Η γενιά μου θυμάται τον αείμνηστο πολιτικό Δημήτρη Τσοβόλα, που στάθηκε όρθιος σε ειδικά δικαστήρια, σήκωνε πολιτικά και κομματικά βάρη και ως προβεβλημένο κομματικό στέλεχος αποτελούσε περιζήτητο ομιλητή στις, επίκαιρες και στις μέρες μας, κομματικές συγκεντρώσεις που αρχές του χρόνου και παραμονές αποκριών, είχαν φαινομενική αφορμή την κοπή της βασιλόπιτας του νέου έτους. Μια τέτοια αφορμή έφερε τηv Τσικνοπέμπτη εκεί γύρω στο 198τόσο…, ομιλητή για σχετική εκδήλωση σε κεφαλοχώρι πέριξ του φράγματος Αποσελέμη, τον Δημήτρη Τσοβόλα!!! Στις γνωστές κινητοποιήσεις που γινόταν και γίνονται σε τέτοιες περιπτώσεις, συμμετείχε ανελλιπώς και το κοντινό Οροπέδιο Λασιθίου όπου τα συνθήματα της εποχής «Ο ΛΑΟΣ ΣΤΗΡΙΖΕΙ ΤΗΝ ΑΛΛΑΓΗ» κάλυπταν τοίχους και μαντρότοιχους και η κομματικοφροσύνη των κατοίκων χρωμάτιζε ανάλογα τα ξύλινα πορτοπαράθυρα των κομματαρχών!
Στην ανακοίνωση ότι στο κοντινό χωριό παρακάτω από το Λασίθι θα ήταν ομιλητής την Τσικνοπέμπτη εκείνου του Φλεβάρη, ο οικονομικός υπουργός αείμνηστος Τσοβόλας, που είχε την εντολή «να τα δώσει όλα» στο λαό , κινητοποιήθηκε η οργανωμένη πράσινη παρέα του Τζερμιάδου με επικεφαλής το Μανωλάκη, να δώσει το παρόν στην εκδήλωση και να μάθει πρώτο χέρι από τον υπουργό το μερτικό του Λασιθιού στη μοιρασιά του «όλα»!
Νιόπαντροι οι περισσότεροι της παρέας, με μικρά παιδιά και γυναίκες που γιόρταζαν ζωηρά τα έθιμα τις χρονιάρες μέρες, όπως η Τσικνοπέμπτη, με «τσικνίσματα» και «μασκαράδες», ήρθαν μοιραία σε γκρίνια μαζί τους γιατί αρνήθηκαν να τις πάρουν μαζί τους στην μουσικομματική εκδήλωση, μιας και η «πολιτική και οι τύχες του τόπου έπρεπε τότε να είναι σε «χέρια αντρικά».
Όμως τα κρυφοχαμόγελ , τα υπονοούμενα μεταξύ των ανδρών και ο όχι και τόσο «πρότερος έντιμος βίος» τους, προκάλεσαν εύλογες υποψίες και σχέδιο αντίδρασης από την ενοποιημένη αντίστοιχη παρέα των συζύγων που το έβαλε άμεσα σε εφαρμογή.
Με τη κλούβα μεταφοράς κηπικών του Αντώνη που σωφάριζε η Μαρία, φορτώθηκε όλη η συζυγο-γυναικοπαρέα των κομματαρχών, μεταμφιεσμένες κατά το έθιμο της ημέρας και αφού εξασφάλισαν τα παιδιά τους στη φύλαξη μητέρων, πεθερών και στις άγαμες αδελφές, κατηφόρησαν στο παρόχθιο (σήμερα) χωριό όπου γινόταν η κομματική εκδήλωση και εισέβαλαν στο μαγαζί αναζητώντας τα « καμάρια» τους. Βεβαιώθηκαν, χωρίς να αναγνωριστούν από κανένα λόγω αμφίεσης, ότι δεν υπήρχαν λόγοι οποιασδήποτε ανησυχίας και αποχώρησαν εφησυχασμένες αλλά χωρίς να έχουν απολαύσει τη διασκέδαση που επέβαλλε η χρονιάρα βραδυά της Τσικνοπέμπτης.
Γύρισαν λίγο αργά στο χωριό με διάθεση αποκριάτικου ξεσπάσματος αλλά η μοναδική ελπίδα που βρέθηκε μπροστά τους ήταν το αναμμένο φως στο σπίτι φιλενάδας τους, στο έμπα του χωριού τους, όπου κατέφυγαν και τήρησαν με κέφι την παράδοση της βραδιάς.
Και ως εδώ όλα φαίνονταν πως θα κυλούσαν όμορφα και φυσιολογικά για όλους και ο «κάθε κατεργάρης στο πάγκο του».
Ο Μανωλάκης, ηγέτης της παρέας, μπήκε ακροπατητί στη κρεβατοκάμαρα του να μην ξυπνήσει τη Μαρία και ξάπλωσε δίπλα της όσο μπορούσε μαλακά και αθόρυβα . Άπλωσε κατά το συνήθειο το χέρι του πάνω στο κοιμισμένο σώμα που ήταν στο κρεββάτι και η παντέρμη χερούκλα του κινήθηκε στη συνηθισμένη ανδρική κίνηση του χουφταγκαλιάσματος της γυναίκας του, για ήρεμο ύπνο
Ολόρθη πετάχτηκε η πεθερά του, που είχε το ρόλο φύλαξης των παιδιών λόγω της απουσίας της Μαρίας στη γυναικοπαρέα και είχε γύρει στο κρεβάτι του ανδρόγυνου μισοκοιμισμένη από την προχωρημένη ώρα.
- Παναγία μου Μανώλη !!!Ήντα κάνεις εκειά … έβαλε φωνή και ήρθε κεραμίδα στη κεφαλή του Μανωλάκη …. (Δεν μου αποκάλυψε τη συνέχεια ο φίλος μου γιατί μάλλον ήταν συντριπτική εναντίον του).
(σ σ: Η ιστορία είναι πραγματική με αλατοπίπερα Τσικνοπέμπτης. Τα ονόματα είναι άσχετα και τυχαία ).
Τσικνοπέμπτη 2026
