ΑΠΟΨΕΙΣ

Ο Καποδίστριας στη μεγάλη οθόνη

Όπως η αρχαία τραγωδία δεν προσφέρει λύτρωση αλλά κάθαρση μέσω επίγνωσης, έτσι και ο Καποδίστριας δεν επιδιώκει να συγκινήσει εύκολα. Δεν κλείνει πληγές· τις αφήνει ανοιχτές.

Καποδίστριας, Ταινία

Του Κωστή Ε. Μαυρικάκη

Κάποιοι του έγραψαν ότι εργαλειοποιεί την Ιστορία. Ότι η ταινία αποτελεί μονόπλευρη, αγιογραφική προσέγγιση, με μελοδραματισμό και έλλειψη κινηματογραφικής ουσίας, χαρακτηρίζοντάς την λαϊκιστική. Κάποιοι άλλοι ότι περνάει σημαντικά μηνύματα στον κόσμο και ότι αξίζει να τη δει κάθε Έλληνας.

Ίσως, είναι από τις λιγοστές φορές που μια ταινία προκαλεί τόσες αναταράξεις, έντονες συζητήσεις και διχασμό απόψεων κριτικών και κοινού. Όμως όλοι αυτοί και κυρίως οι πρώτοι, βιάζονται να μιλήσουν χωρίς να προβληματιστούν στο ελάχιστο, με το ρητορικό ερώτημα ποιες αλήθειες πρέπει να υπηρετεί η τέχνη του κινηματογράφου;

Θα’ρθει «μια μέρα που το παρελθόν θα μας αιφνιδιάσει με τη δύναμη της επικαιρότητάς του. Δεν θα ’χει αλλάξει εκείνο αλλά το μυαλό μας. Ένα ψήλωμα νοητό, που θα χρειαστεί να το ξανανεβούμε για να εκτιμήσουμε σωστά τις διαστάσεις των πραγμάτων γύρω μας» γράφει ο Ελύτης στη μονογραφία του στο «Εν Λευκώ» για τον Παπαδιαμάντη.

Φαντάζομαι το Γιάννη Σμαραγδή παγερά αδιάφορο από την πολλαπλά εκκρινόμενη εγχώρια και μη, τρικυμία από τις χολές εναντίον του, σαν τον Παπαδιαμάντη, να το διασκεδάζει ατάραχος. Στους τύπους έχει το θάρρος να στρέφει τα νώτα, αφού νοερά έχει απεκδυθεί οτιδήποτε δεν του είναι απαραίτητο. Η εξάρτησή του από τον έξω κόσμο της συμβατικότητας του πολιτικού, μιντιακού και κινηματογραφικού πρωτοκόλλου και της κοσμικής γκλαμουριάς, του είναι τόσο περιορισμένα και αδιάφορα,  που όλος ο διαθέσιμος χώρος να απομένει στη διάθεση του ανεξημέρωτου πόθου του για να βρει τα αληθινά και αειθαλή ξέφωτα της Τέχνης.

Ο σκηνοθέτης δεν υποτάσσεται στα μορφοποιημένα σχήματα, καθώς θηρευτής του άπιαστου, σαν το θιασώτη του ελάχιστου Παπαδιαμάντη με το τριμμένο πανωφόρι τις ελιές και το χαλβά που λανθάνει του θορύβου του κόσμου τούτου, δεν τον ενδιαφέρουν τα υλικά χνάρια πίσω του, παρά μοναχά οι  καταθέσεις του στο Νοερό θυσιαστήριο της τέχνης και του πνεύματος. Ο Σμαραγδής, το ελάχιστο θέλησε και (αυτό)τιμωρήθηκε με το πολύ, καθώς ο Καποδίστριας αναμφίβολα αποτελεί, παρά τις χολές που ξεχειλίζουν και τον ακήρυχτο εξ αρχής πόλεμο, τη σκηνοθετική του ενηλικίωση και ολοκλήρωσή του .

