοποίηση.
Σε υψόμετρο 1.100 μέτρων στην ορεινή Σκάφη Σελίνου σε ένα χωράφι του προπάππου τους, ακαλλιέργητο από το 1912 τα αδέρφια Γιάννης και Μανούσος Τωμαδάκης αποφάσισαν το 2010 να καλλιεργήσουν μαλοτήρα.
«Το 2011 “φτιάξαμε” δρόμο μέχρι το χωράφι γιατί δεν είχαμε πρόσβαση ώστε να το καλλιεργήσουμε. Και έτσι καλλιεργήσαμε την μαλοτήρα μας σε υψόμετρο 1.100 μέτρων, δηλαδή ψηλά, στο φυσικό της περιβάλλον. Νωρίτερα οι ίδιοι είχαμε συλλέξει με φυσικό τρόπο τον σπόρο από τη μαδάρα και την “αναπιάσαμε”» ανέφεραν τα δύο αδέρφια που όπως μας εξήγησαν: «η μαλοτήρα δεν ποτίζεται, δεν λιπαίνεται. Στα τέλη της Ανοιξης με αρχές του Καλοκαιριού, την κόβουμε και έπειτα αποξηραίνεται με φυσικό τρόπο στο χωράφι. Στο τέλος συσκευάζεται μέσω της Οικοτεχνίας. Πλέον έχομε άδεια Οικοτεχνίας, οπότε μπορούμε να συσκευάζουμε στο σπίτι, σε ειδικά διαμορφωμένο χώρο». Σύμφωνα με τους ίδιους η δράση της Οικοτεχνίας «ήταν κάτι πολύ σημαντικό για μας, μας βοήθησε να γνωρίσουμε και άλλους ανθρώπους που ασχολούνται με το αντικείμενο, μιλήσαμε με ειδικούς, μας δώσανε συμβουλές για την καλλιέργεια αλλά και μας στήριξαν στην προώθηση».
Η μαλοτήρα, είναι ένα αναγνωρίσιμο βότανο της Κρήτης, κι έτσι είναι περιζήτητη όχι μόνο για τους Κρητικούς αλλά και για ανθρώπους από όλο τον κόσμο που έρχονται στο νησί και αναζητούν το προϊόν, όπως μας λένε τα δύο αδέρφια.
- Αποκατάσταση για το ρολόι των Χανίων
- Seabourn Ovation στο “παρθενικό” του ταξίδι στον Αγ. Νικόλαο
- Συνεχίζεται το... μαρτύριο της σταγόνας στο Λίντο!