fregata_kimon
Photo Credits: @Screenshot/X

Για άλλη μια φορά, γινόμαστε μάρτυρες συγκρούσεων στην Μέση Ανατολή, καθώς το Ιράν προσπαθεί με νύχια και με δόντια να διατηρήσει την ισχύ του καθεστώτος του απέναντι σε Ισραήλ και Ηνωμένες Πολιτείες, οι οποίες επιδιώκουν την διατήρηση της περιφερειακής τους ισχύος με κάθε έμμεσο και άμεσο τρόπο. Ταυτόχρονα όμως, οι γειτονικές χώρες, λόγω και της παροχής στρατιωτικής υποστήριξης στις αμερικανικές δυνάμεις, βρίσκονται στο στόχαστρο της Τεχεράνης και πλήττονται σφοδρά από τα ιρανικά χτυπήματα. Παρόλα αυτά, και άλλες χώρες, όπως η Κύπρος και η Ελλάδα, βιώνουν τον φόβο μίας πιθανής επίθεσης, εξαιτίας και των βάσεων που διαθέτουν η κάθε μία, με τον Κυριάκο Μητσοτάκη να αποφασίζει την αποστολή δύο ελληνικών φρεγατών και δύο ζευγών F-16 στην έτερη Μεγαλόνησο, σε συνδυασμό μάλιστα με την αποστολή συστοιχίας πυραύλων Patriot στην Κάρπαθο.

Τα γεγονότα αυτά έφεραν στο προσκήνιο την πολιτική που είχαν ακολουθήσει οι κυβερνήσεις Παπανδρέου και Κληρίδη το 1993 για την δημιουργία ενός «Ενιαίου Αμυντικού Δόγματος», το οποίο προέβλεπε πως οποιαδήποτε επιθετική ενέργεια κατά της Κύπρου συνιστά για την Ελλάδα αιτία πολέμου και επιτάσσει την αποστολή ελληνικών δυνάμεων.  Παραμερίζοντας τις σοβαρές μου διαφωνίες αναφορικά με την πολιτική της Ελληνικής κυβέρνησης, ιδίως όσον αφορά τα πολλαπλά σκάνδαλα τα οποία έχουν έρθει στο φως της δημοσιότητας το τελευταίο διάστημα, η συγκεκριμένη απόφαση για την αμυντική προστασία του νησιού κρίνεται ως παραπάνω από ορθή. Οι κινήσεις της Αθήνας προκάλεσαν θετικές αντιδράσεις στα διεθνή ΜΜΕ, για την ταχύτητα και την αξιοπιστία που επέδειξε, εν αντιθέσει με την Μεγάλη Βρετανία η οποία δεν ενημέρωσε όπως όφειλε την Κυπριακή κυβέρνηση, ούτε για την επίθεση στην βάση στο Ακρωτήρι, ούτε για τον σκοπό της χρήσης των βάσεων της. Επιπρόσθετα, οι σχέσεις των κυβερνήσεων Μητσοτάκη και Χριστοδουλίδη, παρά τις όποιες διαφωνίες υπήρξαν αναφορικά με το έργο της ηλεκτρικής διασύνδεσης, παραμένουν στενές και απέδειξαν πως τα όποια χάσματα υπάρχουν γεφυρώνονται μπροστά σε δύσκολες στιγμές.

Παράλληλα όμως, οφείλουν οι εμπλεκόμενες πλευρές να παραμείνουν πιστές στην απόφαση που έλαβαν, ότι δηλαδή η αποστολή ελληνικών και ευρωπαϊκών πολεμικών πλοίων πραγματοποιήθηκε αποκλειστικά και μόνο για την αμυντική προστασία του νησιού και να μην υποστηρίξει τις ισραηλινές και αμερικανικές δυνάμεις. Ωστόσο, ήδη επικρατεί έντονος αναβρασμός στην ηγεσία του «ψευδοκράτους» και της Τουρκίας, οι οποίες κατηγόρησαν Αθήνα και Λευκωσία για εξυπηρέτηση συμφερόντων και ανάπτυξη έντονου στρατιωτικού εξοπλισμού, με την Τουρκία να αποστέλλει με την σειρά της μαχητικά και να εγκαθιστά συστήματα αεράμυνας στα κατεχόμενα ως απάντηση στην στήριξη των χωρών της Ε.Ε. Στην πραγματικότητα, επιθυμεί να βρίσκεται διαρκώς στο προσκήνιο και να εκμεταλλεύεται για δικό της όφελος τις όποιες αναταραχές δημιουργούνται, διατηρώντας παράλληλα τις επεκτατικές τις βλέψεις, αυξάνοντας την στρατιωτική της ισχύ στα κατεχόμενα εδάφη και παραμένοντας αδιάλλακτη στην πολιτική της ως προς την επίλυση του Κυπριακού.  

Πρέπει να ξεκαθαριστεί πως η αμυντική θωράκιση του νησιού από τις ευρωπαϊκές δυνάμεις είναι κάτι παραπάνω από απαραίτητη για την προστασία του συνόλου του πληθυσμού της και πως οι όποιες Τουρκικές αντιδράσεις συνιστούν υποκρισία και φόβο, η Κύπρος δεν πρέπει να «κείται μακράν» ούτε για την Ελλάδα, ούτε για την Ευρώπη. Στο ερώτημα για το αν η κυπριακή κυβέρνηση πρέπει να κυνηγήσει την ένταξη της στο ΝΑΤΟ, δεν είμαι σε θέση να απαντήσω με βεβαιότητα, καθώς μια τέτοια κίνηση της ίσως προκαλέσει ένα αλυσιδωτό κύμα εξελίξεων, ωστόσο, η εν δυνάμει θέση της επιτάσσουν την προστασία της με κάθε διαπραγματευτικό ή στρατιωτικό μέσο.

Παράλληλα, ευελπιστώ ότι σύντομα η κυβέρνηση Χριστοδουλίδη θα θέσει ως προτεραιότητα το ζήτημα της λειτουργίας των βρετανικών βάσεων για τις οποίες ως γνωστόν δεν καταβάλλεται και η απαραίτητη αποζημίωση στην Κυπριακή Δημοκρατία. Το ενδεχόμενο διακοπής της λειτουργίας τους είναι διόλου απίθανο, αν ανατρέξουμε μάλιστα και στην περίπτωση του Μαυρικίου, για την οποία η Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ αποφάσισε στις 22 Μαΐου 2019 πως οι βρετανικές δυνάμεις όφειλαν να αποσυρθούν από το Αρχιπέλαγος εντός έξι μηνών.

Συμπερασματικά, η αστάθεια που επικρατεί αποτελεί μία δοκιμασία για την Ευρωπαϊκή Ένωση αναφορικά με την προστασία των συνόρων της. Οφείλει να επιδείξει την ισχύ της και να στηρίξει έμπρακτα ένα κράτος- μέλος της. Η αμυντική θωράκιση της Κύπρου αποτελεί μία πράξη στοιχειώδους ευθύνης, αν αναλογιστούμε τα γεγονότα του παρελθόντος και η ιστορία θα κρίνει εάν αυτή η αποφασιστικότητα των ευρωπαϊκών χωρών θα παραμείνει μια στιγμιαία αντίδραση ή μία μόνιμη στρατηγική. 

 

*Ο Βασίλης Σπυριδάκης, είναι Απόφοιτος του Τμήματος Οικονομικών Επιστημών του Πανεπιστημίου Κρήτης

Γίνε ο ρεπόρτερ του CRETALIVE

Στείλε την είδηση