Όμως ξαναγυρίζω και πάλι στην απολεσθείσα σήμερα μέθοδο του «άρα» από το «Εν Λευκώ» του Ελύτη, καθώς η κριτική έχει την ικανότητα  να διαμορφώνει ένα σταθερό πλαίσιο κατανόησης που θα πρέπει να λειτουργεί ως γέφυρα ανάμεσα στο θεατή και το καλλιτεχνικό αντικείμενο. Η παιδεία και η κριτική μας δίνουν τα μάτια να αναγνωρίζουμε την εσωτερική αρχιτεκτονική των πραγμάτων που μας επιτρέπουν να επικοινωνούμε με τα έργα της τέχνης, χωρίς να χρειαζόμαστε κάθε φορά την παρουσία του δημιουργού τους. Και ο κινηματογράφος, ως η αναμφίβολη 7η Τέχνη διέπεται από τις ίδιες και απαράλλαχτες Αρχές.

Συνοπτικά η ταινία Καποδίστριας κινείται με σαφή πρόθεση σε ένα γνώριμο άξονα του κινηματογραφικού έργου του Γιάννη Σμαραγδή. Τη μεταφορά ιστορικών μορφών σε ένα πεδίο ηθικού παραδείγματος και εθνικού στοχασμού. Αυτή η επιλογή αποτελεί ταυτόχρονα τη μεγαλύτερη αρετή της ταινίας.

Στα θετικά της, η ταινία αποδίδει με σοβαρότητα και σεβασμό το ιστορικό πλαίσιο της πρώιμης ελληνικής κρατικής συγκρότησης. Η σκηνοθεσία αποφεύγει τον φτηνό εντυπωσιασμό και επιλέγει ένα μετρημένο, σχεδόν τελετουργικό ρυθμό, που υπογραμμίζει το βάρος της εποχής και την πολιτική μοναξιά του πρώτου κυβερνήτη. Η ερμηνευτική προσέγγιση του Καποδίστρια τον παρουσιάζει ως μορφή αυστηρή, εγκρατή, σχεδόν ασκητική, στοιχείο που λειτουργεί πειστικά ως αντανάκλαση του ιστορικού προσώπου και της ηθικής του στάσης. Επιπλέον, η φωτογραφία και η μουσική υπηρετούν με συνέπεια τον τόνο της ταινίας, ενισχύοντας την πρόσληψη ενός ιστορικού δράματος που δεν επιδιώκει τη θεαματικότητα, αλλά την αποκατάσταση της μνήμης.

Επιπλέον, αν ο ποιοτικός κινηματογράφος δεν είναι απλή αφήγηση, αλλά πράξη συλλογικής μνήμης, τότε ο Καποδίστριας εγγράφεται στη χορεία εκείνων των έργων που συνομιλούν, συνειδητά ή όχι, και με την αρχαία τραγωδία. Όχι ως μίμηση μορφών, αλλά ως τελετουργία.  Ένας χώρος όπου ο θεατής δεν καλείται να πληροφορηθεί, αλλά να σταθεί· όχι να ταυτιστεί εύκολα, αλλά να αναμετρηθεί.

Στην τραγωδία, ο ήρωας δε λειτουργεί ως πρόσωπο δράσης, αλλά ως φορέας αναγκαιότητας. Το ίδιο συμβαίνει και εδώ. Ο Καποδίστριας δεν παρουσιάζεται πρωτίστως ως πολιτικός βίος, αλλά ως μορφή που σηκώνει ένα βάρος μεγαλύτερο από τον εαυτό της. Το βάρος ενός έθνους που γεννιέται μέσα στην ασυνέχεια, τη σύγκρουση και τη λήθη. Η κάμερα δεν επιδιώκει να εξηγήσει. Επιμένει να παρατηρεί. Και αυτή η επιμονή είναι ήδη μια τραγική στάση.

Η ταινία υπηρετεί την αλήθεια της ανθρώπινης εμπειρίας όχι ως ιστορική ακρίβεια με τη στενή έννοια, αλλά ως υπαρξιακή αλήθεια. Ο Καποδίστριας δεν είναι εδώ ο επιτυχημένος ή ο αποτυχημένος κυβερνήτης· είναι ο άνθρωπος που γνώριζε ότι κάθε πράξη εξουσίας είναι ήδη τραυματική. Η μοναξιά του δεν δραματοποιείται· βιώνεται. Όπως στην τραγωδία, έτσι και εδώ, το ανθρώπινο μέτρο δεν προκύπτει από την ψυχολογία, αλλά από τη σύγκρουση με το αναπόδραστο.

Ο χρόνος στην ταινία δεν είναι γραμμικός ούτε αφηγηματικός. Είναι βαρύς, σχεδόν τελετουργικός. Οι παύσεις, η αργή ροή, η απουσία θεαματικών κορυφώσεων λειτουργούν όπως ο χορικός χρόνος της τραγωδίας. Δεν επιταχύνουν τη δράση, αλλά τη στοχάζονται. Ο θεατής δεν είναι μέτοχος του χρόνου· τον αισθάνεται να περνά, όπως περνά πάνω από τα πρόσωπα και τα συντρίβει. Πρόκειται για κινηματογράφο που αντιστέκεται στην κατανάλωση και απαιτεί υπομονή, δηλαδή συνείδηση.

Όπως η αρχαία τραγωδία δεν προσφέρει λύτρωση αλλά κάθαρση μέσω επίγνωσης, έτσι και ο Καποδίστριας δεν επιδιώκει να συγκινήσει εύκολα. Δεν κλείνει πληγές· τις αφήνει ανοιχτές. Ο θεατής καλείται να αναλάβει ευθύνη. Να σκεφτεί τη σχέση εξουσίας και ηθικής, κράτους και ανθρώπου, συλλογικής ανάγκης και προσωπικής θυσίας. Η ταινία δεν χειραγωγεί το συναίσθημα, το εκθέτει.

Τέλος, η μνήμη εδώ δεν είναι επετειακή ούτε μουσειακή. Είναι ενεργός και οδυνηρή. Ο Καποδίστριας δεν ανακαλείται για να τιμηθεί, αλλά για να μας κρίνει. Όπως οι τραγικοί ήρωες επιστρέφουν κάθε φορά στη σκηνή για να θέσουν τα ίδια ερωτήματα, έτσι και αυτή η κινηματογραφική μορφή λειτουργεί ως υπενθύμιση. Ότι η Ιστορία δεν τελειώνει όταν κλείνει η αφήγηση, αλλά όταν σβήνει η συνείδηση.

Αν ο κινηματογράφος είναι ο τελευταίος χώρος όπου μια κοινωνία μπορεί ακόμη να συλλογιστεί τον εαυτό της χωρίς ειρωνεία, τότε ο Καποδίστριας ανήκει σε εκείνα τα έργα που δεν ζητούν επιδοκιμασία, αλλά σιωπή. Όχι επειδή είναι άμεμπτος, αλλά επειδή λειτουργεί όπως η αρχαία τραγωδία: Ως καθρέφτης που δεν κολακεύει.

Σε μια εποχή όπου ο κινηματογράφος συχνά εξαντλείται στην ταχύτητα, στην ειρωνεία ή στην αθώωση της λήθης, ο Καποδίστριας επιλέγει το δυσκολότερο δρόμο. Να θυμίσει ότι η Ιστορία δεν είναι θέαμα και η εξουσία δεν είναι αφήγημα επιτυχίας, αλλά δοκιμασία ευθύνης. Η ταινία δεν ζητά να συμφωνήσουμε μαζί της· ζητά να σταθούμε απέναντί της. Και αυτό είναι ίσως το υψηλότερο ηθικό της διακύβευμα. Ότι επαναφέρει στο δημόσιο χώρο την ιδέα πως ο άνθρωπος όταν αναλαμβάνει το βάρος ενός έθνους κρίνεται όχι από το αποτέλεσμα, αλλά από το μέτρο της συνείδησής του. Σε αυτό το μέτρο, ο κινηματογράφος συναντά ξανά την τραγωδία· και η μνήμη παύει να είναι ανάμνηση για να γίνει υπέρτατο χρέος.

Διαβάστε σχετικά:

Ο κόμης Καποδίστριας επιστρέφει στην Ελλάδα, ενώ οι Άγγλοι τον παρακολουθούν

Γίνε ο ρεπόρτερ του CRETALIVE

Στείλε την είδηση